Ελλάδα

Μελέτη ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση στην Ελλάδα: Περιορισμένη η ενσωμάτωση των ψηφιακών εργαλείων

Financialreport.gr

Η έκθεση διαπιστώνει επίσης διακυμάνσεις στις μαθησιακές επιδόσεις ιδίως στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου

Διακυμάνσεις στις επιδόσεις των μαθητών, ιδίως στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου παρατηρούνται στην Ελλάδα, σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ με τίτλο: «Ανασκόπηση της Εκπαιδευτικής Πολιτικής: Βελτίωση των Μαθησιακών Αποτελεσμάτων στην Ελλάδα», ενώ οι κοινωνικοοικονομικές και γεωγραφικές ανισότητες εξακολουθούν να επηρεάζουν τα μαθησιακά αποτελέσματα.

Όπως σημειώνεται στη μελέτη, η συγκεντρωτική διακυβέρνηση σε κεντρικό επίπεδο πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή ώστε να μην περιορίζει την προσαρμοστικότητα των σχολικών μονάδων στις τοπικές ανάγκες και έτσι να παρατηρείται ανομοιογένεια στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων μεταξύ περιφερειών. Παράλληλα, η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων στην καθημερινή διδασκαλία χρήζει παραμένει περιορισμένη.

Ο ΟΟΣΑ συστήνει τη σταδιακή ενίσχυση της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, σε συνδυασμό με διασφάλιση εθνικής συνοχής και ισότητας, την ενδυνάμωση της ικανότητας εφαρμογής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο ώστε οι μεταρρυθμίσεις να αποτυπώνονται σε βελτιώσεις στην τάξη, καθώς και τη σαφή αποσαφήνιση ρόλων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των φορέων διακυβέρνησης.

Επισημαίνεται επίσης η ανάγκη ανάπτυξης συνεκτικών πλαισίων που συνδέουν την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών με την επαγγελματική μάθηση και σταδιοδρομία, τη βελτίωση της πρόσβασης και της ποιότητας της προσχολικής εκπαίδευσης, ιδίως για τα παιδιά κάτω των 4 ετών, και τη διασφάλιση ουσιαστικής ενσωμάτωσης, παρακολούθησης και αξιολόγησης των ψηφιακών πρωτοβουλιών

Αναλυτικά η έκθεση του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση στην Ελλάδα

Η Ελλάδα έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες τα τελευταία χρόνια για την ενίσχυση του εκπαιδευτικού της συστήματος, τη βελτίωση της ποιότητας της διδασκαλίας και της μάθησης και την υποστήριξη των σχολείων στην αντιμετώπιση των προκλήσεων της ισότητας. Αυτές οι προσπάθειες λαμβάνουν χώρα σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από μια ιστορικά συγκεντρωτική δομή διακυβέρνησης, επίμονους περιορισμούς πόρων και την ανάγκη ενίσχυσης της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων σε όλα τα επίπεδα του συστήματος. Βασιζόμενη σε στοιχεία από διεθνείς πηγές δεδομένων, εθνικά έγγραφα πολιτικής και συνεντεύξεις με ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών, η παρούσα Επισκόπηση Εκπαιδευτικής Πολιτικής παρέχει μια αξιολόγηση του ελληνικού σχολικού συστήματος και προσδιορίζει συγκεκριμένες προτεραιότητες πολιτικής για την υποστήριξη της βελτίωσης σε ολόκληρο το σύστημα.

Η έκθεση καλύπτει την προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα, την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με εστιασμένη ανάλυση σε πέντε βασικούς τομείς: την αυτονομία των σχολείων, το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, την προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα (ΠΕΦ) και την ψηφιακή εκπαίδευση. Την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα για την αποκέντρωση επιλεγμένων αρμοδιοτήτων στα σχολεία, την εισαγωγή νέων πλαισίων αξιολόγησης και επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών και την επέκταση της πρόσβασης στην ΠΕΦ. Μια εθνική ψηφιακή στρατηγική και οι σχετικές προσπάθειες έχουν επίσης επιτρέψει την ευρύτερη πρόσβαση σε ψηφιακά εργαλεία. Παρά τις προόδους αυτές, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις που σχετίζονται με την τοπική θεσμική ικανότητα, την κατακερματισμένη διακυβέρνηση, την περιορισμένη στοχευμένη ενσωμάτωση των ψηφιακών τεχνολογιών στις παιδαγωγικές πρακτικές και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην πράξη.

Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, η έκθεση προσδιορίζει τις ακόλουθες προτεραιότητες πολιτικής:

Ενίσχυση της σχολικής αυτονομίας, της ηγεσίας και της τοπικής ικανότητας

Την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα έχει εισαγάγει σημαντικά στοιχεία σχολικής αυτονομίας μέσω της εσωτερικής αξιολόγησης των σχολείων (επανεισαγωγή αυτού του μέτρου), του σχεδιασμού βελτίωσης των σχολείων και των νέων ρόλων ηγεσίας των σχολείων. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις σηματοδοτούν μια σταδιακή στροφή προς ένα πιο συμμετοχικό μοντέλο σχολικής διακυβέρνησης. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα παραμένει ένα από τα πιο συγκεντρωτικά συστήματα στον ΟΟΣΑ σε τομείς όπως η διαχείριση του προσωπικού, ο προϋπολογισμός και η εφαρμογή του προγράμματος σπουδών. Τα σχολεία έχουν περιορισμένη διακριτική ευχέρεια να προσαρμόζουν τους πόρους στις τοπικές ανάγκες και οι αρμοδιότητες διακυβέρνησης σε κεντρικούς φορείς, περιφερειακές δομές και υπηρεσίες υποστήριξης είναι συχνά κατακερματισμένες. Οι διευθυντές σχολείων διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην προώθηση της παιδαγωγικής βελτίωσης, ωστόσο πολλοί αντιμετωπίζουν μεγάλο διοικητικό φόρτο εργασίας, άνιση προετοιμασία για ηγετικές αρμοδιότητες και περιορισμένη πρόσβαση σε εξατομικευμένη επαγγελματική ανάπτυξη. Η ικανότητα των τοπικών δομών υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένων των Εκπαιδευτικών Συμβούλων, των συμβούλων και των περιφερειακών διευθύνσεων, παραμένει μεταβλητή σε ολόκληρη τη χώρα.

Προτεραιότητα πολιτικής: Ενίσχυση της ηγεσίας των σχολείων και ανάπτυξη τοπικών ικανοτήτων για βελτίωση. Αυτό απαιτεί την αποσαφήνιση των ρόλων και των ευθυνών μεταξύ των φορέων, την προοδευτική επέκταση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των σχολείων και την ενίσχυση της προετοιμασίας και της συνεχούς εκπαίδευσης της ηγεσίας. Ισχυρότερα επαγγελματικά πρότυπα για τους διευθυντές σχολείων, σαφέστερες προσδοκίες για την παιδαγωγική ηγεσία και πιο συνεκτικές δομές υποστήριξης θα είναι απαραίτητα για την υποστήριξη των σχολείων στην αποτελεσματική χρήση της αυτονομίας.

Οι εκπαιδευτικοί αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της μεταρρυθμιστικής ατζέντας της Ελλάδας. Η δημιουργία νέων ρόλων (όπως μέντορες και συντονιστές), ο αυξημένος αριθμός μόνιμων διορισμών και το πρόσφατα εισαχθέν σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών αντιπροσωπεύουν σημαντικά βήματα προς την αναβάθμιση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού. Ωστόσο, δεδομένων των δημογραφικών πιέσεων, το σύστημα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αναπληρωτές εκπαιδευτικούς και η συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε υψηλής ποιότητας επαγγελματική μάθηση παραμένει περιορισμένη. Το νέο σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών παρέχει μια πολλά υποσχόμενη βάση, αλλά απαιτεί πολλούς πόρους και δεν συνδέεται ακόμη συστηματικά με την επαγγελματική μάθηση των εκπαιδευτικών ή με τις διαδικασίες βελτίωσης του σχολείου. Η Ελλάδα δεν διαθέτει επί του παρόντος ένα ευρέως αναγνωρισμένο πλαίσιο που να ορίζει τη διδασκαλία υψηλής ποιότητας, γεγονός που περιορίζει τη συνοχή μεταξύ της εκπαίδευσης, της αξιολόγησης, της επαγγελματικής μάθησης και της επαγγελματικής εξέλιξης των εκπαιδευτικών.

Προτεραιότητα πολιτικής: Ευθυγράμμιση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών με την επαγγελματική μάθηση και την επαγγελματική εξέλιξη. Ένα εθνικό πλαίσιο ικανοτήτων για τους εκπαιδευτικούς και τους διευθυντές σχολείων θα διευκρίνιζε τις προσδοκίες σε διαφορετικά στάδια σταδιοδρομίας και θα καθοδηγούσε βελτιώσεις σε όλη την επαγγελματική ανάπτυξη, την αξιολόγηση και την σχολική ηγεσία. Η ενίσχυση της επαγγελματικής μάθησης στο σχολείο, η ενίσχυση του ρόλου των μεντόρων και των συντονιστών και η διασφάλιση ότι η αξιολόγηση υποστηρίζει τη συνεχή βελτίωση θα είναι κεντρικής σημασίας για την οικοδόμηση ενός πιο συνεκτικού, βιώσιμου και αποτελεσματικού επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.

Βελτίωση της πρόσβασης, της ποιότητας και της συνοχής στην Προσχολική Εκπαίδευση και Φροντίδα

Η επέκταση της υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης για παιδιά ηλικίας τεσσάρων ετών και άνω σηματοδοτεί ένα σημαντικό επίτευγμα για την Ελλάδα. Ένα νέο πρόγραμμα σπουδών προσφέρει σαφέστερη παιδαγωγική κατεύθυνση και ευκαιρίες για την ενίσχυση της πρώιμης μάθησης. Ωστόσο, ο τομέας της προσχολικής αγωγής και φροντίδας παραμένει κατακερματισμένος: οι υπηρεσίες για παιδιά κάτω των τεσσάρων ετών εμπίπτουν σε πολλαπλές δομές διακυβέρνησης, η πρόσβαση ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των δήμων και οι μηχανισμοί διασφάλισης της ποιότητας είναι άνισοι. Η ποιότητα των δομών, όπως το μέγεθος των ομάδων, η αναλογία προσωπικού-παιδιών και οι συνθήκες εργασίας του προσωπικού, ποικίλλουν επίσης σημαντικά.

Προτεραιότητα πολιτικής: Επέκταση της πρόσβασης και της ποιότητας στην προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα. Η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει την παιδαγωγική ποιότητα στα προσχολικά περιβάλλοντα, να βελτιώσει τις διαρθρωτικές συνθήκες για την υποστήριξη της υψηλής ποιότητας αλληλεπίδρασης και μάθησης και να αναπτύξει μια συνεκτική στρατηγική για την ενσωμάτωση υπηρεσιών για παιδιά κάτω των τεσσάρων ετών. Καλύτερα δεδομένα σε ολόκληρο το σύστημα σχετικά με τη συμμετοχή, το εργατικό δυναμικό και την ποιότητα θα είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση της προόδου και τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης για όλα τα παιδιά.

Προώθηση της ουσιαστικής χρήσης των ψηφιακών τεχνολογιών στην εκπαίδευση

Η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά σε ψηφιακές υποδομές, πλατφόρμες και εκπαιδευτικούς πόρους. Η εθνική ψηφιακή στρατηγική και το επικείμενο Στρατηγικό Σχέδιο δίνουν μεγάλη έμφαση στις ψηφιακές ικανότητες, την ετοιμότητα για τεχνητή νοημοσύνη και τον ρόλο των εξωτερικών συνεργατών στην υποστήριξη της καινοτομίας. Παρ’ όλα αυτά, η χρήση ψηφιακών εργαλείων στην καθημερινή πρακτική στην τάξη φαίνεται να παραμένει περιορισμένη και άνιση. Οι εκπαιδευτικοί αναφέρουν ποικίλα επίπεδα εμπιστοσύνης στην ψηφιακή παιδαγωγική και η αξιολόγηση των ψηφιακών πρωτοβουλιών δεν είναι ακόμη συστηματική.

Προτεραιότητα πολιτικής: Προώθηση της ουσιαστικής χρήσης των ψηφιακών εργαλείων στη διδασκαλία και τη μάθηση. Η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει τις ψηφιακές ικανότητες των εκπαιδευτικών, να βελτιώσει την ισότιμη πρόσβαση στις ψηφιακές υποδομές και να διασφαλίσει ότι τα ψηφιακά εργαλεία ευθυγραμμίζονται με τους στόχους του προγράμματος σπουδών. Η σαφέστερη διακυβέρνηση, οι ισχυρότεροι μηχανισμοί αξιολόγησης και η ενισχυμένη ηγετική ικανότητα σε επίπεδο σχολείου θα υποστηρίξουν την υπεύθυνη, στοχευμένη και δίκαιη χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών.

Τελική παρατήρηση: Δέσμευση για μια συνεκτική και τεκμηριωμένη μεταρρύθμιση

Η αξιολόγηση υπογραμμίζει την ισχυρή δέσμευση της Ελλάδας στη χάραξη πολιτικής που βασίζεται σε τεκμηριωμένα στοιχεία και τη δέσμευσή της για βελτίωση της ποιότητας και της ισότητας στην εκπαίδευση. Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις καταδεικνύουν την αποφασιστικότητα για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος και την υποστήριξη των σχολείων στην αντιμετώπιση των επίμονων προκλήσεων. Για να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους, οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να ιεραρχηθούν, να ιεραρχηθούν κατά προτεραιότητα και να υποστηριχθούν από ισχυρές στρατηγικές εφαρμογής.

Ένα συνεκτικό πλαίσιο που ευθυγραμμίζει την ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, την αξιολόγηση των σχολείων, την επέκταση της ΠΕΦ και τον ψηφιακό μετασχηματισμό θα είναι απαραίτητο (λαμβάνοντας επίσης υπόψη το πρόγραμμα σπουδών). Ισχυρότερα συστήματα δεδομένων, στοχευμένη υποστήριξη για τα μειονεκτούντα σχολεία και βιώσιμες επενδύσεις στην ηγεσία των σχολείων και τον επαγγελματισμό των εκπαιδευτικών θα βοηθήσουν να διασφαλιστεί ότι οι μεταρρυθμίσεις θα μεταφραστούν σε βελτιωμένα μαθησιακά αποτελέσματα και μεγαλύτερη ισότητα. Η πιο πρόσφατη στρατηγική για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση περιέχει πολλά υποσχόμενα στοιχεία προς αυτή την κατεύθυνση.

Δείτε εδώ τη μελέτη του ΟΟΣΑ

googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu