Οικονομία

Έρευνα Καταναλωτικών Προσδοκιών ΕΚΤ: Πίεση από πληθωρισμό και χαμηλότερες προσδοκίες για αύξηση εισοδήματος

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Τα νέα στοιχεία της έρευνας καταναλωτικών προσδοκιών της ΕΚΤ για τον Απρίλιο δείχνουν πίεση στα νοικοκυριά: χαμηλότερες προσδοκίες εισοδήματος, υψηλότερες δαπάνες, πιο αρνητική εικόνα για την ανάπτυξη και αυστηρότερη πρόσβαση σε πίστωση

Η ακρίβεια παραμένει στο επίκεντρο των ανησυχιών των νοικοκυριών της ευρωζώνης, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Έρευνας Καταναλωτικών Προσδοκιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που δημοσιεύτηκε την 1η Ιουνίου και αφορά τον Απρίλιο του 2026. Από τη μία πλευρά, οι καταναλωτές δηλώνουν ότι ο πληθωρισμός που βίωσαν το τελευταίο δωδεκάμηνο αυξήθηκε αισθητά, από την άλλη, οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προσδοκίες δεν παρουσιάζουν αντίστοιχη επιδείνωση. Η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι ο διάμεσος αντιλαμβανόμενος πληθωρισμός για τους προηγούμενους 12 μήνες αυξήθηκε στο 4% τον Απρίλιο από 3,5% τον Μάρτιο, ενώ οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε ορίζοντα 12 μηνών παρέμειναν επίσης στο 4,0%.

Το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη νομισματική πολιτική είναι ότι οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε βάθος τριετίας υποχώρησαν ελαφρώς στο 2,9%, από 3%, ενώ οι προσδοκίες πενταετίας έμειναν αμετάβλητες στο 2,4%. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να αισθάνονται έντονη πίεση στις τρέχουσες τιμές, χωρίς όμως να προεξοφλούν πλήρη αποσταθεροποίηση του πληθωρισμού σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Για την ΕΚΤ, οι βραχυπρόθεσμες προσδοκίες μπορεί να επηρεάζονται από πρόσφατες αυξήσεις τιμών, ενώ οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες είναι πιο κοντά στον πυρήνα της αξιολόγησης για το αν ο στόχος του 2% παραμένει αξιόπιστος. Η ίδια η ΕΚΤ ορίζει τη σταθερότητα τιμών ως πληθωρισμό 2% μεσοπρόθεσμα.

Πίσω από τους μέσους όρους κρύβεται και μια σαφής κοινωνική διαφοροποίηση. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος συνέχισαν να αναφέρουν ελαφρώς υψηλότερη αντίληψη και προσδοκία για τον πληθωρισμό σε σχέση με τα νοικοκυριά υψηλότερου εισοδήματος. Παράλληλα, οι νεότεροι ερωτηθέντες, ηλικίας 18 έως 34 ετών, συνέχισαν να δηλώνουν χαμηλότερες αντιλήψεις και προσδοκίες για τον πληθωρισμό από τις ηλικιακές ομάδες 35-54 και 55-70 ετών.

Το πιο ανησυχητικό εύρημα, ωστόσο, αφορά τη σχέση εισοδήματος και κατανάλωσης. Οι προσδοκίες των καταναλωτών για αύξηση του ονομαστικού εισοδήματός τους τους επόμενους 12 μήνες μειώθηκαν στο 0,8% τον Απρίλιο, από 1,2% τον Μάρτιο. Την ίδια στιγμή, η αντιλαμβανόμενη αύξηση των δαπανών κατά τους προηγούμενους 12 μήνες ανέβηκε στο 5,3%, από 5,1%, ενώ η αναμενόμενη αύξηση των δαπανών για τους επόμενους 12 μήνες αυξήθηκε στο 4,3%, από 4,1%. Με απλά λόγια, οι πολίτες περιμένουν μικρότερη άνοδο εισοδήματος αλλά μεγαλύτερη αύξηση εξόδων, ένας συνδυασμός που συμπιέζει την αγοραστική δύναμη και μπορεί να περιορίσει την πραγματική κατανάλωση.

Η επιδείνωση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες αναμένουν ελαφρώς υψηλότερη αύξηση δαπανών από τις υψηλότερες. Αυτό υποδηλώνει ότι η πίεση από τις τιμές δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Για τα νοικοκυριά με μικρότερα περιθώρια αποταμίευσης, ακόμη και μια σχετικά μικρή αύξηση βασικών δαπανών μπορεί να μετατραπεί σε ουσιαστική επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Αρνητικές οι προσδοκίες για οικονομικά ανάπτυξη
Στο μέτωπο της οικονομίας, οι καταναλωτές εμφανίζονται πιο απαισιόδοξοι. Οι προσδοκίες για την οικονομική ανάπτυξη τους επόμενους 12 μήνες έγιναν πιο αρνητικές, υποχωρώντας στο -2,2% τον Απρίλιο από -2,1% τον Μάρτιο. Αντίθετα, η αναμενόμενη ανεργία σε ορίζοντα 12 μηνών μειώθηκε οριακά στο 11,2%, από 11,3%. Η ΕΚΤ σημειώνει ότι τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος ανέμεναν την υψηλότερη ανεργία, στο 13,3%, ενώ τα νοικοκυριά υψηλότερου εισοδήματος την χαμηλότερη, στο 9,4%.

Η αγορά εργασίας παρουσιάζει έτσι μια μικτή εικόνα. Οι καταναλωτές εξακολουθούν να αναμένουν ότι το μελλοντικό ποσοστό ανεργίας θα είναι ελαφρώς υψηλότερο από το αντιλαμβανόμενο τρέχον ποσοστό, το οποίο τοποθετείται στο 10,5%, κάτι που κατά την ΕΚΤ δείχνει γενικά σταθερές προοπτικές για την αγορά εργασίας. Ωστόσο, τα τριμηνιαία στοιχεία δείχνουν ταυτόχρονα βελτίωση και επιδείνωση σε διαφορετικές ομάδες: οι άνεργοι δήλωσαν αυξημένη πιθανότητα εύρεσης εργασίας μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, από 30,1% τον Ιανουάριο σε 32,1% τον Απρίλιο, ενώ οι εργαζόμενοι ανέφεραν υψηλότερη πιθανότητα απώλειας εργασίας, από 8,2% σε 8,8%.

Στην αγορά κατοικίας, οι προσδοκίες παρέμειναν σταθερές. Οι καταναλωτές αναμένουν αύξηση της τιμής της κατοικίας τους κατά 3,7% τους επόμενους 12 μήνες, αμετάβλητη σε σχέση με τον Μάρτιο. Οι προσδοκίες για τα επιτόκια στεγαστικών δανείων παρέμειναν επίσης αμετάβλητες στο 4,9%. Και εδώ καταγράφεται εισοδηματική απόκλιση, τα χαμηλότερα εισοδήματα αναμένουν υψηλότερα επιτόκια στεγαστικών, στο 5,6%, ενώ τα υψηλότερα εισοδήματα χαμηλότερα, στο 4,4%.

Το πιο έντονο σήμα από το στεγαστικό και πιστωτικό σκέλος της έρευνας αφορά την πρόσβαση σε δανεισμό. Η ΕΚΤ αναφέρει ότι το καθαρό ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωσαν σύσφιξη της πρόσβασης σε πίστωση το προηγούμενο δωδεκάμηνο αυξήθηκε περαιτέρω, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο του 2024. Παράλληλα, αυξήθηκε και το καθαρό ποσοστό όσων αναμένουν αυστηρότερες πιστωτικές συνθήκες τους επόμενους 12 μήνες, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2023. Η εικόνα επιβεβαιώνεται και από τη μείωση του ποσοστού καταναλωτών που δήλωσαν ότι υπέβαλαν αίτηση για πίστωση το τελευταίο τρίμηνο: από 14,8% τον Ιανουάριο σε 13,4% τον Απρίλιο, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2023.

Η έρευνα του Απριλίου, επομένως, προσφέρει μια εικόνα οικονομίας όπου οι καταναλωτές βλέπουν επίμονες πιέσεις στις τιμές και στις δαπάνες, αλλά δεν έχουν ακόμη αναθεωρήσει δραματικά προς τα πάνω τις μακροπρόθεσμες προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό. Αυτό είναι θετικό για την ΕΚΤ, επειδή δείχνει ότι η αξιοπιστία του στόχου του 2% δεν έχει χαθεί. Ταυτόχρονα, όμως, η αύξηση του αντιλαμβανόμενου πληθωρισμού στο 4%, η πτώση των προσδοκιών εισοδήματος και η επιδείνωση των όρων πίστωσης δείχνουν ότι η καθημερινή οικονομική πίεση στα νοικοκυριά παραμένει ισχυρή.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 2 Απριλίου έως τις 4 Μαΐου 2026 και αφορά περίπου 19.000 ενήλικες καταναλωτές από 11 χώρες της ευρωζώνης: Βέλγιο, Γερμανία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Αυστρία, Πορτογαλία και Φινλανδία. Η ΕΚΤ διευκρινίζει ότι τα αποτελέσματα χρησιμοποιούνται για ανάλυση πολιτικής και συμπληρώνουν άλλες πηγές δεδομένων, χωρίς να εκφράζουν τις απόψεις των οργάνων λήψης αποφάσεων ή του προσωπικού της. Τα αποτελέσματα για τον Μάιο είναι προγραμματισμένο να δημοσιευθούν στις 26 Ιουνίου 2026.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Οικονομία

close menu