Οικονομία

Η αγορά εργασίας της ευρωζώνης αψηφά την ύφεση

Financialreport.gr

Οικονομολόγοι της ΕΚΤ δείχνουν ότι η πτώση των πραγματικών μισθών και η ασύμμετρη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής κράτησαν την απασχόληση όρθια μετά την πανδημία

Η αγορά εργασίας της ευρωζώνης συμπεριφέρθηκε «αντισυμβατικά» τα τελευταία χρόνια. Παρά την εκτίναξη του πληθωρισμού, την ενεργειακή κρίση και την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, η απασχόληση παρέμεινε ανθεκτική και η ανεργία κοντά σε ιστορικά χαμηλά. Σε αυτό το παράδοξο εστιάζει η νέα εργασία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζα, με τίτλο «The labour market in the euro area: and yet, it moves!», των οικονομολόγων Agostino Consolo, Claudia Foroni και Linnéa Hjelm. 

Η μελέτη συγκρίνει την τρέχουσα εμπειρία με προηγούμενες περιόδους υψηλού πληθωρισμού, κυρίως τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές του 1980 και καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα. Αυτή τη φορά, η προσαρμογή έγινε κυρίως μέσω των τιμών (πραγματικοί μισθοί) και όχι μέσω των ποσοτήτων (απασχόληση). Με άλλα λόγια, οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν, αλλά οι θέσεις εργασίας διατηρήθηκαν.

Στις δεκαετίες του ’70 και ’80, οι αυξήσεις τιμών συνοδεύονταν από αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή και ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων. Οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονταν ταχύτερα από τον πληθωρισμό, οι πραγματικοί μισθοί ενισχύονταν και η απασχόληση δεχόταν ισχυρό πλήγμα. Στην πρόσφατη κρίση, όμως, οι μηχανισμοί αυτόματης αναπροσαρμογής έχουν σχεδόν εκλείψει, οι συλλογικές συμβάσεις είναι πιο μακροχρόνιες και οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν πιο βαθιά «αγκυροβολημένες».

Το αποτέλεσμα; Οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν, αλλά όχι όσο οι τιμές. Η μείωση των πραγματικών μισθών έκανε την εργασία φθηνότερη σε σχέση με το κεφάλαιο, στηρίζοντας τη ζήτηση για εργατικό δυναμικό ακόμη και όταν η οικονομική δραστηριότητα επιβραδυνόταν.

Νομισματική πολιτική με άνισες επιπτώσεις

Η ανάλυση, βασισμένη σε μακροχρόνια δεδομένα (1970-2025) και σε ένα διαρθρωτικό VAR μοντέλο, δείχνει επίσης ότι τα σοκ της νομισματικής πολιτικής επηρέασαν πολύ περισσότερο την παραγωγή παρά την απασχόληση. Οι αυξήσεις επιτοκίων μετά το 2022 «φρέναραν» την οικονομική δραστηριότητα, αλλά οι επιχειρήσεις καθυστέρησαν τις περικοπές προσωπικού, επιλέγοντας σε πολλές περιπτώσεις τη λεγόμενη «διακράτηση εργασίας».

Αυτή η ασυμμετρία βοήθησε να εξηγηθεί και η υποτονική εξέλιξη της παραγωγικότητας. Η απασχόληση αυξήθηκε ταχύτερα από την παραγωγή, πιέζοντας τον λόγο παραγωγής ανά εργαζόμενο.

Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας είχε σαφή κοινωνικά οφέλη, περιορίζοντας το κόστος της επιβράδυνσης. Ωστόσο, η πτώση των πραγματικών μισθών επιβαρύνει τα νοικοκυριά και θέτει ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης και της παραγωγικότητας στο μεσοπρόθεσμο μέλλον.

googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Οικονομία

close menu