Οικονομία

Ανισότητες στην Ελλάδα βλέπει και ο ΙΟΒΕ: Βελτίωση δεικτών, χωρίς μηχανισμούς ίσων ευκαιριών

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν εξισώνει επαρκώς τις αφετηρίες και αντί να διορθώνει τις κοινωνικές ανισότητες, συχνά τις αναπαράγει

Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ, που παρουσιάστηκε τη Δευτέρα 8 Ιουνίου για τις «πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα» ξεκινά από μια φαινομενική αντίφαση οι βασικοί δείκτες δείχνουν βελτίωση, αλλά η κοινωνική εμπειρία λέει κάτι πολύ πιο σύνθετο. Ο δείκτης Gini, ο πιο καθιερωμένος δείκτης εισοδηματικής ανισότητας, μειώθηκε από 34,2% το 2015 μεσούσης βέβαια της κρίσης, σε 31,6% το 2025. Η βελτίωση δεν είναι μεγάλη. Την ίδια στιγμή, περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη στατιστική βελτίωση και στην καθημερινή αίσθηση πίεσης είναι το κεντρικό πολιτικό και κοινωνικό εύρημα της έρευνας.

Το ΙΟΒΕ, ορθά, δεν περιορίζει την ανάλυση στο εισόδημα. Εξετάζει έξι πεδία: εισόδημα, εργασία, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση. Η ανισότητα δεν είναι μόνο το πόσα χρήματα δηλώνει κάποιος στην εφορία ή πόσο απέχει το ανώτερο από το κατώτερο εισοδηματικό κλιμάκιο. Είναι και το αν μπορεί να πληρώσει ενοίκιο, να πάει στον γιατρό χωρίς να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, να σπουδάσει χωρίς παραπαιδεία, να βρει σταθερή εργασία ή να φροντίσει έναν ηλικιωμένο συγγενή χωρίς να καταρρεύσει οικονομικά και ψυχικά η οικογένεια.

Η εισοδηματική εικόνα δείχνει πραγματική αλλά άνιση πρόοδο. Η οικονομία ανέκαμψε, η απασχόληση αυξήθηκε και η ανεργία υποχώρησε. Ωστόσο, η ανάκαμψη δεν διαχύθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Η παρουσίαση του ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι μετά το 2017 τα εργαζόμενα νοικοκυριά είδαν αύξηση εισοδήματος, ενώ τα νοικοκυριά που εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις έμειναν ουσιαστικά στάσιμα. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά εργασίας βοήθησε όσους μπόρεσαν να μπουν ή να παραμείνουν σε αυτήν, αλλά δεν λειτούργησε ως απάντηση για όσους βρίσκονται στα όρια της φτώχειας, της ανεργίας ή της οικογενειακής ευαλωτότητας.

Η Ελλάδα της κρίσης έγινε φτωχότερη συνολικά, ενώ η Ελλάδα της ανάκαμψης δεν έγινε αυτομάτως δικαιότερη. Αν τα χαμηλότερα στρώματα παραμένουν εξαρτημένα από αδύναμες παροχές, αν οι νέοι εξακολουθούν να έχουν υψηλό κίνδυνο φτώχειας και αν τα μονογονεϊκά νοικοκυριά παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτα, τότε η βελτίωση των μέσων δεικτών κρύβει μεγάλες εσωτερικές αποκλίσεις.

Η αγορά εργασίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ανεργία μειώθηκε από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025, όμως η έρευνα δεν αφήνει περιθώριο για εφησυχασμό. Οι αυτοαπασχολούμενοι παραμένουν στο 24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, ενώ πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε μακροχρόνια ανεργία. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσοι εργάζονται, αλλά ποιοι μένουν εκτός, με ποιους όρους εργάζονται όσοι μπαίνουν στην αγορά και πόσο προστατευμένη είναι η εργασία τους.

Η υψηλή αυτοαπασχόληση και η παραοικονομία λειτουργούν ως διπλός μηχανισμός ανισότητας. Από τη μία, δημιουργούν μεγάλες αποκλίσεις στα πραγματικά εισοδήματα. Από την άλλη, δυσκολεύουν τη στόχευση κοινωνικών πολιτικών, αφού το δηλωμένο εισόδημα δεν αποτυπώνει πάντα την πραγματική οικονομική δυνατότητα. Το γεγονός ότι το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11% το 2023 είναι θετικό, αλλά το ίδιο το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι η παραοικονομία παραμένει υψηλή. Άρα, η φορολογική συμμόρφωση δεν είναι μόνο δημοσιονομικό ζήτημα· είναι και ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης.

Στην εκπαίδευση, η εικόνα είναι εξίσου διττή. Η αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από 26,5% σε 32,6% δείχνει πρόοδο. Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει χώρα χαμηλής διαγενεακής εκπαιδευτικής κινητικότητας. Μόλις περίπου 12% των παιδιών από χαμηλότερα εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης. Η παραπαιδεία συνεχίζει να λειτουργεί ως ιδιωτικός μηχανισμός πρόσβασης στο δημόσιο πανεπιστήμιο, ενώ περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών.

Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν εξισώνει επαρκώς τις αφετηρίες. Αντί να διορθώνει τις κοινωνικές ανισότητες, συχνά τις αναπαράγει. Όποιος έχει οικογενειακούς πόρους αγοράζει καλύτερη προετοιμασία, καλύτερη πληροφόρηση και περισσότερο χρόνο. Όποιος δεν έχει, ξεκινά από χαμηλότερη αφετηρία και καλείται να ανταγωνιστεί σε ένα σύστημα που τυπικά είναι ενιαίο, αλλά ουσιαστικά λειτουργεί με πολύ διαφορετικές ιδιωτικές ενισχύσεις.

Στην υγεία, οι ανισότητες γίνονται ακόμη πιο σκληρές, επειδή αγγίζουν απευθείας την ποιότητα και τη διάρκεια ζωής. Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ. Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο. Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο. Εδώ η ανισότητα δεν είναι αφηρημένη έννοια· σημαίνει καθυστερημένη διάγνωση, χειρότερη πρόληψη, μικρότερη πρόσβαση σε θεραπεία.

Η μακροχρόνια φροντίδα είναι ίσως η πιο υποτιμημένη πτυχή της μελέτης. Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ. Η Ελλάδα βασίζεται κυρίως στην οικογένεια και ιδίως στις γυναίκες για τη φροντίδα ηλικιωμένων και ατόμων με ανάγκες υποστήριξης. Αυτό δεν είναι απλώς «οικογενειακή αλληλεγγύη». Είναι μια αόρατη μεταφορά κόστους από το κράτος στα νοικοκυριά και από τα νοικοκυριά στις γυναίκες, με συνέπειες στην απασχόληση, στο εισόδημα και στην ψυχική υγεία.

Η στέγαση, τέλος, αναδεικνύεται σε νέο μεγάλο πεδίο ανισότητας. Η αύξηση των ενοικίων μετά το 2018, η υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης στους νέους και στα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά, καθώς και η επιδείνωση της αδυναμίας κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων μετά το 2021 δημιουργούν μια γενιά για την οποία η κατοικία παύει να είναι βάση ασφάλειας και γίνεται πηγή διαρκούς πίεσης. Η αύξηση των αξιών ακινήτων ωφελεί τους ιδιοκτήτες, αλλά διευρύνει το χάσμα με τους ενοικιαστές και όσους δεν έχουν οικογενειακή περιουσία.

Εδώ η μελέτη

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu