Επιχειρήσεις

Έρευνα Deloitte: Προσαρμοστικότητα και επανασχεδιασμός της εργασίας καθορίζουν την επιτυχία

Financialreport.gr

Σε μια περίοδο όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη μετασχηματίζει με ταχύτητα τον τρόπο λήψης αποφάσεων, τις δεξιότητες και την ίδια την καθημερινότητα της εργασίας, οι οργανισμοί καλούνται να προσαρμοστούν, επενδύοντας εκ νέου στον άνθρωπο. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα της νέας παγκόσμιας έρευνας της Deloitte, “2026 Global Human Capital Trends”, με τίτλο “From tensions to tipping points: Choosing the human advantage”.

Η έκθεση αναδεικνύει ότι το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων δεν θα προκύψει μόνο από την υιοθέτηση προηγμένων τεχνολογιών, αλλά από την ικανότητά τους να συνδυάσουν αποτελεσματικά το AI με την ανθρώπινη κρίση, την εμπιστοσύνη, την κουλτούρα και τη συνεχή ανάπτυξη των εργαζομένων.

Σύμφωνα με την έρευνα, το 85% των ηγετών θεωρεί κρίσιμο οι οργανισμοί και οι άνθρωποί τους να μπορούν να προσαρμόζονται με την ταχύτητα που απαιτούν οι σημερινές συνθήκες. Ωστόσο, μόνο το 7% δηλώνει ότι λαμβάνει ουσιαστικές πρωτοβουλίες για να υποστηρίξει αυτή την προσαρμοστικότητα και τη διαρκή ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού. Το εύρημα αυτό καταγράφει ένα από τα μεγαλύτερα χάσματα της νέας εποχής εργασίας: οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν την ανάγκη αλλαγής, αλλά λίγες έχουν ακόμη μετατρέψει την προσαρμοστικότητα σε οργανωσιακή ικανότητα.

Η πίεση είναι ήδη ορατή στους εργαζομένους. Η έρευνα καταγράφει ότι το ένα τρίτο των ερωτηθέντων βίωσε 15 σημαντικές αλλαγές μέσα σε έναν χρόνο, με επιπτώσεις στην ευεξία, τη διαύγεια, τη δέσμευση και τον φόρτο εργασίας. Την ίδια στιγμή, μόλις το 27% των ηγετών δηλώνει ότι ο οργανισμός του διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις αλλαγές. Η Deloitte σημειώνει ότι οι παραδοσιακές προσεγγίσεις change management δεν επαρκούν πλέον και ότι οι επιχειρήσεις χρειάζεται να περάσουν σε ένα μοντέλο «ικανότητας συνεχούς αλλαγής», ενσωματώνοντας τη μάθηση, το feedback και την υποστήριξη σε πραγματικό χρόνο μέσα στη ροή της εργασίας.

Κρίσιμο πεδίο αναδεικνύεται και ο επανασχεδιασμός της εργασίας γύρω από τη συνεργασία ανθρώπου και AI. Οι οργανισμοί που σχεδιάζουν εκ νέου τις διαδικασίες τους ώστε να αξιοποιούν τη σύγκλιση ανθρώπινων και τεχνολογικών δυνατοτήτων αποκτούν σημαντικό πλεονέκτημα. Παρ’ όλα αυτά, μόνο το 6% των ηγετών δηλώνει ότι έχει σημειώσει πρόοδο στον σχεδιασμό των αλληλεπιδράσεων ανθρώπου και AI.

Η έρευνα δείχνει επίσης ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί μόνο τεχνολογική πρόκληση, αλλά και βαθιά οργανωσιακή. Το 65% των οργανισμών θεωρεί ότι η κουλτούρα του πρέπει να αλλάξει σημαντικά λόγω του AI, ενώ το 34% δηλώνει ότι η υφιστάμενη κουλτούρα περιορίζει την ικανότητά του να επιτύχει τους στόχους του AI μετασχηματισμού. Παράλληλα, το 42% των εργαζομένων αναφέρει ότι οι οργανισμοί τους δεν αξιολογούν τον αντίκτυπο του AI στους ανθρώπους.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ζήτημα της λογοδοσίας. Παρότι το 60% των ανώτατων στελεχών χρησιμοποιεί AI στη λήψη αποφάσεων, μόλις το 5% δηλώνει ότι το διαχειρίζεται αποτελεσματικά. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για σαφή όρια, διαφάνεια, δικαιώματα λήψης αποφάσεων και μηχανισμούς εμπιστοσύνης, ώστε η χρήση του AI να ενισχύει και όχι να αποδυναμώνει τον ανθρώπινο παράγοντα.

Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Φράγκος, Partner, Human Capital Leader της Deloitte Ελλάδος, η τεχνολογία δεν είναι ο τελικός προορισμός, αλλά ο καταλύτης που αναδεικνύει το ανθρώπινο πλεονέκτημα. Οι οργανισμοί που θα πρωταγωνιστήσουν, σημειώνει, είναι εκείνοι που θα επανασχεδιάσουν τη λειτουργία τους και θα μετατρέψουν την προσαρμοστικότητα από ανάγκη σε εγγενή ικανότητα.

Αντίστοιχα, ο Τίμης Ράλλης, Organizational Workforce Transformation Leader της Deloitte Ελλάδος, τονίζει ότι τα παραδοσιακά μοντέλα διαχείρισης αλλαγής δεν επαρκούν πλέον. Οι ηγέτες, όπως αναφέρει, χρειάζεται να ενσωματώσουν την προσαρμοστικότητα στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και εκτελείται η εργασία, ώστε οι εργαζόμενοι να διαθέτουν τη διαύγεια, την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη που απαιτεί η εποχή του AI.

Από την πλευρά του, ο Γιώργος Κουμαρτζής, HR Strategy Leader της Deloitte Ελλάδος, υπογραμμίζει ότι το μέλλον του HR εξαρτάται από την ικανότητά του να βοηθήσει τον οργανισμό να λειτουργεί διαφορετικά. Καθώς η εργασία γίνεται πιο δυναμική και βασισμένη στις δεξιότητες, το HR καλείται να ηγηθεί της μετάβασης από τα άκαμπτα λειτουργικά στεγανά σε πιο ευέλικτα μοντέλα εργασίας, όπου η μάθηση αποτελεί συνεχή διαδικασία.

Η Deloitte επισημαίνει ακόμη ότι οι παραδοσιακές οργανωσιακές λειτουργίες όπως το HR, το IT, το λογιστήριο και οι νομικές υπηρεσίες, δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τους ρυθμούς της σύγχρονης εργασίας. Το 66% των ανώτατων διοικητικών στελεχών δηλώνει ότι οι παραδοσιακές λειτουργίες πρέπει να αλλάξουν, όμως μόλις το 7% αναφέρει ότι έχει σημειωθεί πρόοδος. Το χάσμα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς επτά στους δέκα επιχειρηματικούς ηγέτες δηλώνουν ότι βασική στρατηγική τους για τα επόμενα τρία χρόνια είναι η ταχύτητα και η ευελιξία.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι οργανισμοί που ξεχωρίζουν είναι εκείνοι που δεν αντιμετωπίζουν το AI ως μεμονωμένο τεχνολογικό εργαλείο, αλλά ως αφορμή για συνολικό επανασχεδιασμό της εργασίας. Ενσωματώνουν την ικανότητα αλλαγής στην καθημερινή λειτουργία, επενδύουν στη διαφάνεια και την κριτική σκέψη, αξιολογούν τόσο τα επιχειρηματικά όσο και τα ανθρώπινα οφέλη, και αντιμετωπίζουν την κουλτούρα ως βασική υποδομή του μετασχηματισμού.

googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu