Από το πυρηνικό πρόγραμμα και τα Στενά του Ορμούζ έως την ενεργειακή ακρίβεια και τη νέα κούρσα εξοπλισμών: έξι μήνες μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων, η σύγκρουση δεν έχει σαφή έξοδο, κόσμος συνεχίζει να χάνει τη ζωή του ενώ το οικονομικό κόστος περνά στις κοινωνίες και ταυτόχρονα δημιουργεί μεγάλους κερδισμένους στην ενέργεια και στην αμυντική βιομηχανία
Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, η πραγματικότητα απέχει αισθητά από τις αρχικές εκτιμήσεις της Ουάσιγκτον για μια σύντομη στρατιωτική επιχείρηση. Όταν ξεκινούσε η σύγκρουση στα τέλη Φεβρουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ προέβλεπε ότι θα διαρκούσε τέσσερις έως πέντε εβδομάδες (σαν τον Πούτιν και αυτός). Έξι μήνες αργότερα, δεν υπάρχει ακόμη σαφής δρόμος εξόδου, ενώ οι στόχοι που προβάλλει η αμερικανική κυβέρνηση έχουν μεταβληθεί σημαντικά.
Στην αρχή, η Ουάσιγκτον παρουσίαζε ως βασικές επιδιώξεις την αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν, την καταστροφή της πυραυλικής του δυνατότητας και τον περιορισμό της υποστήριξης της Τεχεράνης προς ένοπλες οργανώσεις της περιοχής. Σήμερα, όμως, ένα ζήτημα που δεν περιλαμβανόταν στους αρχικούς πρωτεύοντες στόχους έχει μετατραπεί σε κεντρικό πρόβλημα και είναι η επαναφορά της ομαλής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Από τις «τέσσερις εβδομάδες» σε έναν πόλεμο χωρίς σαφή έξοδο
Η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε ένα δαπανηρό αδιέξοδο. Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρά στρατιωτικά και οικονομικά πλήγματα, αλλά δεν έχει συνθηκολογήσει. Εξακολουθεί να διαθέτει πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη και διατηρεί τη δυνατότητα να πλήττει πλοία και στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή. Ταυτόχρονα, η ναυσιπλοΐα μέσω του Ορμούζ παραμένει σοβαρά διαταραγμένη.
Σύμφωνα με το Reuters, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν εξαντλήσει ή μειώσει σημαντικά αποθέματα κρίσιμων πυρομαχικών. Εκτίμηση του Center for Strategic and International Studies ανέφερε ότι έως τον Ιούλιο οι ΗΠΑ είχαν χρησιμοποιήσει περίπου το 65% των αναχαιτιστικών Patriot που διέθεταν και είχαν μειώσει το απόθεμα των THAAD κατά τουλάχιστον 38%. Παράλληλα, πολεμικά πλοία, μαχητικά και άλλα μέσα έχουν μεταφερθεί στη Μέση Ανατολή από την Ευρώπη και τον Ειρηνικό.
Η ίδια η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται πλέον να μετακινείται από τη λογική των συνεχών στρατιωτικών πληγμάτων προς μεγαλύτερη οικονομική πίεση στην Τεχεράνη. Πρόκειται ουσιαστικά για αναγνώριση ότι η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν έχει οδηγήσει μέχρι σήμερα στην πολιτική υποχώρηση του Ιράν.
Τα Στενά του Ορμούζ είναι ένας από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη. Πριν από τον πόλεμο, πετρέλαιο και υγροποιημένο φυσικό αέριο που αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης των συγκεκριμένων καυσίμων περνούσαν από το στενό πέρασμα. Η διατάραξή του είχε άμεση επίπτωση στις τιμές. Το Brent ξεπέρασε προσωρινά τα 120 δολάρια το βαρέλι τον Απρίλιο και ο μέσος όρος του για το 2026 βρίσκεται κοντά στα 90 δολάρια, έναντι περίπου 70 δολαρίων το προηγούμενο έτος. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πίεση στα διυλισμένα καύσιμα.
Στην Ευρώπη, η τιμή του ντίζελ έχει αυξηθεί περισσότερο από 70% από την έναρξη του πολέμου, ενώ στις ΗΠΑ η βενζίνη περίπου 60%. Περισσότερο από το 20% της δυναμικότητας διύλισης της Μέσης Ανατολής τέθηκε εκτός λειτουργίας, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας που επικαλείται το Reuters.
Αυτό είναι ίσως το πιο απτό αποτέλεσμα της σύγκρουσης για έναν πολίτη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το πολεμικό μέτωπο.
Η άνοδος της ενέργειας περνά στο κόστος μεταφοράς, στη βιομηχανική παραγωγή, στα λιπάσματα και στα αγροτικά προϊόντα, στις αερομεταφορές και τελικά σε ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα του καλαθιού του καταναλωτή.
Ο πληθωρισμός δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική πλευρά της συζήτησης που συχνά χάνεται πίσω από τις στρατιωτικές ανακοινώσεις, ότι ο οικονομικός λογαριασμός του πολέμου δεν κατανέμεται ισότιμα. Οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερη ενέργεια και προϊόντα. Επιχειρήσεις με μικρά περιθώρια και περιορισμένη δυνατότητα αύξησης των τιμών τους συμπιέζονται. Οι εργαζόμενοι επίσης χάνουν πραγματικό εισόδημα όταν οι μισθοί τους δεν ακολουθούν την άνοδο των τιμών. Υπάρχουν όμως κλάδοι που βρίσκονται στην ακριβώς αντίθετη πλευρά αυτής της εξίσωσης.
Οι εταιρείες διύλισης συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους ωφελημένους της ενεργειακής αναστάτωσης. Η Phillips 66 ανακοίνωσε σχεδόν τετραπλασιασμό των καθαρών κερδών της στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, στα 3,85 δισ. δολάρια, ενώ τα προσαρμοσμένα κέρδη του τομέα διύλισης εκτινάχθηκαν στα 3,09 δισ. δολάρια από 392 εκατ. έναν χρόνο νωρίτερα. Το περιθώριο διύλισης της εταιρείας υπερδιπλασιάστηκε.
Στην Κίνα, η CNOOC ανακοίνωσε κέρδη-ρεκόρ 85,8 δισ. γουάν, περίπου 12,9 δισ. δολάρια, για το πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένα κατά 23,4%. Το Reuters απέδωσε την επίδοση τόσο στην αυξημένη παραγωγή όσο και στις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν.
Η Shell επίσης είδε τα καθαρά κέρδη της να υπερδιπλασιάζονται στο δεύτερο τρίμηνο, με τα αυξημένα έσοδα από εμπορία και διύλιση να υπερκαλύπτουν τις επιπτώσεις που υπέστησαν άλλες δραστηριότητές της από τη σύγκρουση.
Η Motoroil στην Ελλάδα ανακοίνωσε άλλο ένα ρεκόρ κερδοφορίας, στηριγμένο στις «τιμές του πολέμου».
Για τον καταναλωτή αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει. Ο λογαριασμός του ηλεκτρικού, το καύσιμο και το ακριβότερο προϊόν στο ράφι δεν μπορούν να «μετακυλιστούν» κάπου αλλού.
Από την ενεργειακή κρίση στην κούρσα εξοπλισμών
Υπάρχει και ένας δεύτερος μηχανισμός μέσω του οποίου οι πολεμικές συγκρούσεις μετατρέπονται σε οικονομικό κόστος για τις κοινωνίες: η εκρηκτική αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών. Η σύγκρουση με το Ιράν εντάσσεται πλέον σε ένα πολύ ευρύτερο διεθνές περιβάλλον στρατιωτικοποίησης, το οποίο έχει ήδη ενισχυθεί δραματικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.
Οι δύο πόλεμοι δεν έχουν την ίδια ιστορία ούτε τις ίδιες αιτίες. Το οικονομικό αποτέλεσμα όμως παρουσιάζει μία σημαντική ομοιότητα. Η συνεχιζόμενη γεωπολιτική ανασφάλεια χρησιμοποιείται από κυβερνήσεις ως αιτιολογία για όλο και μεγαλύτερους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς.
Σύμφωνα με το Stockholm International Peace Research Institute, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφθασαν το 2025 στο ιστορικό ρεκόρ των 2,887 τρισ. δολαρίων, καταγράφοντας την ενδέκατη διαδοχική χρονιά αύξησης. Μέσα σε μία δεκαετία έχουν αυξηθεί κατά 41% σε πραγματικούς όρους.
Η Ευρώπη ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας της αύξησης το 2025. Οι στρατιωτικές δαπάνες της ενισχύθηκαν κατά 14%, στα 864 δισ. δολάρια, με το SIPRI να συνδέει άμεσα την εξέλιξη με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τα μεγάλης κλίμακας προγράμματα επανεξοπλισμού των ευρωπαϊκών χωρών.
Από το 2% στο 5% του ΑΕΠ
Το 2025, οι χώρες του ΝΑΤΟ συμφώνησαν σε έναν νέο στόχο: έως το 2035 να κατευθύνουν συνολικά το 5% του ΑΕΠ τους σε βασικές αμυντικές και συναφείς δαπάνες ασφαλείας. Το 3,5% προβλέπεται να αφορά τις βασικές στρατιωτικές απαιτήσεις και έως 1,5% επιπλέον υποδομές, πολιτική προστασία, δίκτυα, ανθεκτικότητα και ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης.
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος των ποσών, το SIPRI έχει υπολογίσει ότι εάν όλοι οι σύμμαχοι έφθαναν το 5% το 2035, οι συνολικές σχετικές δαπάνες του ΝΑΤΟ θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα 4,2 τρισ. δολάρια ετησίως, με βάση τις προβολές ΑΕΠ που χρησιμοποίησε στην ανάλυσή του.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δημιουργήσει παράλληλα το χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE, μέσω του οποίου διατίθενται έως 150 δισ. ευρώ σε μακροπρόθεσμα δάνεια για μεγάλες επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία και κοινές αγορές όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού. Στις επιλέξιμες κατηγορίες περιλαμβάνονται πυρομαχικά, πύραυλοι, πυραυλική άμυνα, drones, συστήματα πυροβολικού και άλλες στρατιωτικές δυνατότητες.
Τον Αύγουστο η Ιταλία ζήτησε 8 δισ. ευρώ από το SAFE, την ώρα που στο εσωτερικό της υπήρχαν ταυτόχρονα πιέσεις για περισσότερη οικονομική στήριξη απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν. Η συγκεκριμένη περίπτωση αποτυπώνει με ιδιαίτερη καθαρότητα το δίλημμα που αρχίζει να αντιμετωπίζει η Ευρώπη: περισσότερα χρήματα για εξοπλισμούς την ίδια στιγμή που η ενεργειακή ακρίβεια πιέζει νοικοκυριά και οικονομίες.
Οι δεύτεροι μεγάλοι κερδισμένοι
Όπως η ενεργειακή αστάθεια δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για ορισμένες επιχειρήσεις πετρελαίου και διύλισης, έτσι και η διεθνής κούρσα εξοπλισμών δημιουργεί ένα τεράστιο νέο πεδίο παραγγελιών για τις αμυντικές βιομηχανίες. Η γαλλική Thales ανακοίνωσε αύξηση 21% στις νέες παραγγελίες κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, στα 12,47 δισ. ευρώ. Οι πωλήσεις της στον αμυντικό τομέα αυξήθηκαν κατά 13,1%, ενώ τα περιθώρια κερδοφορίας του αμυντικού κλάδου της έφθασαν το 13,9%. Το Reuters συνδέει την αύξηση των παραγγελιών με την κλιμάκωση των διεθνών συγκρούσεων και τη μεγάλη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών.
Η Ουκρανία έχει ήδη αλλάξει και την παραγωγική βάση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου αυτοκινητοβιομηχανίες και προμηθευτές αυτοκινήτου συνεργάζονται πλέον με αμυντικές εταιρείες για να δημιουργήσουν δυνατότητα μαζικής παραγωγής δεκάδων χιλιάδων στρατιωτικών drones.
Ο πόλεμος, συνεπώς, δεν είναι μόνο ένα στρατιωτικό γεγονός. Δημιουργεί νέες αγορές, νέα επιχειρηματικά μοντέλα και πολυετείς κρατικές συμβάσεις δισεκατομμυρίων.
Ποιος πληρώνει τελικά;
Οι κρατικοί εξοπλισμοί δεν χρηματοδοτούνται από έναν ανεξάρτητο, ανεξάντλητο λογαριασμό. Πληρώνονται μέσα από έναν συνδυασμό φορολογικών εσόδων, δημόσιου δανεισμού και ανακατανομής των κρατικών δαπανών.
Όταν περισσότερα χρήματα δεσμεύονται επί χρόνια για στρατιωτικές προμήθειες, οι κυβερνήσεις πρέπει είτε να αυξήσουν τα έσοδά τους, είτε να δανειστούν περισσότερο, είτε να περιορίσουν άλλες δαπάνες. Δεν σημαίνει ότι κάθε επιπλέον ευρώ για άμυνα αφαιρείται αυτομάτως από ένα νοσοκομείο ή ένα σχολείο. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει πραγματικό δημοσιονομικό κόστος και πραγματικό κόστος ευκαιρίας.
Και αυτό το κόστος, αργά ή γρήγορα, επιβαρύνει τις κοινωνίες. Μέσω των φόρων. Μέσω του δημόσιου χρέους και των τόκων που αυτό συνεπάγεται. Μέσω της μικρότερης δυνατότητας χρηματοδότησης κοινωνικών, αναπτυξιακών ή παραγωγικών πολιτικών.
Την ίδια στιγμή, οι ίδιες κοινωνίες καλούνται να αντιμετωπίσουν τις πληθωριστικές συνέπειες της ενεργειακής αναστάτωσης. Έτσι δημιουργείται ένας διπλός λογαριασμός.
Η εμπειρία της Ουκρανίας και το νέο μοντέλο διαρκούς ανασφάλειας
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη δείξει πόσο εύκολα μια σύγκρουση που παρουσιάζεται αρχικά ως έκτακτη κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει μια μακροχρόνια νέα πραγματικότητα στρατιωτικών δαπανών. Μετά τη ρωσική εισβολή, η Ευρώπη αύξησε θεαματικά τις δαπάνες της για πυρομαχικά, αντιαεροπορικά συστήματα, πυραύλους, τεθωρακισμένα και drones. Τέσσερα χρόνια αργότερα, οι έκτακτες ανάγκες έχουν μετατραπεί σε πολυετή προγράμματα επανεξοπλισμού και σε έναν πολύ υψηλότερο μόνιμο στόχο αμυντικών δαπανών.
Η σύγκρουση με το Ιράν έρχεται να προσθέσει ακόμη ένα επίπεδο ανασφάλειας. Αεράμυνα, αντιπυραυλικά συστήματα, drones, προστασία ενεργειακών υποδομών, ναυτικές δυνάμεις και αποθέματα πυρομαχικών αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη προτεραιότητα.
Και αυτά είναι τα μετρήσιμα αποτελέσματα των πολέμων, που στοχευμένα εκδηλώνονται…
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Σε έξαρση ο ιός του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα με 19 νεκρούς και εκατοντάδες κρούσματα
- Νέα αύξηση επιτοκίων στο 3% από την Τράπεζα της Νότιας Κορέας
- Ελληνικοί Patriot ανέκοψαν αεροπορική απειλή στη Σαουδική Αραβία
- Πολάκης: Αυτή είναι η μεγάλη ληστεία στα καύσιμα, η βενζίνη θα μπορούσε να είναι στα 1,20 ευρώ
- Στην Ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο για την επαγγελματική ασφάλιση
- Στις ράγες της Καλαμαριάς το Μετρό Θεσσαλονίκης παρουσία του πρωθυπουργού
- Μικτές τάσεις στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια
- Έξι μήνες πολέμου με το Ιράν: Οι στόχοι αλλάζουν, ο λογαριασμός μεγαλώνει
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις









