Πράσινη Μετάβαση

Διεθνής διάσκεψη για πράσινη μετάβαση και το δίλημμα επιστροφής των γεωτρήσεων

Financialreport.gr

Στη σύνοδο της Σάντα Μάρτα, χώρες που δηλώνουν πρωτοπόρες στην απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα καλούνται να αντιμετωπίσουν μια δύσκολη αντίφαση: θέλουν καθαρή ενέργεια, αλλά η ενεργειακή ανασφάλεια τις σπρώχνει ξανά σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο

Δεκάδες χώρες που πρωταγωνιστούν διεθνώς στην πράσινη μετάβαση βρίσκονται αυτή την εβδομάδα στη Σάντα Μάρτα της Κολομβίας, στην πρώτη παγκόσμια διάσκεψη αφιερωμένη ειδικά στη μετάβαση μακριά από τα ορυκτά καύσιμα. Η συνάντηση, την οποία συνδιοργανώνουν η Κολομβία και η Ολλανδία, συγκεντρώνει κυβερνήσεις, επιστήμονες και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών με στόχο να συζητηθούν πρακτικοί τρόποι μείωσης της εξάρτησης από άνθρακα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Ωστόσο, η συζήτηση ξεκινά μέσα σε ένα κλίμα έντονης αντίφασης. Πολλές από τις ίδιες χώρες που ζητούν ταχύτερη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα εξετάζουν ταυτόχρονα νέες γεωτρήσεις ή παράταση υφιστάμενων αδειών εκμετάλλευσης. Η αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια, ιδίως η συνεχιζόμενη σύγκρουση στο Ιράν και οι φόβοι για την ασφάλεια των ενεργειακών εφοδιασμών, έχει οδηγήσει αρκετές κυβερνήσεις να αναζητούν εγχώριες εναλλακτικές στις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Για τις περισσότερες χώρες, η απάντηση παραμένει η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η ηλιακή και η αιολική. Όμως, σε κράτη που διαθέτουν ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα, αυξάνονται οι φωνές που υποστηρίζουν ότι η ενεργειακή ασφάλεια απαιτεί και περισσότερη εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου ή πετρελαίου, έστω προσωρινά.
Αυτή η ένταση αναμένεται να κάνει τις συνομιλίες στην Κολομβία ιδιαίτερα δύσκολες. Η Δανία εξετάζει το ενδεχόμενο παράτασης αδειών παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Γερμανία και η Ολλανδία θέλουν να ενισχύσουν την παραγωγή αερίου, ενώ στη Βρετανία η κυβέρνηση πιέζεται να εγκρίνει νέα έργα στη Βόρεια Θάλασσα.
Ο υπουργός Βιομηχανίας της Δανίας, Μόρτεν Μπόντσκοβ, συνόψισε το επιχείρημα των κυβερνήσεων που κινούνται σε αυτή τη λεπτή ισορροπία: η Ευρώπη πρέπει να σταθεί «στα δικά της πόδια», επενδύοντας κυρίως σε πράσινες λύσεις, αλλά και σε ενεργειακή τροφοδοσία που θα κρατήσει τη βιομηχανία σε λειτουργία μέχρι να ωριμάσει πλήρως η μετάβαση.
Οι επικριτές, όμως, προειδοποιούν ότι η νέα εξόρυξη δεν θα μειώσει άμεσα τις τιμές της ενέργειας, καθώς τα νέα κοιτάσματα χρειάζονται χρόνια για να αναπτυχθούν. Παράλληλα, υποστηρίζουν ότι κάθε νέα επένδυση σε ορυκτά καύσιμα αυξάνει τις μελλοντικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και δυσκολεύει την επίτευξη των κλιματικών στόχων.
Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας είχε ήδη προειδοποιήσει από το 2021 ότι, σε μια πορεία συμβατή με μηδενικές καθαρές εκπομπές έως το 2050, δεν χρειάζονται νέα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παρ’ όλα αυτά, η ανάπτυξη νέων έργων συνεχίστηκε. Σύμφωνα με το Global Energy Monitor, από το 2022 έχουν προχωρήσει εκατοντάδες νέες ανακαλύψεις και εγκρίσεις κοιτασμάτων, παρά τις επιστημονικές προειδοποιήσεις ότι μεγάλο μέρος των γνωστών αποθεμάτων πρέπει να παραμείνει στο υπέδαφος.
Στο Μεξικό, η πρόεδρος Κλαούντια Σέινμπαουμ, πρώην κλιματική επιστήμονας, έχει ανοίξει ξανά τη συζήτηση για την υδραυλική ρωγμάτωση, γνωστή ως fracking, προκειμένου να μειωθεί η εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές φυσικού αερίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ίδια στο παρελθόν είχε ταχθεί κατά της τεχνολογίας αυτής, κυρίως λόγω των κινδύνων για τα υπόγεια ύδατα και το περιβάλλον.
Στη Γερμανία, η ενεργειακή κρίση επανέφερε επίσης τη συζήτηση για αξιοποίηση εγχώριων αποθεμάτων φυσικού αερίου. Αν και το fracking παραμένει πολιτικά και κοινωνικά αμφιλεγόμενο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι η χώρα πρέπει να κρατήσει «όλες τις ρεαλιστικές επιλογές» ανοιχτές, χωρίς να εγκαταλείψει τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού.
Στην Ελλάδα, η πρόσφατη κινητικότητα γύρω από υπεράκτιες έρευνες δείχνει ότι η ενεργειακή ασφάλεια επηρεάζει και τις αποφάσεις χωρών που μέχρι πρόσφατα δίσταζαν να προχωρήσουν σε νέα έργα υδρογονανθράκων. Αντίστοιχα, στη Γαλλία, πολιτικές πιέσεις για παράταση ή επανεξέταση της παραγωγής πετρελαίου συγκρούονται με παλαιότερες δεσμεύσεις για τερματισμό της εξερεύνησης.
Η Βρετανία αποτελεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ εξελέγη το 2024 με δέσμευση να σταματήσει τις νέες άδειες εξερεύνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, η πολιτική πίεση από την αντιπολίτευση και από συμμάχους που ζητούν περισσότερη παραγωγή στη Βόρεια Θάλασσα έχει μετατρέψει τις αποφάσεις για μεγάλα έργα, όπως τα Rosebank και Jackdaw, σε τεστ αξιοπιστίας για την πράσινη ατζέντα της κυβέρνησης.

googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu