Οικονομία

Φόρος 10% στα κέρδη από κρυπτονομίσματα, αφορολόγητο έως 500 ευρώ και δυνατότητα δήλωσης παλαιών κερδών χωρίς πρόστιμα

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Νέο φορολογικό καθεστώς για Bitcoin και άλλα crypto προβλέπει το νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Πώς θα υπολογίζεται η υπεραξία, ποιες συναλλαγές θα φορολογούνται, τι ισχύει για τις ζημιές και πώς θα μπορούν οι επενδυτές να δηλώσουν κέρδη προηγούμενων ετών

Κανόνες για τη φορολόγηση των κερδών από κρυπτονομίσματα θεσπίζει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με διατάξεις που περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο για την ενίσχυση της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, των συλλογικών επενδύσεων και της κεφαλαιαγοράς.
Επιβάλλεται αυτοτελής φόρος 10% στην υπεραξία από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων, ενώ προβλέπεται απαλλαγή από τον φόρο για καθαρά ετήσια κέρδη έως 500 ευρώ. Παράλληλα, το νομοσχέδιο ανοίγει τον δρόμο για τη φορολογική τακτοποίηση κερδών που αποκτήθηκαν στο παρελθόν, παρέχοντας στους επενδυτές τη δυνατότητα να τα δηλώσουν οικειοθελώς χωρίς πρόστιμα και τόκους, εφόσον τηρήσουν τις προβλεπόμενες προθεσμίες.
Οι ρυθμίσεις καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα συναλλαγών, από την πώληση Bitcoin και άλλων ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων μέχρι τη χρησιμοποίησή τους για αγορές προϊόντων ή υπηρεσιών. Εισάγονται και ειδικοί κανόνες για τον υπολογισμό της τιμής κτήσης, τη μεταφορά ζημιών και την τεκμηρίωση των συναλλαγών απέναντι στη φορολογική διοίκηση.
Πρόκειται για μια παρέμβαση που επιδιώκει να δημιουργήσει ένα συγκεκριμένο φορολογικό πλαίσιο για τους ιδιώτες επενδυτές, αντιμετωπίζοντας την αβεβαιότητα που χαρακτήριζε μέχρι σήμερα τη φορολογική μεταχείριση των συγκεκριμένων επενδύσεων.

Πώς θα επιβάλλεται ο φόρος 10%

Σύμφωνα με το άρθρο 283 του νομοσχεδίου, το εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κρυπτοστοιχείων θα φορολογείται με συντελεστή 10%, αντί του γενικού συντελεστή 15% που προβλέπεται για άλλες κατηγορίες υπεραξίας κεφαλαίου. Ο φόρος θα επιβάλλεται στο κέρδος που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της τιμής απόκτησης και της τιμής μεταβίβασης των κρυπτοστοιχείων και όχι στο συνολικό ποσό που εισπράττει ο επενδυτής από την πώλησή τους.
Για παράδειγμα, εάν ένας φορολογούμενος έχει αγοράσει Bitcoin έναντι 10.000 ευρώ και στη συνέχεια το πουλήσει για 15.000 ευρώ, το φορολογητέο κέρδος, χωρίς να συνυπολογιστούν τυχόν έξοδα ή ζημιές, ανέρχεται σε 5.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή ο φόρος θα διαμορφωθεί στα 500 ευρώ και ο επενδυτής θα διατηρήσει καθαρό κέρδος 4.500 ευρώ.
Αντίστοιχα, για καθαρά κέρδη 20.000 ευρώ ο φόρος θα ανέρχεται σε 2.000 ευρώ, ενώ για υπεραξία 50.000 ευρώ η φορολογική επιβάρυνση θα φτάνει τις 5.000 ευρώ.
Ο συντελεστής του 10% είναι ενιαίος για την προβλεπόμενη κατηγορία υπεραξίας, ανεξάρτητα από το ύψος των κερδών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Στην τελική ευθεία το φορολογικό πακέτο για δάνεια, servicers, νοικοκυριά, αγρότες και αγορά

Αλλαγές στις διμερείς ρυθμίσεις δανείων, αυστηροί κανόνες στους servicers και φορολόγηση 10% στην υπεραξία των crypto φέρνουν οι νέες διατάξεις

Μία από τις βασικότερες προβλέψεις του νομοσχεδίου αφορά την απαλλαγή των μικρών επενδυτών. Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 7 του νέου άρθρου 42Β του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που προστίθεται με το άρθρο 281 του νομοσχεδίου, προβλέπεται ότι δεν υπόκειται σε φόρο η υπεραξία από μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων εφόσον το συνολικό καθαρό ποσό της δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ ανά φορολογικό έτος.
Το συγκεκριμένο όριο εξετάζεται σε ετήσια βάση και αφορά το καθαρό αποτέλεσμα των σχετικών συναλλαγών, μετά τον προβλεπόμενο συμψηφισμό ζημιών.
Αυτό σημαίνει ότι ένας επενδυτής που μέσα σε ένα έτος εμφανίζει καθαρά κέρδη 400 ευρώ από αγοραπωλησίες κρυπτονομισμάτων δεν θα επιβαρύνεται με φόρο εισοδήματος για τη συγκεκριμένη υπεραξία.
Αντίθετα, εφόσον τα καθαρά κέρδη ανέλθουν σε 1.000 ευρώ, θα εφαρμόζεται ο συντελεστής 10%.
Αξίζει να διευκρινιστεί ότι η διάταξη προβλέπει απαλλαγή όταν η ετήσια καθαρή υπεραξία δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ και όχι γενική έκπτωση 500 ευρώ από κάθε μεγαλύτερο κέρδος. Συνεπώς, στην περίπτωση των 1.000 ευρώ ο φόρος θα ανέρχεται σε 100 ευρώ και όχι σε 50 ευρώ.

Ποιες συναλλαγές θα φορολογούνται

Το νέο πλαίσιο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου κάποιος πωλεί τα κρυπτονομίσματά του και εισπράττει ευρώ. Το άρθρο 281 προβλέπει ότι ως μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων νοείται τόσο η ανταλλαγή τους έναντι χρηματικού ποσού όσο και η χρησιμοποίησή τους για την αγορά αγαθών ή την απόκτηση υπηρεσιών.
Στη φορολογική αντιμετώπιση της υπεραξίας υπάγεται επίσης η εισφορά κρυπτοστοιχείων για την κάλυψη ή αύξηση εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου. Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση όπου ένας επενδυτής χρησιμοποιεί κρυπτονομίσματα για να αγοράσει ένα προϊόν, η συναλλαγή μπορεί να δημιουργήσει φορολογητέα υπεραξία.
Για παράδειγμα, εάν κάποιος έχει αποκτήσει κρυπτονομίσματα έναντι 2.000 ευρώ και τα χρησιμοποιήσει για την αγορά ενός αγαθού αξίας 4.000 ευρώ, προκύπτει υπεραξία 2.000 ευρώ. Με την εφαρμογή του συντελεστή 10%, ο φόρος θα ανέρχεται σε 200 ευρώ, εφόσον δεν συντρέχουν άλλοι παράγοντες που μεταβάλλουν το ετήσιο φορολογητέο αποτέλεσμα.
Για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με την απόκτηση προϊόντων ή υπηρεσιών, η τιμή μεταβίβασης θα υπολογίζεται με βάση την αξία των κρυπτοστοιχείων σε ευρώ κατά τον χρόνο πραγματοποίησης της συναλλαγής.
Το άρθρο δεν περιλαμβάνει ρητή ειδική αναφορά στις απευθείας ανταλλαγές ενός κρυπτονομίσματος με άλλο, γεγονός που καθιστά σημαντικές τις εφαρμοστικές διευκρινίσεις για την αντιμετώπιση τέτοιων συναλλαγών.

Πώς θα υπολογίζεται η τιμή αγοράς

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κανόνες προσδιορισμού της τιμής κτήσης, καθώς πολλοί επενδυτές έχουν πραγματοποιήσει διαδοχικές αγορές του ίδιου κρυπτονομίσματος σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και τιμές.
Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι στις περιπτώσεις αυτές θα εφαρμόζεται η μέση τιμή κτήσης. Ειδικότερα, η συνολική αξία των αγορών θα διαιρείται με τη συνολική ποσότητα των κρυπτοστοιχείων που αποκτήθηκαν.
Έτσι, εάν ένας φορολογούμενος αγοράσει μία μονάδα κρυπτονομίσματος έναντι 2.000 ευρώ και μία δεύτερη έναντι 4.000 ευρώ, η μέση τιμή κτήσης θα διαμορφώνεται στις 3.000 ευρώ ανά μονάδα.
Κατά τον προσδιορισμό της υπεραξίας θα λαμβάνονται υπόψη και οι δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την απόκτηση ή τη μεταβίβαση.
Ωστόσο, ιδιαίτερα σημαντική είναι μία ακόμη πρόβλεψη: όταν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θα θεωρείται μηδενική.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας επενδυτής που δεν μπορεί να αποδείξει πόσο πλήρωσε για να αποκτήσει τα κρυπτονομίσματά του διατρέχει τον κίνδυνο να φορολογηθεί με βάση ολόκληρη την αξία μεταβίβασής τους.
Για τον λόγο αυτό, η διατήρηση των παραστατικών αγοράς και πώλησης αποκτά καθοριστική σημασία.

Συμψηφισμός ζημιών για πέντε χρόνια

Το νέο καθεστώς προβλέπει ειδική μεταχείριση και για τους επενδυτές που καταγράφουν ζημιές. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του νέου άρθρου 42Β, εάν από τις συναλλαγές προκύπτει αρνητικό αποτέλεσμα που υπερβαίνει τα 500 ευρώ ανά φορολογικό έτος, η ζημιά θα μπορεί να μεταφέρεται στα επόμενα πέντε χρόνια. Ο συμψηφισμός θα πραγματοποιείται αποκλειστικά με μελλοντικά κέρδη από υπεραξία μεταβίβασης κρυπτοστοιχείων και όχι με εισοδήματα άλλων κατηγοριών.
Για παράδειγμα, ένας επενδυτής που εμφανίζει ζημιές 3.000 ευρώ ένα έτος και το επόμενο πραγματοποιεί κέρδη 8.000 ευρώ, θα μπορεί, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, να περιορίσει τη φορολογητέα υπεραξία στις 5.000 ευρώ.
Κατά συνέπεια, ο φόρος θα ανέρχεται σε 500 ευρώ αντί των 800 ευρώ που θα προέκυπταν χωρίς τον συμψηφισμό.

Δυνατότητα δήλωσης παλαιών κερδών χωρίς πρόστιμα

Στο άρθρο 282 προβλέπεται δυνατότητα οικειοθελούς δήλωσης υπεραξίας από μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων που πραγματοποιήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του νέου πλαισίου. Σύμφωνα με τη διάταξη, τα φυσικά πρόσωπα θα μπορούν, μέσα σε προθεσμία 12 μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου, να υποβάλουν δήλωση στη φορολογική διοίκηση για τα σχετικά κέρδη.
Η φορολόγηση θα γίνεται με βάση τους νέους κανόνες προσδιορισμού της υπεραξίας και με τον προβλεπόμενο συντελεστή 10%.
Ο φόρος θα πρέπει να καταβληθεί μέσα σε 60 ημέρες από την υποβολή της δήλωσης.
Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι η οικειοθελής δήλωση δεν θα συνεπάγεται πρόστιμα ή τόκους για τη μη δήλωση της υπεραξίας κατά τον χρόνο πραγματοποίησής της, υπό την προϋπόθεση ότι ο φόρος θα εξοφληθεί εμπρόθεσμα.
Η πρόβλεψη αυτή δημιουργεί ένα ειδικό παράθυρο φορολογικής τακτοποίησης για όσους έχουν πραγματοποιήσει κέρδη από κρυπτονομίσματα κατά τα προηγούμενα χρόνια.

Τι προβλέπεται για τα τεκμήρια

Με το άρθρο 279, η αγορά κρυπτοστοιχείων εντάσσεται ρητά στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 32 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Αυτό σημαίνει ότι οι αγορές κρυπτονομισμάτων θα λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο των σχετικών τεκμηρίων απόκτησης περιουσιακών στοιχείων.
Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 282 προβλέπει έναν ιδιαίτερο περιορισμό για τα κέρδη προηγούμενων ετών που θα δηλωθούν οικειοθελώς.
Για την κάλυψη τεκμηρίων θα αναγνωρίζεται αποκλειστικά η δηλούμενη υπεραξία και όχι το αρχικό κεφάλαιο που είχε επενδυθεί.
Για παράδειγμα, εάν κάποιος είχε αποκτήσει κρυπτονομίσματα έναντι 20.000 ευρώ και τα είχε πωλήσει για 35.000 ευρώ, από τη συγκεκριμένη οικειοθελή δήλωση θα μπορούσε να επικαλεστεί για την κάλυψη τεκμηρίων μόνο την υπεραξία των 15.000 ευρώ, και όχι το σύνολο των 35.000 ευρώ.
Η πρόβλεψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για όσους επιθυμούν να αξιοποιήσουν έσοδα από παλαιότερες συναλλαγές προκειμένου να δικαιολογήσουν την απόκτηση άλλων περιουσιακών στοιχείων.

Διαφορετική φορολόγηση για staking και δανεισμό crypto

Το νομοσχέδιο προχωρά και σε ειδική ρύθμιση για εισοδήματα που δεν προκύπτουν από την πώληση κρυπτονομισμάτων, αλλά από δραστηριότητες που αποφέρουν αποδόσεις.
Με το άρθρο 280, στην έννοια των τόκων εντάσσονται εισοδήματα από δανεισμό κρυπτονομισμάτων, από μηχανισμούς παροχής ρευστότητας ή απόδοσης σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα, καθώς και από τη δέσμευση κρυπτονομισμάτων σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών, γνωστή ως staking.
Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, το εισόδημα θα αντιμετωπίζεται φορολογικά ως τόκος και όχι ως υπεραξία από μεταβίβαση.
Με βάση τον γενικό συντελεστή φορολόγησης των τόκων του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, η σχετική επιβάρυνση είναι 15%, αντί του 10% που προβλέπεται για τα κέρδη από μεταβίβαση.
Εάν οι αποδόσεις καταβάλλονται σε κρυπτοστοιχεία αντί για ευρώ, για τη φορολογική τους αποτίμηση θα λαμβάνεται υπόψη η αξία τους κατά τον χρόνο της συναλλαγής.
Επιπλέον, όταν τα συγκεκριμένα κρυπτοστοιχεία πωληθούν σε μεταγενέστερο χρόνο, ως τιμή κτήσης τους θα λαμβάνεται η αξία επί της οποίας είχε υπολογιστεί ο φόρος τόκων.

Τα στοιχεία που θα ζητά η Εφορία

Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η τιμή αγοράς και πώλησης θα μπορεί να αποδεικνύεται από τα δικαιολογητικά που εκδίδουν οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή άλλοι ενδιάμεσοι που τηρούν τα σχετικά δεδομένα.
Επιπλέον, θα μπορούν να αξιοποιούνται στοιχεία που προκύπτουν απευθείας από το κατανεμημένο καθολικό, δηλαδή από την τεχνολογία blockchain.
Οι ειδικότερες υποχρεώσεις τεκμηρίωσης, οι τρόποι απόδειξης των συναλλαγών, ο χρόνος διατήρησης των στοιχείων και τα ζητήματα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών θα καθοριστούν με απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος.
Κατά συνέπεια, οι φορολογούμενοι θα πρέπει να είναι σε θέση να τεκμηριώνουν όχι μόνο τα ποσά που εισπράττουν από τις πωλήσεις, αλλά και το αρχικό κόστος απόκτησης, καθώς και τις συναλλαγές που έχουν προηγηθεί.

Εκτός ψηφιακού τέλους οι πωλήσεις

Με ξεχωριστή διάταξη, το άρθρο 284, προβλέπεται ότι οι πωλήσεις κρυπτοστοιχείων θα εξαιρούνται από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής. Η σχετική εξαίρεση συμπληρώνει το νέο καθεστώς φορολόγησης της υπεραξίας, αποφεύγοντας την επιβολή του συγκεκριμένου τέλους στις πωλήσεις που εμπίπτουν στη διάταξη.
Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης ειδικούς κανόνες για τη φορολογική αντιμετώπιση των κρυπτοστοιχείων στις περιπτώσεις κληρονομιάς, δωρεάς και γονικής παροχής.
Για τις περιπτώσεις αυτές, η αποτίμηση θα βασίζεται στην αξία των κρυπτοστοιχείων σε ευρώ κατά την προηγούμενη ημέρα από τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, με βάση τιμές αναγνωρισμένων πλατφορμών διαπραγμάτευσης.

Όσον αφορά την έναρξη εφαρμογής, το άρθρο 376 του νομοσχεδίου προβλέπει ως γενικό κανόνα ότι οι διατάξεις τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά.
Για τα άρθρα που αφορούν τον φόρο 10% στην υπεραξία των κρυπτοστοιχείων δεν προβλέπεται χωριστή ημερομηνία έναρξης στον συγκεκριμένο κατάλογο εξαιρέσεων.
Αντίθετα, για την εξαίρεση από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής προβλέπεται εφαρμογή από την 1η Δεκεμβρίου 2026, ενώ οι διατάξεις για κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές θα εφαρμόζονται για φορολογικές υποχρεώσεις που γεννώνται από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Σε κάθε περίπτωση, καθώς πρόκειται για διατάξεις νομοσχεδίου, η οριστική μορφή και η έναρξη ισχύος τους θα εξαρτηθούν από την ψήφιση και τη δημοσίευση του τελικού νόμου.

Εδώ το νομοσχέδιο όπως κατατέθηκε για διαβούλευση 

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu