Διεθνή

Άνθρωποι του Τράμπ επενδύουν 1,8 δισ. δολάρια στη Βοσνία για ενεργειακές υποδομές και αεροδρόμια

Financialreport.gr

Η εταιρεία AAFS Infrastructure and Energy, σκοπεύει να επενδύσει στη βαλκανική χώρα σε αεροδρόμια, μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και έναν αγωγό φυσικού αερίου

Οι επενδυτικές φιλοδοξίες κύκλων που συνδέονται με τον Ντόναλντ Τραμπ αποκτούν πλέον σαφή βαλκανική διάσταση. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, πρόσωπα που συνδέονται πολιτικά με το στρατόπεδο Τραμπ θέλουν να διοχετεύσουν έως 1,8 δισεκατομμύρια δολάρια στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, σε ένα πακέτο υποδομών που ξεπερνά κατά πολύ έναν απλό ενεργειακό αγωγό και παραπέμπει σε μια ευρύτερη στρατηγική οικονομικής και γεωπολιτικής διείσδυσης.

Στον πυρήνα του σχεδίου βρίσκεται η AAFS Infrastructure and Energy, εταιρεία που έχει συνδεθεί με τον Jesse Binnall, πρώην δικηγόρο του Τραμπ, και τον Joseph Flynn, αδελφό του πρώην συμβούλου εθνικής ασφαλείας Michael Flynn.

Το άμεσο και πιο ώριμο σκέλος του σχεδίου αφορά τον αγωγό Southern Interconnection, που θα συνδέσει τη Βοσνία με την Κροατία και, μέσω αυτής, με το τερματικό LNG στο νησί Κρκ. Η περιφερειακή Βουλή της Ομοσπονδίας της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης ενέκρινε ήδη νομοθετικές αλλαγές ώστε η AAFS να αναλάβει ρόλο βασικού επενδυτή και φορέα υλοποίησης. Το έργο παρουσιάζεται από τους υποστηρικτές του ως στρατηγική απάντηση στην εξάρτηση της χώρας από το ρωσικό αέριο, σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επιχειρεί να αναδιατάξει τις ενεργειακές της ροές.

Το μέγεθος της υπόσχεσης είναι εκείνο που κάνει τη διαφορά. Ενώ το καθαυτό έργο του αγωγού έχει αποτιμηθεί σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια ή περίπου 1,3 δισ. ευρώ σε ορισμένες αναφορές, στελέχη της AAFS ανέβασαν τη συνολική επενδυτική πρόθεση για τη Βοσνία στα περίπου 1,5 δισ. δολάρια, προσθέτοντας και περίπου 300 εκατ. δολάρια για τον εκσυγχρονισμό των αεροδρομίων του Σαράγεβο και του Μόσταρ. Το Bloomberg πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, τοποθετώντας τη συνολική φιλοδοξία στα 1,8 δισ. δολάρια, κάτι που δείχνει ότι το project εξελίσσεται σε πολυτομεακή πλατφόρμα υποδομών και όχι σε μια μεμονωμένη ενεργειακή επένδυση.

Για τη Βοσνία, το σχέδιο είναι ταυτόχρονα ευκαιρία και δοκιμασία. Από τη μία πλευρά, μια οικονομία με ΑΕΠ περίπου 29,6 δισ. δολάρια το 2024 δύσκολα αγνοεί ένα επενδυτικό αφήγημα τέτοιου μεγέθους· ακόμη και αν δεν υλοποιηθεί στο σύνολό του, η κλίμακα είναι αρκετή ώστε να επηρεάσει ενεργειακά, μεταφορικά και πολιτικά την πορεία της χώρας. Από την άλλη, όσο μεγαλύτερη είναι η αναλογία της επένδυσης προς το μέγεθος της οικονομίας, τόσο μεγαλύτερος γίνεται και ο κίνδυνος θεσμικής εξάρτησης από έναν επενδυτή ή από ένα πολιτικό δίκτυο επιρροής.

Το κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές δεν είναι μόνο αν το έργο έχει οικονομική λογική, αλλά αν διαθέτει επαρκή θεσμική θωράκιση. Η AAFS είναι νέα εταιρεία, χωρίς μακρύ ιστορικό εκτέλεσης έργων αυτού του μεγέθους, ενώ περιβαλλοντικές οργανώσεις και φορείς διαφάνειας έχουν ήδη εκφράσει επιφυλάξεις για τη διαδικασία, προειδοποιώντας για νομικούς, χρηματοοικονομικούς και ανταγωνιστικούς κινδύνους. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η απευθείας ενσωμάτωση συγκεκριμένου ιδιώτη επενδυτή στο νομοθετικό πλαίσιο δημιουργεί προηγούμενο που θολώνει τα όρια ανάμεσα στη δημόσια πολιτική και στην ιδιωτική επιρροή.

Από επενδυτική σκοπιά, η υπόθεση έχει τρία επίπεδα. Πρώτον, υπάρχει το κλασικό infrastructure story: αγωγός, αεροδρόμια, ενδεχομένως μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο. Δεύτερον, υπάρχει το γεωπολιτικό premium, καθώς το έργο «πουλά» ως μέσο απομάκρυνσης της Βοσνίας από τη ρωσική ενεργειακή επιρροή και σύνδεσής της με αμερικανικές ροές LNG μέσω Κροατίας. Τρίτον, υπάρχει το πολιτικό discount, αφού η στενή σύνδεση των βασικών προσώπων με το τραμπικό περιβάλλον μπορεί να ανοίγει πόρτες σήμερα, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο πολιτικής αναστροφής, διεθνούς κριτικής και ρυθμιστικής αβεβαιότητας αύριο.

Η ουσία είναι ότι η Βοσνία μετατρέπεται σε πεδίο δοκιμής ενός νέου μοντέλου επενδύσεων, εκεί όπου η ενεργειακή ασφάλεια, οι υποδομές και η πολιτική ταυτότητα του επενδυτή σχεδόν ταυτίζονται. Αν το σχέδιο προχωρήσει, θα παρουσιαστεί ως επιτυχία αμερικανικής επιρροής στα Δυτικά Βαλκάνια. Αν μπλοκάρει, θα αποτελέσει παράδειγμα του πώς η πολιτική εγγύτητα μπορεί να δημιουργεί θόρυβο, αλλά όχι κατ’ ανάγκην βιώσιμη αξία.

googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διεθνή

close menu