Διεθνή

Πολιτικός σεισμός για Τραμπ: Οι Δημοκρατικοί ανακτούν τη Γερουσία και διεκδικούν τον έλεγχο του Κογκρέσου

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr
Multiple American flags waving against a clear blue sky

Η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τον πόλεμο με το Ιράν και την πολιτική του Λευκού Οίκου μετατρέπεται σε ισχυρό εκλογικό πλήγμα για τους Ρεπουμπλικανούς. Ιστορικές νίκες των Δημοκρατικών σε παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες ανατρέπουν τους πολιτικούς συσχετισμούς, ενώ η προβλεπόμενη επικράτησή τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων απειλεί να περιορίσει δραστικά την ελευθερία κινήσεων του Αμερικανού προέδρου κατά την τελευταία διετία της θητείας του

Σε μια εκλογική αναμέτρηση που εξελίσσεται σε ηχηρή αποδοκιμασία της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ, οι Δημοκρατικοί καταγράφουν εντυπωσιακές επιτυχίες στις ενδιάμεσες εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών, ανακτώντας τον έλεγχο της Γερουσίας και αποκτώντας ισχυρό προβάδισμα για την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Σύμφωνα με τη συνεχή ενημέρωση του Reuters και τις προβλέψεις του Associated Press, οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να επικρατήσουν σε σειρά κρίσιμων αναμετρήσεων, ακόμη και σε πολιτείες που θεωρούνταν ασφαλή προπύργια των Ρεπουμπλικανών. Το αποτέλεσμα μεταβάλλει ουσιαστικά τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια περίοδο έντονης θεσμικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο.

Η εκλογική αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου δεν αφορούσε μόνο την ανανέωση της σύνθεσης του νομοθετικού σώματος. Αποτέλεσε, ουσιαστικά, ένα πανεθνικό δημοψήφισμα για την πρώτη διετία της δεύτερης προεδρικής θητείας του Τραμπ, με εκατομμύρια Αμερικανούς να εκφράζουν την ανησυχία τους για την οικονομία, το κόστος ζωής, την εξωτερική πολιτική και την κατεύθυνση της χώρας.

Ιστορικές ανατροπές στη Γερουσία

Η μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία των Δημοκρατικών σημειώνεται στη Γερουσία, όπου το κόμμα ανακτά την πλειοψηφία, ανατρέποντας το προηγούμενο πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών. Πριν από τις εκλογές, οι Ρεπουμπλικανοί διέθεταν 53 έδρες έναντι 47 της δημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας, στην οποία περιλαμβάνονταν και ανεξάρτητοι γερουσιαστές. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονταν καθαρό κέρδος τουλάχιστον τεσσάρων εδρών για να αποκτήσουν τον έλεγχο του σώματος.

Στο Τέξας, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Κεν Πάξτον, τον οποίο είχε υποστηρίξει ο Τραμπ. Πρόκειται για αποτέλεσμα με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς η πολιτεία αποτελούσε επί δεκαετίες ισχυρή βάση των Ρεπουμπλικανών στις εκλογές για τη Γερουσία.

Στη Νότια Καρολίνα, η Άνι Άντριους πέτυχε μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της εκλογικής βραδιάς, επικρατώντας της Ρεπουμπλικανής Ντάρλαϊν Γκράχαμ. Η νίκη αποκτά ιστορικό χαρακτήρα, καθώς οι Δημοκρατικοί δεν είχαν κερδίσει εκλογή για τη Γερουσία στη συγκεκριμένη πολιτεία κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα.

Στο Οχάιο, ο Σέροντ Μπράουν επιστρέφει στη Γερουσία, νικώντας τον Ρεπουμπλικανό Τζον Χάστεντ, ενώ στη Βόρεια Καρολίνα ο πρώην κυβερνήτης Ρόι Κούπερ επικράτησε του Μάικλ Γουάτλι, προσφέροντας στους Δημοκρατικούς ακόμη μία σημαντική έδρα.

Η δυναμική του κόμματος επεκτάθηκε και σε άλλες συντηρητικές πολιτείες. Στην Άιοβα, ο Τζος Τούρεκ κέρδισε τη μάχη για τη Γερουσία, ενώ στο Κάνσας ο Άνταμ Χάμιλτον σημείωσε ιστορική επικράτηση, καθώς η πολιτεία δεν είχε εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 1932.

Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί διατήρησαν κρίσιμες έδρες, όπως εκείνη της Τζόρτζια, όπου ο Τζον Όσοφ εξασφάλισε την επανεκλογή του, και του Νιου Χάμσαϊρ, όπου επικράτησε ο Κρις Πάπας.

Η έκταση αυτών των επιτυχιών δείχνει ότι η εκλογική μετατόπιση δεν περιορίζεται στις παραδοσιακά αμφίρροπες πολιτείες. Αντίθετα, επεκτείνεται σε περιοχές όπου ο Τραμπ είχε καταγράψει σημαντικά ποσοστά στις προεδρικές εκλογές του 2024.

Η μάχη της Βουλής των Αντιπροσώπων

Εξίσου σημαντική είναι η εικόνα στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου ανανεώνονται και οι 435 έδρες. Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης έχουν ήδη προβλέψει ότι οι Δημοκρατικοί βρίσκονται σε τροχιά κατάκτησης της πλειοψηφίας, καθώς ανατρέπουν ρεπουμπλικανικές έδρες σε σειρά πολιτειών. Στo Νιού Τζέρσεϋ, στην Πενσιλβάνια, στη Βόρεια Καρολίνα και στο Κεντάκι καταγράφονται σημαντικές δημοκρατικές επιτυχίες, με αρκετούς Ρεπουμπλικανούς βουλευτές να χάνουν τις έδρες τους.

Το κατώφλι της απόλυτης πλειοψηφίας βρίσκεται στις 218 έδρες. Ωστόσο, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Νοεμβρίου, αρκετές επιμέρους αναμετρήσεις δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί.

Εφόσον επιβεβαιωθεί ο έλεγχος και των δύο σωμάτων, οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να καθορίζουν την κοινοβουλευτική ατζέντα, να ασκούν αυστηρότερο έλεγχο στην κυβέρνηση και να δυσκολεύουν την προώθηση βασικών προεδρικών πρωτοβουλιών.

Η ακρίβεια και η οικονομία στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας

Πίσω από την εκλογική υποχώρηση των Ρεπουμπλικανών βρίσκεται, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις και τα στοιχεία των exit polls, η αυξανόμενη δυσαρέσκεια των Αμερικανών για τις οικονομικές συνθήκες. Η άνοδος του κόστους ζωής, οι τιμές των καυσίμων, η οικονομική ανασφάλεια και η αίσθηση ότι τα νοικοκυριά βρίσκονται σε δυσμενέστερη κατάσταση από ό,τι πριν από δύο χρόνια αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες στην εκλογική συμπεριφορά.

Σε δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, που πραγματοποιήθηκε πριν από τις εκλογές σε δείγμα 1.765 ενηλίκων, το 48% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ανέδειξε το κόστος ζωής ως το σημαντικότερο ζήτημα που επηρέαζε την ψήφο του. Ακολουθούσαν η προστασία των δημοκρατικών θεσμών με 26% και η μετανάστευση με 13%.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι και τα ευρήματα των μετεκλογικών ερευνών. Περίπου τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων δήλωσαν δυσαρεστημένα ή οργισμένα με την πορεία της χώρας, ενώ επτά στους δέκα εξέφρασαν την επιθυμία το Κογκρέσο να ασκεί ισχυρότερο έλεγχο στον πρόεδρο.

Ο πόλεμος με το Ιράν και το πολιτικό κόστος

Καθοριστικός παράγοντας της εκλογικής αναμέτρησης ήταν και η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, με επίκεντρο τον πόλεμο με το Ιράν που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2026. Η σύγκρουση συνέβαλε στην άνοδο των τιμών της ενέργειας, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και μετατρέποντας ένα διεθνές ζήτημα ασφαλείας σε σημαντικό εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, μόλις το 25% των ψηφοφόρων θεωρούσε ότι η στρατιωτική δράση άξιζε το κόστος της, έναντι 55% που είχε αντίθετη άποψη.

Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε τη δυσκολία του Αμερικανού προέδρου να πείσει μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης ότι η εξωτερική του πολιτική ενισχύει την ασφάλεια και την οικονομική ευημερία της χώρας.

Παράλληλα, η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο φαίνεται ότι λειτούργησε σωρευτικά με την οικονομική πίεση, επηρεάζοντας ακόμη και ψηφοφόρους που είχαν στηρίξει τον Τραμπ το 2024.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu