Η εξάμηνη ανασκόπηση του ΕΒΕΠ αποτυπώνει το βαρύ αποτύπωμα της γεωπολιτικής κρίσης σε ενέργεια, πληθωρισμό, μεταφορές και ανάπτυξη
Εξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, το οικονομικό του αποτύπωμα έχει πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της εμπόλεμης ζώνης. Ενέργεια, θαλάσσιες μεταφορές, εφοδιαστικές αλυσίδες, πληθωρισμός, κατανάλωση και ανάπτυξη έχουν δεχθεί ισχυρές πιέσεις, με το συνολικό κόστος για την Ευρωπαϊκή Ένωση να εκτιμάται στα 145 δισ. ευρώ και για την Ελλάδα περίπου στα 3 δισ. ευρώ.
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, με αφορμή τη συμπλήρωση έξι μηνών από την έναρξη της σύγκρουσης, συγκέντρωσε διαθέσιμα στοιχεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, διεθνείς οργανισμούς, τη Eurostat και την ΕΛΣΤΑΤ, επιχειρώντας μια συνολική οικονομική αποτίμηση των επιπτώσεων σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο.
Η εικόνα που προκύπτει επιβεβαιώνει ότι μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση μεταδίδεται ταχύτατα στην πραγματική οικονομία. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το τελευταίο εξάμηνο εξελίχθηκε σε μια νέα ενεργειακή και εμπορική διαταραχή, μικρότερης μεν έντασης από την ενεργειακή κρίση του 2022, αλλά αρκετά ισχυρής ώστε να ανατρέψει τις αρχικές οικονομικές προβλέψεις για το 2026.
Ενέργεια: Ο μεγαλύτερος λογαριασμός
Η πρώτη και αμεσότερη συνέπεια ήταν η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους. Ο δραστικός περιορισμός των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ οδήγησε σε σημαντική άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου, των καυσίμων και του φυσικού αερίου.
Τον Ιούλιο, σύμφωνα με την αποτίμηση του ΕΒΕΠ, οι διεθνείς τιμές εξακολουθούσαν να κινούνται περίπου 30% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, παρά την αποκλιμάκωση από τα ακραία επίπεδα των πρώτων εβδομάδων.
Για την ΕΕ, ο πρόσθετος ενεργειακός λογαριασμός του εξαμήνου εκτιμάται σε περίπου 85 δισ. ευρώ. Πρόκειται ουσιαστικά για κεφάλαια που διοχετεύονται εκτός της ευρωπαϊκής οικονομίας προκειμένου να αγοραστούν ίδιες ή ακόμη και μικρότερες ποσότητες ενέργειας σε υψηλότερες τιμές.
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης μπορεί να άλλαξε μορφή μετά το 2022, δεν εξαφανίστηκε όμως. Η αυξημένη χρήση LNG περιόρισε την εξάρτηση από τους ρωσικούς αγωγούς, ενίσχυσε ωστόσο την έκθεση της Ευρώπης στις διεθνείς ναυτιλιακές διαδρομές και στις έντονες διακυμάνσεις των παγκόσμιων τιμών.
Χαμηλότερη ανάπτυξη και απώλεια τζίρου
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά την ανάπτυξη. Η πρόβλεψη για την οικονομική μεγέθυνση της ΕΕ το 2026 έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, στο 1,1%, με τη νέα ενεργειακή διαταραχή να συγκαταλέγεται στους βασικούς παράγοντες επιβράδυνσης.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι η παρατεταμένη κρίση μπορεί να αφαιρέσει περίπου 0,5% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης σε ορίζοντα διετίας.
Με βάση τις αναθεωρήσεις αυτές, το ΕΒΕΠ υπολογίζει ότι η απώλεια κύκλου εργασιών στην πραγματική οικονομία της ΕΕ κατά το εξάμηνο προσεγγίζει τα 30 δισ. ευρώ. Η επιβάρυνση συνδέεται με τη συγκράτηση της κατανάλωσης, την αναβολή επενδύσεων, το υψηλότερο κόστος παραγωγής και την υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Πληθωρισμός, ναύλα και δημοσιονομικές πιέσεις
Ο πληθωρισμός παραμένει ένας ακόμη κρίσιμος κίνδυνος. Η εκτίμηση που παραθέτει το ΕΒΕΠ τοποθετεί την κορύφωσή του κοντά στο 3% κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, καθώς οι αυξημένες τιμές του πετρελαίου μετακυλίονται στα καύσιμα, στα τρόφιμα και στα γεωργικά προϊόντα.
Η συνολική πληθωριστική επιβάρυνση για την ευρωπαϊκή οικονομία αποτιμάται περίπου στα 25 δισ. ευρώ, μέσω της απώλειας αγοραστικής δύναμης και της αύξησης του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων.
Ταυτόχρονα, ακριβότερα ναύλα, υψηλότερα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, καθυστερήσεις στις μεταφορές και ανάγκη διατήρησης μεγαλύτερων αποθεμάτων εκτιμάται ότι προσθέτουν περίπου 15 δισ. ευρώ στο κόστος των μεταφορών και των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Επιπλέον 15 δισ. ευρώ αποδίδονται κατά προσέγγιση στη δημοσιονομική επιβάρυνση, καθώς μόνο τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που είχαν ανακοινώσει τα κράτη-μέλη έως τον Μάιο προσέγγιζαν τα 14,5 δισ. ευρώ.
Έτσι, η συνολική ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση για την ΕΕ από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τα τέλη Αυγούστου εκτιμάται στα 145 δισ. ευρώ. Το ποσό δεν ισοδυναμεί με άμεση απώλεια ΑΕΠ, καθώς περιλαμβάνει πρόσθετες δαπάνες, απώλειες εισοδήματος και ευρύτερες μακροοικονομικές επιπτώσεις. Αποτυπώνει, ωστόσο, την τάξη μεγέθους του οικονομικού κόστους της κρίσης.
Στα 3 δισ. ευρώ ο λογαριασμός για την Ελλάδα
Για την ελληνική οικονομία, το κόστος του εξαμήνου εκτιμάται περίπου στα 3 δισ. ευρώ.
Από αυτά, περίπου 1,5 δισ. ευρώ αποδίδονται στον πρόσθετο ενεργειακό λογαριασμό, 600 εκατ. ευρώ στην απώλεια κύκλου εργασιών, 500 εκατ. ευρώ στο αυξημένο κόστος μεταφορών και εφοδιασμού και 400 εκατ. ευρώ στη δημοσιονομική επιβάρυνση.
Η πληθωριστική πίεση υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, χωρίς όμως να προστίθεται αυτοτελώς στο συνολικό ποσό, καθώς μέρος της έχει ήδη ενσωματωθεί στις ενεργειακές και επιχειρηματικές επιβαρύνσεις.
Παρά την κρίση, η ελληνική οικονομία συνέχισε να κινείται σε αναπτυξιακή τροχιά, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2% το πρώτο εξάμηνο του 2026. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός αποκλιμακώθηκε από το 3,9% τον Ιούνιο στο 2,7% τον Ιούλιο.
Η αποκλιμάκωση, ωστόσο, δεν αναιρεί τις συσσωρευμένες πιέσεις. Η ακρίβεια συνεχίζει να περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, ενώ αυξάνει τις ανάγκες ρευστότητας και το λειτουργικό κόστος κυρίως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η διπλή όψη για την ελληνική ναυτιλία
Ιδιαίτερη είναι η εικόνα στη ναυτιλία. Η ελληνική ακτοπλοΐα επιβαρύνεται άμεσα από την αύξηση των τιμών των ναυτιλιακών καυσίμων, με το κόστος να μεταφέρεται στην επιχειρηματική λειτουργία και στις μεταφορές.
Στον αντίποδα, η ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία μπορεί να επωφελείται από τα υψηλότερα επίπεδα ναύλων, τα οποία όμως συνοδεύονται από σημαντικά αυξημένο ρίσκο, ακριβότερα ασφάλιστρα, υψηλότερο κόστος καυσίμων και μεγαλύτερη διάρκεια ταξιδιών.
Τα αυξημένα ναυτιλιακά έσοδα, πάντως, δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τις ευρύτερες επιπτώσεις που καταγράφονται στη βιομηχανία, στο εμπόριο, στις μεταφορές, στον τουρισμό, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά.
Οι έξι φάσεις του πολέμου
Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έχει καταρτίσει το ΕΒΕΠ, η εξάμηνη διάρκεια της κρίσης μπορεί να διακριθεί σε έξι διαφορετικές φάσεις κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης.
Η πρώτη, από τις 28 Φεβρουαρίου έως τις 16 Μαρτίου, χαρακτηρίστηκε από στρατιωτική κλιμάκωση, απότομη αύξηση του γεωπολιτικού κινδύνου και άνοδο των ενεργειακών τιμών.
Η δεύτερη φάση, από τα μέσα Μαρτίου έως τα μέσα Απριλίου, σημαδεύτηκε από σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, άνοδο των ασφαλίστρων κινδύνου και των ναύλων, εκτροπές δρομολογίων και περιορισμό των ενεργειακών ροών.
Κατά την τρίτη φάση, τον Μάιο, οι προσδοκίες προσωρινής αποκλιμάκωσης και κατάπαυσης του πυρός επέτρεψαν στις αγορές να προσαρμοστούν και να ανακτήσουν μέρος των απωλειών τους.
Η τέταρτη φάση, από τον Ιούνιο έως τα μέσα Ιουλίου, κατέδειξε ότι η αβεβαιότητα θα είχε μεγαλύτερη διάρκεια, παρά την έντονη διπλωματική κινητικότητα.
Από τα μέσα Ιουλίου, η πέμπτη φάση επανέφερε τη στρατιωτική κλιμάκωση, με νέες επιθέσεις και εκ νέου αύξηση του γεωπολιτικού κινδύνου.
Η έκτη φάση, τον Αύγουστο, βρίσκει την παγκόσμια οικονομία αντιμέτωπη με μια νέα περίοδο έντονης αβεβαιότητας μετά τη διακοπή του διπλωματικού διαλόγου. Κατά το ΕΒΕΠ, η επιστροφή της κρίσης, έξι μήνες μετά, σε ένα ιδιότυπο «σημείο μηδέν» ενισχύει τον κίνδυνο το οικονομικό κόστος για την Ευρώπη να αποκτήσει περισσότερο μόνιμα χαρακτηριστικά.
Κορκίδης: «Η αβεβαιότητα απέκτησε τιμή»
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ και αντιπρόεδρος της ASCAME, Βασίλης Κορκίδης, επισημαίνει ότι η εξάμηνη ανασκόπηση δείχνει πως η σύγκρουση έχει πλέον εξελιχθεί σε παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την οικονομική δραστηριότητα.
«Η ανασκόπηση του εξαμήνου επιβεβαιώνει ότι ο πόλεμος εξαρχής έχει μετατραπεί από στρατιωτική σύγκρουση σε οικονομικό παράγοντα», σημειώνει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ταχύτερη ενεργειακή διαφοροποίηση, επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα και στα logistics hubs, αλλά και μετάβαση σε ένα λιγότερο εισαγωγικό και περισσότερο παραγωγικό οικονομικό μοντέλο.
Όπως τονίζει, το βασικό συμπέρασμα για την Ευρώπη είναι ότι «η αβεβαιότητα απέκτησε τιμή», καθιστώντας αναγκαία την ενίσχυση της εγχώριας και ευρωπαϊκής παραγωγής, με έμφαση στην ενέργεια και την αγροδιατροφή.
«Η επόμενη ημέρα της ΕΕ απαιτεί ένα περισσότερο ανθεκτικό, παραγωγικό και ανταγωνιστικό οικονομικό μοντέλο. Η αβεβαιότητα έχει πλέον συγκεκριμένο οικονομικό κόστος και η ανθεκτικότητα μετατρέπεται σε βασικό ζητούμενο. Γιατί σε έναν κόσμο συνεχών γεωπολιτικών ανατροπών, η οικονομική ανθεκτικότητα δεν αποτελεί πλέον απλώς επιλογή πολιτικής. Αποτελεί προϋπόθεση ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας», καταλήγει ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Έξι μήνες πολέμου με το Ιράν: Οι στόχοι αλλάζουν, ο λογαριασμός μεγαλώνει
- Allwyn: Αλμα 27% στα καθαρά έσοδα και 29% στο EBITDA το β’ τρίμηνο
- Χρυσό deal 12,9 δισ. δολαρίων για την εξαγορά της Hugging Face από την Nvidia
- Αποχώρισε ο Αλέξανδρος Βαμβακάς από την Dardanel Καλλιμάνης
- Burberry: Μετέτρεψε πλατεία της Σαγκάης σε εγγλέζικο κήπο (φωτό)
- Iliad: Άνοδος κερδών 2,2% στο εξάμηνο με «μοχλό» την Ιταλία
- Πληρωμές ΟΣΔΕ με “πριμ” ταχύτητας και αυστηρότερες διασταυρώσεις από τη νέα πλατφόρμα myAGRO
- Ξανά σε πρωτοσέλιδο της «Espresso» ο Λαυρεντιάδης με τους ιεράρχες, προβάλει και το εργοστάσιο στην Αταλάντη
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








