ΤτΕ: Αναπτυξιακός ο προϋπολογισμός του 2020 - Υπέρμετρη η φορολόγηση των επιχειρήσεων

financialreport.gr 02:08, 20 Δεκ 2019

Related Articles

Η αλλαγή της σύνθεσης του δημοσιονομικού μίγματος ώστε να γίνει φιλικό προς την ανάπτυξη αποτελεί προϋπόθεση για την επιτάχυνση και εδραίωση της ανάπτυξης.
Η μείωση του φορολογικού βάρους των πολιτών ενισχύει το κίνητρο για εργασία, ενθαρρύνει τις παραγωγικές επενδύσεις και μειώνει την παραοικονομία, με τελικό αποτέλεσμα την αύξηση του εθνικού προϊόντος.
Η φορολογική μεταρρύθμιση, με κύριο χαρακτηριστικό τη μείωση του φορολογικού βάρους, έχει αναπτυξιακή διάσταση, αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος σε ειδικό αφιέρωμά της.
Στην κατεύθυνση αυτή, ο Κρατικός Προϋπολογισμός 2020 προβλέπει σειρά αναπτυξιακών και κοινωνικών παρεμβάσεων συνολικού ύψους 1,18 δισεκ. ευρώ, που αφορούν την οικογένεια και την υπογεννητικότητα, τα φυσικά πρόσωπα, τις επιχειρήσεις και την οικοδομική δραστηριότητα.
Ειδικότερα για τις επιχειρήσεις, προβλέπεται μείωση του ονομαστικού συντελεστή φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων από 28% σε 24% για τα κέρδη του 2019 και μείωση κατά 50% (από 10% σε 5%) του συντελεστή φόρου στα μερίσματα που θα
διανεμηθούν το 2020.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι από τις πιο επιβαρυμένες φορολογικά μεταξύ των χωρών της ΕΕ-28.
Ο ανώτατος ονομαστικός (statutory) φορολογικός συντελεστής εισοδήματος νομικών προσώπων το 2019 ήταν 28%, έναντι μόλις 21,7% κατά μέσο όρο στις χώρες της ΕΕ-28.
Ομοίως, ο πραγματικός (effective) φορολογικός συντελεστής, που παρέχει μια ακριβέστερη εικόνα του φορολογικού βάρους, ανήλθε το 2018 σε 27,6%, σχεδόν 8 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον αντίστοιχο συντελεστή (19,8%) για το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ-28.
Ειδικότερα, μεταξύ 2008 και 2018, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής αυξήθηκε στην Ελλάδα σχεδόν κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ την ίδια περίοδο ο αντίστοιχος συντελεστής για το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ-28 μειώθηκε κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα.
Σχεδόν παντού στην Ευρώπη, από το 2014, καταγράφεται μείωση των ονομαστικών και επομένως και των πραγματικών συντελεστών, η οποία έγινε περισσότερο έντονη την τελευταία διετία.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η φορολογία επιχειρήσεων την ίδια περίοδο ακολούθησε αυξητική πορεία.
Παρά τη μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε 28% το 2019, η χώρα κατατάσσεται στην ομάδα των έξι ευρωπαϊκών χωρών με τον υψηλότερο ονομαστικό εταιρικό φορολογικό συντελεστή.
Με δεδομένη τη μείωση του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων που καταγράφεται διεθνώς τα τελευταία χρόνια, η υψηλότερη φορολόγηση των κερδών των ελληνικών επιχειρήσεων επιδρά ανασταλτικά στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας. Αυξάνει το κόστος συσσώρευσης φυσικού κεφαλαίου, αποδυναμώνει το επενδυτικό ενδιαφέρον, μειώνει την παραγωγικότητα του κεφαλαίου και τη συνολική παραγωγικότητα, καθιστά τις επιχειρήσεις λιγότερο ανταγωνιστικές και θέτει σε κίνδυνο την οικονομική τους βιωσιμότητα.
Η παρούσα ανάλυση, πρώτον, επισκοπεί την εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά της φορολογίας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, δεύτερον, εξηγεί γιατί είναι απαραίτητη η φορολογική ελάφρυνση των επιχειρήσεων για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και, τρίτον, χρησιμοποιώντας το δυναμικό στοχαστικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας της Τράπεζας της Ελλάδος, διερευνά ποσοτικά την επίπτωση μιας μόνιμης μείωσης της φορολογίας στο κεφάλαιο, στο προϊόν και στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

Φορολογία επιχειρήσεων: εξέλιξη και χαρακτηριστικά

Μεταξύ 2008 και 2018 η πραγματική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 5,8 ποσοστιαίες μονάδες, σε αντίθεση με μείωση κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα στην ΕΕ-28.
Μάλιστα, το 2018 ήταν 7,8 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερη στην Ελλάδα (27,6%) σε σχέση με τη μέση επιβάρυνση στην ΕΕ-28 (19,8%) και η τέταρτη υψηλότερη (βλ. Διάγραμμα Α).
Image
Τα έσοδα από τη φορολογία στα κέρδη των επιχειρήσεων, ως ποσοστό τόσο των συνολικών φορολογικών εσόδων όσο και του ΑΕΠ, ακολούθησαν παρόμοια εξέλιξη από το 2000 και μετά (βλ. Διάγραμμα Β).
Image
Ειδικότερα, μετά τα υψηλά ποσοστά που καταγράφηκαν το 2000, η φορολογία εταιρικών κερδών ακολούθησε πτωτική πορεία, αν και βραδεία μέχρι το 2010, η οποία όμως έγινε ιδιαίτερα έντονη το 2012 και 2013, ενώ από το 2014 αντιστράφηκε σε ανοδική.
Η αυξητική πορεία που καταγράφηκε τα επόμενα έτη μέχρι το 2017 οφείλεται περισσότερο στη μεγάλη αύξηση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή, ιδίως από το 2015, και λιγότερο στο ρυθμό ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας, όπως προκύπτει από τα χαμηλά ποσοστά πληθωρισμού και την ασθενική συνολική ενεργό ζήτηση.
Συγκρίνοντας την πορεία των αντίστοιχων δεικτών στις χώρες της ΕΕ-28 κατά την ίδια περίοδο, παρατηρείται ότι, στην Ελλάδα, παρά τον υψηλό συντελεστή, τα φορολογικά έσοδα υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Ειδικότερα, στα χρόνια πριν από την κρίση, τα φορολογικά έσοδα κατέγραψαν πτωτική πορεία, ενώ τα χρόνια της ύφεσης και ιδιαίτερα μετά το 2014 ακολούθησαν αυξητική πορεία, η οποία όμως φαίνεται να αντιστράφηκε το 2017, ως αποτέλεσμα των ισχνών ρυθμών ανάπτυξης, των μειωμένων κερδών, αλλά και της φορολογικής κόπωσης.
Μάλιστα, μεταξύ 2007 και 2017, παρά τους υψηλούς συντελεστές, τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων ως ποσοστό των συνολικών φορολογικών εσόδων μειώθηκαν κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Επιπλέον, αν και την τελευταία διετία σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες καταγράφονται σημαντικές μειώσεις του εταιρικού συντελεστή με στόχο την τόνωση του επενδυτικού ενδιαφέροντος, στην Ελλάδα ο αντίστοιχος συντελεστής μειώθηκε οριακά, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να συγκαταλέγεται το 2019 στις χώρες με τον υψηλότερο ονομαστικό φορολογικό συντελεστή (μαζί με τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Μάλτα και την Πορτογαλία).
Συγκεκριμένα, το 2019 ο ανώτατος ονομαστικός φορολογικός συντελεστής ήταν 28%, περισσότερο από 6 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον αντίστοιχο συντελεστή για το μέσο όρο της ΕΕ-28 γιατί είναι αναγκαία η φορολογική ελάφρυνση των επιχειρήσεων.
Στο πλαίσιο της συντελούμενης αλλαγής του προσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής και του δημοσιονομικού μίγματος με σκοπό την προσέλκυση επενδύσεων και την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων αποτελεί προτεραιότητα.
Και αυτό διότι η υπέρμετρα υψηλή φορολόγηση των ελληνικών επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια είχε ως συνέπεια την αναστολή λειτουργίας πολλών από αυτές, καθώς και τη μεταφορά της φορολογικής τους έδρας, ή ακόμη και της παραγωγικής τους δραστηριότητας, σε άλλες χώρες με ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση.
Σε συνδυασμό μάλιστα με τη χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και τους ασθενικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, η υψηλή φορολόγηση των ελληνικών επιχειρήσεων λειτούργησε ως τροχοπέδη στην προσπάθεια οικονομικής ανασυγκρότησης, αλλά και στην αύξηση των δημόσιων εσόδων από φόρους.
Έχει αποδειχθεί ότι τα χαρακτηριστικά του φορολογικού συστήματος, δηλαδή το ύψος του φορολογικού συντελεστή, ο βαθμός προοδευτικότητας και το εύρος της φορολογικής βάσης, επηρεάζουν τα κίνητρα προς επένδυση και κατά συνέπεια τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.
Ειδικότερα, ο φόρος εταιριών επηρεάζει το ρυθμό συσσώρευσης κεφαλαίου και συνεπώς και το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.
Image
Δεδομένου ότι οι αποφάσεις για ανάληψη επενδυτικών σχεδίων εξαρτώνται από το κόστος και την προσδοκώμενη απόδοση της επένδυσης, μια αύξηση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή επιδρά αρνητικά στην κερδοφορία της επένδυσης, αφού μειώνει την απόδοσή της μετά την αφαίρεση του φόρου.
Το μέγεθος της αρνητικής επίδρασης εξαρτάται από το βαθμό εξωστρέφειας της οικονομίας: όσο περισσότερο εξωστρεφής είναι η οικονομία, τόσο μεγαλύτερη η αρνητική επίδραση από την αύξηση του φόρου.
Η υψηλότερη φορολογία επιδρά επίσης αρνητικά στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων, αφού μειώνει την επενδυτική ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Ωστόσο, οικονομίες με μεγάλο μέγεθος αγοράς ενδεχομένως επηρεάζονται λιγότερο από την υψηλή φορολογία.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι η μείωση της συνολικής παραγωγικότητας, αφού η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων:
• προκαλεί στρεβλώσεις στις σχετικές τιμές των παραγωγικών συντελεστών, καθώς και στις χρηματοδοτικές αποφάσεις των επιχειρήσεων, οι οποίες τείνουν να προκρίνουν την έκδοση χρέους σε σχέση με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, αφού οι πληρωμές τόκων εκπίπτουν από τα φορολογητέα κέρδη,
• ενισχύει τα κίνητρα φοροδιαφυγής και την παραοικονομία, οδηγώντας σε ανακατανομή των παραγωγικών συντελεστών σε λιγότερο αποδοτικές δραστηριότητες και προκαλώντας έτσι στρεβλώσεις τόσο στο συνολικό μέγεθος όσο και στο είδος της επένδυσης,
• αυξάνει τη δημόσια δαπάνη φορολογικής συμμόρφωσης και είσπραξης φόρων,
• εξασθενεί τα κίνητρα για επενδύσεις με ταχεία τεχνολογική απαξίωση, όπως είναι οι καινοτόμες επενδύσεις, ή για επενδύσεις που αργούν να αποδώσουν, αφού μειώνει τη μετά τους φόρους απόδοσή τους, και
• αποθαρρύνει τις ξένες άμεσες επενδύσεις και έτσι δυσχεραίνει τη μεταφορά και διάχυση τεχνογνωσίας στην εγχώρια αγορά.

Εμπειρική διερεύνηση της μείωσης του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων: ένα παράδειγμα

Οι επιδράσεις της μείωσης του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων διερευνώνται με τη χρήση του στοχαστικού δυναμικού υποδείγματος γενικής ισορροπίας της Τράπεζας της Ελλάδος, που περιλαμβάνει και την παραοικονομία.
Εξετάζονται δύο σενάρια πολιτικής: α) μια μόνιμη μείωση του ονομαστικού φορολογικού συντελεστή του εισοδήματος από κεφάλαιο που ισοδυναμεί με φορολογική ελάφρυνση κατά ¼ της ποσοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ και β) μια μόνιμη μείωση του ονομαστικού φορολογικού συντελεστή του εισοδήματος από κεφάλαιο που ισοδυναμεί με φορολογική ελάφρυνση κατά ¼ της ποσοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ, με ταυτόχρονη όμως υλοποίηση δημοσιονομικών διαρθρωτικών μέτρων που βελτιώνουν τη φορολογική συμμόρφωση.
Παρατηρούνται τα εξής:
Πρώτον, η επίδραση στο προϊόν είναι θετική και έχει διάρκεια, αντανακλώντας την αύξηση των επενδύσεων.
Η επίδραση αυτή γίνεται ισχυρότερη και έχει πολλαπλάσιο θετικό αποτέλεσμα όταν η μείωση της φορολογίας συνοδεύεται από ταυτόχρονη υλοποίηση δημοσιονομικών διαρθρωτικών μέτρων.
Δεύτερον, η παρατηρούμενη πολύ μικρή επιδείνωση του πρωτογενούς δημοσιονομικού αποτελέσματος σταδιακά εξαλείφεται.
Όταν μάλιστα η μείωση της φορολογίας συνδυάζεται με ταυτόχρονη λήψη διαρθρωτικών δημοσιονομικών μέτρων με σκοπό την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης, η επιδείνωση αυτή μετατρέπεται σε βελτίωση, η οποία βαθμιαία γίνεται εντονότερη (βλ. Πίνακες Α και Β).

Συμπεράσματα

Η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση των ελληνικών επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια αποθάρρυνε τις επενδύσεις, εμπόδισε την αναπτυξιακή προσπάθεια, και δεν συνέβαλε στην αύξηση των δημόσιων εσόδων και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
Σε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον με έντονο φορολογικό ανταγωνισμό, ο οποίος εντείνεται καθώς ολοκληρώνεται ο ψηφιακός μετασχηματισμός της παγκόσμιας οικονομίας, η υψηλή φορολόγηση των ελληνικών επιχειρήσεων συνιστά μειονέκτημα για τη δημιουργία μιας ανταγωνιστικής οικονομίας.
Ο εξορθολογισμός του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων αποτελεί βασική προτεραιότητα της νέας φορολογικής πολιτικής.
Με βάση την εμπειρική διερεύνηση, το αποτέλεσμα μιας τέτοιας πολιτικής εκτιμάται ότι προκαλεί εξαιρετικά ευνοϊκές επιδράσεις τόσο στο ρυθμό αύξησης του προϊόντος όσο και στο πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια!

Δεν υπάρχουν σχόλια για το συγκεκριμένο άρθρο. Μπορείτε να γράψετε εσείς το πρώτο σχόλιο.

γράψτε ένα σχόλιο

ΓΡΑΨΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

🔑 Δεν έχετε συνδεθεί

Θα πρέπει να συνδεθείτε ή να δημιουργήσετε ένα λογαριασμό πρώτα για να μπορέσετε να σχολιάσετε άρθρο