Ερευνα αποκαλύπτει τις μεγάλες αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες - Αύξηση στις αγορές πουλερικών, αυγών, γιαουρτιού και έτοιμων γευμάτων
Σημαντικές ανατροπές στις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο κατανέμουν τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό, καταγράφει νέα ανάλυση του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ).
Οι καταναλωτές αγοράζουν λιγότερο βόειο κρέας, πλήρες γάλα, ελαιόλαδο και ζάχαρη, στρέφονται περισσότερο στα πουλερικά, στο γιαούρτι, στα αυγά και στα έτοιμα γεύματα, ενώ η συνολική ετήσια δαπάνη για είδη παντοπωλείου προσεγγίζει πλέον τα 26 δισ. ευρώ.
Η μελέτη, που δημοσιοποιήθηκε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής στις 16 Οκτωβρίου, βασίζεται στην επεξεργασία των πλέον πρόσφατων στοιχείων της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ και παρακολουθεί την εξέλιξη των αγορών από το 2008 έως το 2025.
Τα ευρήματα αποτυπώνουν μια βαθιά αναδιάρθρωση του ελληνικού διατροφικού καλαθιού, υπό την επίδραση των οικονομικών, κοινωνικών και καταναλωτικών αλλαγών της τελευταίας 17ετίας.

Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, η συνολική ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για είδη παντοπωλείου εκτιμάται σε 25,7 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και των αγορών από όλα τα σημεία πώλησης.
Από το ποσό αυτό, περίπου 18,1 δισ. ευρώ κατευθύνονται σε τρόφιμα, 1 δισ. ευρώ σε μη αλκοολούχα ποτά και 1,6 δισ. ευρώ σε αλκοολούχα ποτά.
Παράλληλα, 1,7 δισ. ευρώ αφορούν προϊόντα οικιακής φροντίδας και 2,3 δισ. ευρώ είδη προσωπικής φροντίδας.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση αφορά αποκλειστικά τις δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών και δεν περιλαμβάνει τις αγορές των ξένων επισκεπτών, οι οποίες, σύμφωνα με μια πρώτη εκτίμηση του Ινστιτούτου, ξεπερνούν τα 1,5 δισ. ευρώ ετησίως.
Σε επίπεδο καταναλωτή, η ετήσια κατά κεφαλήν δαπάνη για είδη παντοπωλείου ανήλθε το 2025 στα 2.433 ευρώ, αυξημένη κατά 3,9% σε σύγκριση με το 2024.
Η αντίστοιχη δαπάνη αποκλειστικά για τρόφιμα διαμορφώθηκε στα 1.776 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 4,1%. Την ίδια περίοδο, η συνολική ετήσια καταναλωτική δαπάνη ανά άτομο έφτασε τα 9.216 ευρώ, σημειώνοντας μεγαλύτερη αύξηση, κατά 5,5%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η αύξηση των δαπανών για είδη παντοπωλείου υπολείπεται της ανόδου των καθαρών αποδοχών στα δύο ενδεικτικά νοικοκυριά που εξετάζει η ανάλυση.

Συγκεκριμένα, οι καθαρές αποδοχές ενός άγαμου εργαζομένου χωρίς παιδιά, με αποδοχές στο επίπεδο του μέσου μισθού, αυξήθηκαν κατά 7,3%, ενώ σε ένα ζευγάρι με δύο εργαζομένους και δύο παιδιά, με αποδοχές ίσες με τον μέσο μισθό για κάθε εργαζόμενο, η αύξηση διαμορφώθηκε στο 9,4%.
Ωστόσο, οι πιέσεις στον οικογενειακό προϋπολογισμό παραμένουν ισχυρές σε άλλες βασικές κατηγορίες. Η κατά κεφαλήν δαπάνη για στέγαση αυξήθηκε κατά 8,3% το 2025, με το κόστος ενοικίου να καταγράφει άνοδο 14,4%, ενώ η δαπάνη για εστίαση αυξήθηκε κατά 6,1%.
Η μακροχρόνια σύγκριση αναδεικνύει ακόμη πιο χαρακτηριστικά τις μετατοπίσεις. Το 2008 η συνολική ετήσια κατά κεφαλήν δαπάνη ανερχόταν στα 9.518 ευρώ, για να υποχωρήσει στα 6.267 ευρώ το 2020 και να ανακάμψει στα 9.216 ευρώ το 2025, παραμένοντας ακόμη περίπου 3% χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα σε ονομαστικούς όρους.
Αντίθετα, η δαπάνη για τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά βρίσκεται περίπου 20% υψηλότερα από το 2008, ενώ η δαπάνη για ηλεκτρική ενέργεια έχει υπερδιπλασιαστεί και εκείνη για ενοίκια είναι αυξημένη κατά 36%.

Παρά τις ανατιμήσεις, η διατροφή εξακολουθεί να απορροφά περίπου το ένα πέμπτο του οικογενειακού προϋπολογισμού. Το μερίδιο των τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών διαμορφώθηκε στο 20,4% το 2025, έναντι 16,4% το 2008 και 23,1% το 2020, όταν είχε καταγραφεί η υψηλότερη τιμή κατά την περίοδο της πανδημίας.
Αντίθετα, η στέγαση απορροφά πλέον το 14,7% των συνολικών δαπανών, έναντι 11,8% το 2008, ενώ η εστίαση έχει φτάσει στο 10,7%.
Πέρα όμως από τα ποσά που ξοδεύουν τα νοικοκυριά, η σημαντικότερη αλλαγή εντοπίζεται στις ποσότητες και στο είδος των τροφίμων που επιλέγουν.
Στο κρέας, η στροφή είναι ιδιαίτερα εμφανής. Οι αγοραζόμενες ποσότητες βοείου κρέατος έχουν μειωθεί κατά 29,2% σε σχέση με το 2008, από 17,36 σε 12,29 κιλά ανά άτομο ετησίως.
Μείωση 35,4% καταγράφεται στα αλλαντικά, 14,6% στα ψάρια και 37,2% στα θαλασσινά. Την ίδια στιγμή, τα πουλερικά εμφανίζουν αύξηση 31,9%, με την ετήσια κατά κεφαλήν ποσότητα να διαμορφώνεται στα 16,87 κιλά, από 12,79 κιλά το 2008.
Μεγάλες διαφοροποιήσεις καταγράφονται και στα γαλακτοκομικά. Οι αγορές πλήρους νωπού γάλακτος έχουν μειωθεί κατά 42,5% και του συντηρημένου γάλακτος κατά 60%, ενώ το γάλα χαμηλών λιπαρών παρουσιάζει αύξηση 38%.
Παράλληλα, οι ποσότητες γιαουρτιού αυξήθηκαν κατά 31%, φτάνοντας τα 9,6 κιλά ανά άτομο ετησίως, ενώ εμφανίζονται πλέον στο καταναλωτικό καλάθι και τα φυτικά υποκατάστατα γάλακτος.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μεταβολή στα αυγά, οι αγορές των οποίων αυξήθηκαν κατά 66,6%. Από περίπου 58 αυγά ανά άτομο το 2008, η μέση ετήσια ποσότητα έφτασε σχεδόν τα 97 αυγά το 2025.
Σημαντική υποχώρηση παρουσιάζει το ελαιόλαδο, ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά προϊόντα της ελληνικής και μεσογειακής διατροφής. Οι αγοραζόμενες ποσότητες μειώθηκαν κατά 34,8% σε σχέση με το 2008 και κατά 40,2% σε σύγκριση με το 2015. Ειδικότερα, από 13,72 λίτρα ανά άτομο το 2008 και 14,95 λίτρα το 2015, η ετήσια ποσότητα περιορίστηκε στα 8,94 λίτρα το 2025.
Το ΙΕΛΚΑ επισημαίνει πάντως ότι η εξέλιξη αυτή πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις μεταβολές των τιμών και των καταναλωτικών συνηθειών, χωρίς να αποδίδεται αποκλειστικά σε έναν παράγοντα.
Ανακατατάξεις παρατηρούνται επίσης στις βασικές πηγές υδατανθράκων. Το ψωμί και τα είδη αρτοποιίας έχουν μειωθεί κατά 12,3% σε σχέση με το 2008, ενώ οι αγορές δημητριακών αυξήθηκαν κατά 32,3% και ζυμαρικών κατά 10,3%. Η εικόνα δείχνει ότι οι καταναλωτές δεν περιορίζουν απαραίτητα συνολικά τους υδατάνθρακες, αλλά διαφοροποιούν τις επιλογές τους.
Στα φρούτα και τα λαχανικά, οι αλλαγές είναι λιγότερο ομοιόμορφες. Οι αγορές φρούτων έχουν μειωθεί κατά 8,9%, ενώ οι ποσότητες λαχανικών παραμένουν ουσιαστικά σταθερές, με οριακή αύξηση 1%. Αντίθετα, οι αγορές οσπρίων είναι αυξημένες κατά 23,5% και των ξηρών καρπών κατά 11%, ενώ οι πατάτες καταγράφουν μείωση 24,2%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι επιλογές των νοικοκυριών στα γλυκά. Η ποσότητα ζάχαρης που αγοράζεται έχει περιοριστεί κατά 53,5% από το 2008, υποχωρώντας από 9,06 σε 4,21 κιλά ανά άτομο ετησίως. Ωστόσο, η μείωση αυτή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη πτώση σε όλα τα γλυκά προϊόντα. Αντιθέτως, οι αγορές μελιού και μαρμελάδων έχουν αυξηθεί κατά 68,9%, της σοκολάτας κατά 9,3% και των παγωτών κατά 20,2%.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές αλλαγές αφορά την ταχεία ανάπτυξη της αγοράς έτοιμων γευμάτων. Η ετήσια κατά κεφαλήν ποσότητα εκτινάχθηκε από μόλις 0,24 κιλά το 2015 στα 3,34 κιλά το 2025, αύξηση που φτάνει το 1.277,1%. Πρόκειται για εξέλιξη που συνδέεται με τη στροφή των καταναλωτών σε λύσεις μεγαλύτερης ευκολίας και ταχύτητας, αποτυπώνοντας μια διαφορετική καθημερινότητα ως προς την προετοιμασία του φαγητού.
Οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν και τη θερμιδική αντιστοιχία των αγορών τροφίμων. Με βάση τις ενδεικτικές μέσες θερμιδικές τιμές ανά κατηγορία προϊόντος, το ΙΕΛΚΑ υπολογίζει ότι οι ποσότητες που αγοράζουν τα νοικοκυριά αντιστοιχούσαν το 2025 σε περίπου 1.915 θερμίδες ημερησίως ανά άτομο, έναντι 2.149 θερμίδων το 2015 και 2.210 θερμίδων το 2008.
Πρόκειται για μείωση 13,3% σε διάστημα 17 ετών και 10,9% σε σχέση με το 2015, η οποία οφείλεται κυρίως στον περιορισμό των αγορών προϊόντων με σημαντική θερμιδική συνεισφορά, όπως το ψωμί, το ελαιόλαδο, η ζάχαρη, το τυρί και ορισμένες κατηγορίες κρέατος.
Το Ινστιτούτο διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η μείωση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα πως οι Έλληνες προσλαμβάνουν αντίστοιχα λιγότερες θερμίδες. Τα στοιχεία αφορούν αγορές τροφίμων και όχι την πραγματική κατανάλωση κάθε ατόμου, καθώς δεν αποτυπώνουν πλήρως τη διατροφή εκτός σπιτιού, τη σπατάλη τροφίμων και όλες τις πιθανές πηγές θερμιδικής πρόσληψης. Επομένως, ο δείκτης αποτυπώνει κυρίως τη μεταβολή στη σύνθεση και στις ποσότητες των τροφίμων που εισέρχονται στα νοικοκυριά.
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία της Eurostat για την παχυσαρκία, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα εμφανίζει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2025 το 12,8% του ενήλικου πληθυσμού της χώρας καταγράφεται ως παχύσαρκο, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 16,3%.
Χαμηλότερο ποσοστό παρουσιάζει μόνο η Ιταλία, με 7%, ενώ ακολουθεί η Ρουμανία με 12,9%. Παρότι τα στοιχεία αυτά παρουσιάζουν ενδιαφέρον σε συνδυασμό με τις μεταβολές του διατροφικού καλαθιού, η έρευνα επισημαίνει ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί άμεση αιτιώδης σχέση ανάμεσα στις αλλαγές των αγοραζόμενων ποσοτήτων και στα ποσοστά παχυσαρκίας.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Eurostat: Σχεδόν 42.000 πρόσφυγες από την Ουκρανία υπό προσωρινή προστασία στην Ελλάδα
- Έναρξη παραγωγής στο νέο μεταλλείο Σκουριών: Η τεχνολογία στην αιχμή της μεταλλευτικής δραστηριότητας
- Η βελγική Innovad αποκτά πλειοψηφικό ποσοστό στην Olea Fortius του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας, Δ. Κουρέτα
- Σούπερ μάρκετ: Αύξηση πωλήσεων κατά 6,4% μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου
- Χρηματιστήριο Αθηνών: Συνέχεια ανοδικής αντίδρασης με τράπεζες. Κάτω Motoroil και HelleniQ Energy (ΕΛΠΕ)
- Allianz: Πάνω από 850.000 ευρώ το μέσο κόστος αποζημίωσης για διακοπή λειτουργίας επιχειρήσεων
- METLEN ENERGY & METALS PLC - Transaction in own shares
- ΙΕΛΚΑ: Λιγότερο κρέας, γάλα, ελαιόλαδο και ζάχαρη για τους Ελληνες
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








