Διεθνή

Τζίνα Ραϊμόντο (πρώην υπ. Εμπορίου ΗΠΑ): Η ευρωπαϊκή βιομηχανία «συνθλίβεται» από ακριβή ενέργεια και δασμούς

Financialreport.gr

Η Γηραιά Ήπειρος δεν κινδυνεύει μόνο να χάσει μερίδια αγοράς. Κινδυνεύει να χάσει το ίδιο το βιομηχανικό της κέντρο βάρους, τονίζει

Από το Ρόουντ Άιλαντ στο υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ, η Τζίνα Ραϊμόντο έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της αμερικανικής βιομηχανικής πολιτικής. Την ώρα που, όπως μεταδίδει το Bloomberg, η ευρωπαϊκή βιομηχανία «συνθλίβεται» από ακριβή ενέργεια, δασμούς και γεωοικονομική πίεση, η ίδια περιγράφει ένα τοπίο όπου η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει έδαφος ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα.

Η Τζίνα Ραϊμόντο δεν είναι μια τυπική πολιτικός της Ουάσιγκτον. Γεννημένη το 1971 στο Σμίθφιλντ του Ρόουντ Άιλαντ, με σπουδές στα οικονομικά στο Harvard, διδακτορικό στην Οξφόρδη ως Rhodes Scholar και νομική κατάρτιση στο Yale, έχτισε την εικόνα μιας τεχνοκρατικής Δημοκρατικής με ισχυρό προσανατολισμό στην παραγωγή, στις επενδύσεις και στην ανταγωνιστικότητα. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα κυβερνήτης του Ρόουντ Άιλαντ και αργότερα η 40ή υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, θέση στην οποία υπηρέτησε από τις 3 Μαρτίου 2021 έως τις 20 Ιανουαρίου 2025. Σήμερα είναι distinguished fellow στο Council on Foreign Relations.

Κατά τη θητεία της στο αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου, η Ραϊμόντο ταυτίστηκε με τη νέα βιομηχανική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών: επαναπατρισμός κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού, επιδοτήσεις σε ημιαγωγούς και προηγμένη μεταποίηση, στενότερη σύνδεση οικονομικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας. Με άλλα λόγια, εκπροσώπησε το δόγμα ότι η βιομηχανική ισχύς δεν είναι απλώς οικονομικό μέγεθος, αλλά εργαλείο γεωπολιτικής επιβίωσης.

Επισημαίνει ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης επιδεινώνονται τόσο στο οικονομικό όσο και στο στρατηγικό επίπεδο, με την αμερικανική πλευρά να έχει επιβάλει δασμούς και να πιέζει τους Ευρωπαίους συμμάχους και στο πεδίο του ΝΑΤΟ.

Η λέξη «συνθλίβεται» δεν είναι απλώς δραματικός τίτλος. Αντανακλά μια πραγματική ευρωπαϊκή αδυναμία. Μεγάλες βιομηχανίες της ΕΕ προειδοποιούν εδώ και μήνες ότι το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη παραμένει πολλαπλάσιο εκείνου των ανταγωνιστών της, ιδιαίτερα μετά την απώλεια του φθηνού ρωσικού αερίου. Σύμφωνα με το Reuters, στελέχη εταιρειών όπως BASF, ArcelorMittal και Heidelberg Materials έχουν ζητήσει επείγουσα παρέμβαση, τονίζοντας ότι οι τιμές ενέργειας στην Ευρώπη είναι πάνω από διπλάσιες σε σχέση με ΗΠΑ και Κίνα, ενώ ήδη μεταφέρονται επενδύσεις εκτός ηπείρου.

Πέρα από την ενέργεια, η Ευρώπη δέχεται πίεση και από το εμπορικό μέτωπο. Το Reuters έχει καταγράψει ότι η ευρωπαϊκή χαλυβουργία βρέθηκε αντιμέτωπη με τον κίνδυνο νέων αμερικανικών δασμών, την ώρα που ήδη παλεύει με υψηλό κόστος, αποανθρακοποίηση και ασθενική ζήτηση. Στη χημική βιομηχανία, η εικόνα είναι ακόμη πιο σκοτεινή: η Ineos έχει προειδοποιήσει ότι οι φθηνές εισαγωγές, οι υψηλοί λογαριασμοί ενέργειας και οι ευρωπαϊκές επιβαρύνσεις απειλούν τη βιωσιμότητα ενός ολόκληρου παραγωγικού οικοσυστήματος.

Εδώ ακριβώς η Ραϊμόντο αποκτά ειδικό βάρος ως πρόσωπο. Δεν μιλά απλώς ως πρώην υπουργός, αλλά ως πολιτικός που ενσάρκωσε τη μετάβαση των ΗΠΑ από την παγκοσμιοποίηση χαμηλού κόστους σε μια στρατηγική προστασίας και ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής. Όταν εκείνη περιγράφει την ευρωπαϊκή βιομηχανία ως παγιδευμένη, η ανάγνωση είναι σαφής: η Αμερική θωρακίζει τη βιομηχανική της βάση, ενώ η Ευρώπη παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε ακριβή ενέργεια, αργές αποφάσεις, κανονιστικό βάρος και εξάρτηση από εξωτερικές αγορές.

Η βιογραφία της βοηθά να κατανοήσει κανείς γιατί επιμένει τόσο στην ανταγωνιστικότητα. Η Ραϊμόντο έχει συχνά συνδέσει την προσωπική της διαδρομή με την αποβιομηχάνιση της αμερικανικής μεσαίας τάξης και με την ανάγκη οι κυβερνήσεις να ξαναχτίσουν ευκαιρίες μέσα από παραγωγικές επενδύσεις. Δεν προσεγγίζει τη βιομηχανία ως νοσταλγία του παρελθόντος, αλλά ως μηχανισμό γεωπολιτικής αυτονομίας και κοινωνικής σταθερότητας.

Το μήνυμα για την Ευρώπη είναι δυσάρεστο αλλά καθαρό. Η ήπειρος δεν κινδυνεύει μόνο να χάσει μερίδια αγοράς. Κινδυνεύει να χάσει το ίδιο το βιομηχανικό της κέντρο βάρους. Όταν εργοστάσια κλείνουν, όταν οι επενδύσεις κατευθύνονται σε περιοχές με φθηνότερη ενέργεια και ισχυρότερα κρατικά κίνητρα, και όταν οι βασικοί εταίροι λειτουργούν όλο και περισσότερο με όρους οικονομικού εθνικισμού, τότε η ευρωπαϊκή «πράσινη μετάβαση» και η στρατηγική αυτονομία κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς παραγωγικό υπόστρωμα.

Η Τζίνα Ραϊμόντο, λοιπόν, δεν είναι απλώς το πρόσωπο μιας αμερικανικής κυβερνητικής περιόδου. Είναι σύμβολο της νέας εποχής, όπου η βιομηχανική πολιτική επιστρέφει στο κέντρο της παγκόσμιας σύγκρουσης. Και η Ευρώπη, όπως υπονοεί και το Bloomberg, βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια σκληρή πραγματικότητα: είτε θα ξαναχτίσει επειγόντως τους όρους της βιομηχανικής της αντοχής είτε θα συνεχίσει να παρακολουθεί τη σταδιακή της συρρίκνωση.

googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu