Μελέτη του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας αποκαλύπτει μεγάλες ανισότητες μεταξύ των δήμων - Από 1,82 έως 11 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο οι χρεώσεις
Σημαντικές ανισότητες στην επιβολή των δημοτικών τελών στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις της Αττικής, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγούν σε υπέρογκες οικονομικές επιβαρύνσεις, αναδεικνύει μελέτη του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας (ΒΕΑ), που εκπονήθηκε από τη Netrino Advisory.
Τα ευρήματα αποτυπώνουν μια πραγματικότητα στην οποία το ύψος των δημοτικών τελών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη γεωγραφική εγκατάσταση της επιχείρησης και τις αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων, δημιουργώντας σημαντικές αποκλίσεις στο λειτουργικό κόστος ακόμη και μεταξύ βιοτεχνιών με παρόμοια χαρακτηριστικά.
Η μελέτη, με ημερομηνία Ιούλιο 2026, εξετάζει τους συντελεστές καθαριότητας και φωτισμού σε 47 δήμους της Αττικής, με 62 διαφορετικές μονάδες τιμολόγησης, και καταλήγει στην ανάγκη ουσιαστικής αναμόρφωσης του ισχύοντος συστήματος, με βασικούς άξονες τη διαφάνεια, την ανταποδοτικότητα και τη σύνδεση των χρεώσεων με την πραγματική παραγωγή αποβλήτων.
Από 1,82 έως 11 ευρώ το τετραγωνικό – Η μεγάλη ψαλίδα
Το πλέον χαρακτηριστικό εύρημα της μελέτης αφορά το τεράστιο εύρος των χρεώσεων που επιβάλλονται στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις.
Στον Δήμο Ζωγράφου, ο συντελεστής για τις βιοτεχνίες φτάνει τα 11 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο ετησίως, ενώ στον Ασπρόπυργο περιορίζεται στα 1,82 ευρώ. Πρόκειται για διαφορά μεγαλύτερη από έξι φορές, η οποία καταδεικνύει την απουσία ενιαίας αντιμετώπισης της παραγωγικής δραστηριότητας.
Στις υψηλότερες θέσεις της κατάταξης βρίσκονται επίσης το Χαλάνδρι, με 9,54 ευρώ ανά τετραγωνικό, η Πεντέλη με 8,32 ευρώ, το Μαρούσι με 7,83 ευρώ και ο Άγιος Δημήτριος με 7,31 ευρώ.
Στον αντίποδα, ιδιαίτερα χαμηλές χρεώσεις καταγράφονται σε δημοτικές ενότητες του Σαρωνικού, όπου οι συντελεστές υποχωρούν ακόμη και στα 1,74 ευρώ ανά τετραγωνικό, καθώς και στον Ασπρόπυργο.
Η εικόνα διαφοροποιείται έντονα και σε επίπεδο ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών. Ο Βόρειος Τομέας της Αθήνας εμφανίζει τον υψηλότερο μέσο συντελεστή για τη βιοτεχνία, στα 6,35 ευρώ ανά τετραγωνικό, ενώ η Δυτική Αττική τον χαμηλότερο, στα 3,36 ευρώ.
Σύμφωνα με την ανάλυση της μελέτης, οι διαφοροποιήσεις αυτές συνδέονται και με τον παραγωγικό χαρακτήρα κάθε περιοχής, καθώς οι βιομηχανικές ζώνες εμφανίζουν συχνά ευνοϊκότερη μεταχείριση της βιοτεχνίας σε σχέση με περιοχές όπου κυριαρχούν άλλες οικονομικές και οικιστικές χρήσεις.

Έως 36.000 ευρώ τον χρόνο για μια μεγάλη βιοτεχνία
Οι επιπτώσεις των διαφορών αυτών γίνονται ακόμη πιο εμφανείς όταν οι συντελεστές μετατρέπονται σε πραγματικά ποσά.
Για μια μικρή βιοτεχνία επιφάνειας 300 τετραγωνικών μέτρων, το ετήσιο κόστος δημοτικών τελών μπορεί να κυμαίνεται από 558 ευρώ στον Ασπρόπυργο έως 3.300 ευρώ στου Ζωγράφου, με τον ενδεικτικό μέσο όρο στην Αττική να διαμορφώνεται περίπου στα 1.480 ευρώ.
Για μια μεσαίου μεγέθους μονάδα 1.000 τετραγωνικών μέτρων, η επιβάρυνση κυμαίνεται από 1.860 ευρώ στον Ασπρόπυργο έως 12.000 ευρώ στο Χαλάνδρι, ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος προσεγγίζει τα 5.310 ευρώ ετησίως.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις στις μεγάλες εγκαταστάσεις. Για μια βιοτεχνία 3.000 τετραγωνικών μέτρων, η μελέτη καταγράφει ενδεικτικό ετήσιο κόστος από 5.376 ευρώ στον Σαρωνικό έως 36.000 ευρώ στο Χαλάνδρι, με μέσο όρο περίπου 16.130 ευρώ.
Τα ποσά αφορούν αποκλειστικά τα ανταποδοτικά τέλη καθαριότητας και φωτισμού, χωρίς να περιλαμβάνουν άλλες δημοτικές επιβαρύνσεις ή ειδικές απαλλαγές και μειώσεις.
Η μεγάλη αυτή διακύμανση δημιουργεί ζήτημα ισότιμων όρων ανταγωνισμού, καθώς επιχειρήσεις αντίστοιχης δραστηριότητας και μεγέθους καλούνται να αντιμετωπίσουν πολύ διαφορετικά κόστη, ανάλογα με τον δήμο στον οποίο λειτουργούν.
Οι βιοτεχνίες πληρώνουν σημαντικά περισσότερα από τις κατοικίες
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο αφορά τη σχέση των χρεώσεων των βιοτεχνιών με εκείνες των κατοικιών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, στου Ζωγράφου η βιοτεχνία επιβαρύνεται με συντελεστή 7,3 φορές υψηλότερο από τον αντίστοιχο οικιακό, ενώ στον Σαρωνικό η αναλογία μπορεί να περιορίζεται στο 1,6.
Η απόκλιση αυτή αναδεικνύει το ζήτημα της ανταποδοτικότητας των δημοτικών τελών και της ανάγκης να τεκμηριώνεται η πραγματική σχέση μεταξύ των υπηρεσιών που παρέχουν οι δήμοι και των ποσών που εισπράττουν.
Παράλληλα, η μελέτη καταγράφει ότι ο μέσος συντελεστής για τις βιοτεχνίες στην Αττική διαμορφώνεται στα 4,81 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Συγκριτικά, οι βιομηχανίες επιβαρύνονται κατά μέσο όρο με 5,07 ευρώ, οι τράπεζες με 6,73 ευρώ και τα σούπερ μάρκετ με 7,55 ευρώ.
Παρότι η βιοτεχνία αντιμετωπίζεται κατά μέσο όρο ευνοϊκότερα από ορισμένες άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, το βασικό πρόβλημα παραμένει η μεγάλη απόκλιση μεταξύ δήμων και η απουσία ομοιόμορφων κριτηρίων καθορισμού των τελών.
Πρόταση για ενιαίο πλαίσιο και ειδική αντιμετώπιση της βιοτεχνίας
Με βάση τα ευρήματα, η μελέτη εισηγείται μια σειρά θεσμικών παρεμβάσεων, με στόχο τον εξορθολογισμό του συστήματος και τη δικαιότερη αντιμετώπιση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Κεντρική πρόταση αποτελεί η διαμόρφωση ενιαίου θεσμικού πλαισίου για τον καθορισμό των δημοτικών τελών, με κοινούς κανόνες και εθνική τυποποίηση των επαγγελματικών κατηγοριών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναγνώριση της παραγωγικής βιοτεχνίας ως αυτοτελούς κατηγορίας, διακριτής από το εμπόριο, τις τράπεζες και τα σούπερ μάρκετ, ώστε η τιμολόγηση να ανταποκρίνεται στα πραγματικά χαρακτηριστικά κάθε δραστηριότητας.
Παράλληλα, προτείνεται η εφαρμογή φθινόντων συντελεστών για τις μεγάλες επιφάνειες, καθώς και μειωμένων χρεώσεων για αποθήκες και χώρους περιορισμένης χρήσης.
Στις προτάσεις περιλαμβάνονται επίσης η θέσπιση ανώτατων και κατώτατων ορίων συντελεστών ανά κατηγορία, η καθιέρωση ανώτατου ετήσιου ορίου αύξησης και η υποχρεωτική κοστολογική τεκμηρίωση των αποφάσεων των δημοτικών συμβουλίων.
Βασική επιδίωξη είναι τα δημοτικά τέλη να ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών και να αποφεύγεται η χρησιμοποίησή τους για την κάλυψη δαπανών που δεν συνδέονται με τον ανταποδοτικό τους χαρακτήρα.
«Πληρώνω όσο Πετάω»: Το νέο μοντέλο χρέωσης
Σημαντικό μέρος της μελέτης αφιερώνεται στην ανάγκη μετάβασης από το σημερινό σύστημα χρέωσης, που βασίζεται κυρίως στην επιφάνεια των ακινήτων, σε ένα σύγχρονο μοντέλο το οποίο θα λαμβάνει υπόψη την πραγματική ποσότητα των παραγόμενων απορριμμάτων.
Πρόκειται για το σύστημα «Πληρώνω όσο Πετάω» (ΠΟΠ), γνωστό διεθνώς ως Pay As You Throw (PAYT), το οποίο εφαρμόζεται με διαφορετικές μορφές σε ευρωπαϊκές χώρες.
Το μοντέλο προβλέπει συνδυασμό ενός βασικού σταθερού τέλους με μεταβλητή χρέωση, ανάλογα με τον όγκο ή το βάρος των αποβλήτων ή τη συχνότητα αποκομιδής τους.
Με αυτόν τον τρόπο, οι επιχειρήσεις που περιορίζουν τα απορρίμματά τους και ενισχύουν την ανακύκλωση μπορούν να έχουν οικονομικό όφελος, σε αντίθεση με το σημερινό καθεστώς, στο οποίο η έκταση μιας εγκατάστασης παραμένει βασικό κριτήριο επιβάρυνσης.
Η μελέτη παρουσιάζει πρακτικές από εννέα ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Αυστρία, η Ολλανδία, η Ιταλία και η Σουηδία, και επισημαίνει ότι στην Ελλάδα η εφαρμογή του συστήματος παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, παρά τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις.
Για τη μετάβαση στο νέο μοντέλο προτείνεται η υλοποίηση πιλοτικών προγραμμάτων σε βιοτεχνικές περιοχές, η αξιοποίηση τεχνολογιών καταγραφής αποβλήτων και η θέσπιση οικονομικών κινήτρων για την ανακύκλωση και τη μείωση των σύμμεικτων απορριμμάτων.
Περισσότεροι πόροι στους δήμους και ενίσχυση της διαφάνειας
Η μελέτη δεν περιορίζεται στην αναθεώρηση των συντελεστών, αλλά εξετάζει και τη χρηματοδοτική επάρκεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται η ενίσχυση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, η δημιουργία Ταμείου «Πράσινης Τοπικής Ανάπτυξης» και η παροχή ειδικών κρατικών επιχορηγήσεων για την εφαρμογή του συστήματος «Πληρώνω όσο Πετάω».
Παράλληλα, κατατίθεται πρόταση για αναλογική απόδοση στους δήμους μέρους των φορολογικών εσόδων που παράγονται από την τοπική οικονομική δραστηριότητα.
Στο πεδίο της διαφάνειας, προβλέπεται η δημιουργία ψηφιακής πλατφόρμας καταγραφής και σύγκρισης των δημοτικών τελών, η αναλυτική ενημέρωση των επιχειρήσεων για τις χρεώσεις τους και η καθιέρωση ενιαίας ηλεκτρονικής διαδικασίας υποβολής ενστάσεων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη σύσταση μόνιμης επιτροπής συνεργασίας δήμων και επιμελητηρίων, υπό την ΚΕΔΕ και την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος, με αντικείμενο την παρακολούθηση των δημοτικών τελών και την αντιμετώπιση αδικαιολόγητων επιβαρύνσεων.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Y/KNOT: Νέα ναύλωση του δεξαμενόπλοιου AMETHYST με ημερήσια έσοδα 175.000 δολαρίων
- Φλωρίδης: Υπεκφυγές για τις καταγγελίες του αδελφού του περί διαφθοράς στη Δικαιοσύνη
- Deloitte: Επεκτείνει το πρόγραμμα στήριξης νεοφυών επιχειρήσεων σε Ιωάννινα και Ηράκλειο
- Marvell: Εξαγορά-μαμούθ της Lumentum με αποτίμηση 115 δισ. δολαρίων με φόντο την έκρηξη της AI
- Αναρτήθηκαν στο myCAR τα τέλη κυκλοφορίας για το 2027
- Ιστορική νίκη της Ιλιάνα Γιότοβα στις προεδρικές εκλογές της Βουλγαρίας
- Επιτροπή Ανταγωνισμού: «Πράσινο φως» στην εξαγορά της EL-PACK από την Dunapack Packaging
- Σταθερή η στερλίνα εν αναμονή της απόφασης για τα επιτόκια στη Βρετανία
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








