Επιχειρήσεις

ΓΣΕΒΕΕ: Ένταξη όλων των ληξιπρόθεσμων χρεών των μικρών επιχειρήσεων στις 120 δόσεις

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς

Διαγραφή προσαυξήσεων και προστίμων και μείωση του επιτοκίου ζητεί η Συνομοσπονδία, κρίνοντας ανεπαρκείς τις εξαγγελθείσες παρεμβάσεις.

Το αίτημά της για μια συνολική και βιώσιμη ρύθμιση των οφειλών των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων προς το Δημόσιο επαναλαμβάνει η ΓΣΕΒΕΕ. Η Συνομοσπονδία χαρακτηρίζει βελτιωμένη την εξαγγελθείσα ρύθμιση των 120 δόσεων σε σχέση με την αρχική κυβερνητική πρόθεση, επισημαίνει όμως ότι η διατήρηση των προσαυξήσεων και των προστίμων, μαζί με το επιτόκιο του 5,84%, δυσχεραίνει την αποπληρωμή των χρεών.

Παράλληλα, ζητεί παρεμβάσεις με διάρκεια στο ενεργειακό κόστος και ουσιαστική προστασία των επιχειρήσεων που τηρούν τις συμφωνίες τους με τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπιση του συσσωρευμένου χρέους πρέπει να συνδυαστεί με τη στήριξη της ρευστότητας και της ζήτησης.

Αναλυτικά, στην ανακοίνωσή της η ΓΣΕΒΕΕ αναφέρει:

«Η εξαγγελθείσα ρύθμιση των 120 δόσεων είναι βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική πρόθεση της κυβέρνησης, αλλά εξακολουθεί να απέχει από μια ουσιαστική και βιώσιμη λύση για τις οφειλές των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο. Η διατήρηση των υπέρογκων προσαυξήσεων και προστίμων, σε συνδυασμό με το υψηλό επιτόκιο του 5,84%, περιορίζει την αποτελεσματικότητά της και δυσχεραίνει την αποπληρωμή των χρεών.

Οι επιβαρύνσεις αυτές περιορίζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να εξυπηρετούν τη ρύθμιση, καλύπτοντας παράλληλα τις τρέχουσες υποχρεώσεις και τα λειτουργικά τους έξοδα. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλο μέρος των οφειλών συσσωρεύτηκε σε συνθήκες διαδοχικών κρίσεων, ιδιαίτερα κατά την πανδημία, και δεν μπορεί να αποδίδεται συλλήβδην σε στρατηγική επιλογή μη πληρωμής.

Η ΓΣΕΒΕΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της για μια συνολική ρύθμιση που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και να προβλέπει:

  • Ένταξη του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών στις 120 δόσεις, ώστε να αποφεύγεται η παράλληλη επιβάρυνση από διαφορετικές ρυθμίσεις, πέραν των τρεχουσών υποχρεώσεων.
  • Διαγραφή του συνόλου των προσαυξήσεων και προστίμων που έχουν διογκώσει τις αρχικές οφειλές.
  • Μείωση του επιτοκίου τουλάχιστον κατά 50%, με ευθυγράμμισή του με το επιτόκιο της ΕΚΤ, χωρίς πρόσθετες προσαυξήσεις.

Το ζητούμενο είναι μια ρύθμιση που οι επιχειρήσεις μπορούν να τηρήσουν στην πράξη. Η ουσιαστική αποπληρωμή των οφειλών και η διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους υπηρετούν τα δημόσια έσοδα, την απασχόληση και την οικονομική δραστηριότητα.

Όσον αφορά τους αυστηρότερους κανόνες για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Η αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο, θα κριθεί από την εφαρμογή τους, από τη διαφάνεια στην ενημέρωση των οφειλετών, τις ρεαλιστικές προτάσεις ρύθμισης και την έμπρακτη προστασία όσων τηρούν τις συμφωνίες τους. Για μια μικρή επιχείρηση, η προστασία της επαγγελματικής της στέγης και του παραγωγικού της εξοπλισμού αποτελεί προϋπόθεση συνέχισης της λειτουργίας της.

Η ενίσχυση της επιδότησης του πετρελαίου κίνησης προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στο κόστος μεταφοράς, αλλά η δεκαπενθήμερη διάρκειά της δεν επιτρέπει ασφαλή προγραμματισμό. Απαιτούνται παρεμβάσεις με διάρκεια στο κόστος των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και μέτρα που θα στηρίζουν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και τη ζήτηση στην αγορά.

Εν κατακλείδι, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται ένα συνεκτικό πλαίσιο στήριξης που να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το συσσωρευμένο χρέος, το υψηλό κόστος λειτουργίας και την έλλειψη ρευστότητας. Όσο τα κριτήρια αυτά δεν ικανοποιούνται, οι εξαγγελίες παραμένουν ανεπαρκείς και οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να συσσωρεύουν χρέη και να αντιμετωπίζουν δυσβάσταχτο κόστος λειτουργίας, με την επιβίωσή τους να βρίσκεται σε κίνδυνο.

Τέλος, η εξαγγελία για συγκράτηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο δεν αρκεί. Απαιτούνται παρεμβάσεις που θα διασφαλίζουν τη διάθεσή του στα επίπεδα τιμών του Οκτωβρίου 2025 καθ’ όλη τη χειμερινή περίοδο, ανεξάρτητα από τις επιδοτήσεις. Διαφορετικά, το κόστος θέρμανσης θα επιβαρύνει περαιτέρω τη λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη και τη ζήτηση στην αγορά».

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu