Τράπεζες

Πλαφόν στα καταναλωτικά δάνεια: Γιατί η κυβέρνηση θυμήθηκε τη σχετική οδηγία της ΕΕ τρία χρόνια μετά

Financialreport.gr

Τα καταναλωτικά δάνεια στην Ελλάδα παραμένουν ακριβότερα κατά περίπου 3,4 έως 4 μονάδες σε σχέση με την Ευρωζώνη

Η κυβέρνηση εξήγγειλε ότι θα θεσπίσει πλαφόν στο ποσό αποπληρωμής δανείων έως 100.000 ευρώ χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, σχεδόν τρία χρόνια μετά την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2225, η οποία υιοθετήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2023 και έπρεπε να έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο έως τις 20 Νοεμβρίου 2025 με ορίζοντα υποχρεωτικής εφαρμογής το Νοέμβριο του 2026. Η ρύθμιση παρουσιάζεται ως αποφασιστική κυβερνητική παρέμβαση υπέρ των καταναλωτών, ενώ στην πραγματικότητα εντάσσεται σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο που εδώ και καιρό δίνει στα κράτη-μέλη δυνατότητες για αυξημένη προστασία των δανειοληπτών.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην κυριακάτικη ανάρτησή του, ανακοίνωσε ότι είναι έτοιμο το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης για δάνεια μέχρι 100.000 ευρώ χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, θα μπει «τέλος στα ψιλά γράμματα» και στις παράτυπες πρακτικές, ενώ το συνολικό ποσό αποπληρωμής ενός καταναλωτικού δανείου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει κατά 30% έως 50% το αρχικό κεφάλαιο. Παράλληλα, προβλέπεται δικαίωμα υπαναχώρησης εντός 14 ημερών από τη σύναψη της σύμβασης.

Η ίδια γραμμή είχε προαναγγελθεί λίγες ημέρες νωρίτερα από τον υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, ο οποίος μίλησε για «προσαρμογή σε δύο ευρωπαϊκές οδηγίες» και για προστασία των καταναλωτών από καταχρηστικές συμπεριφορές σε δάνεια έως 100.000 ευρώ χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Ο υπουργός ανέφερε επίσης ότι το πλαφόν θα κινείται μεταξύ 30% και 50% πάνω από το κεφάλαιο που δανείστηκε ο πολίτης, ποσοστό που, όπως είπε, αντιστοιχεί στον μέσο όρο πολλών ευρωπαϊκών χωρών.

Η ευρωπαϊκή Οδηγία 2023/2225 στο άρθρο 31 έχει ειδικό τίτλο για «μέτρα περιορισμού» των επιτοκίων, του ΣΕΠΕ ή του συνολικού κόστους της πίστωσης, και υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν μέτρα ώστε να αποτρέπονται υπερβολικά υψηλά επιτόκια, υπερβολικά υψηλό ΣΕΠΕ ή υπερβολικό συνολικό κόστος πίστωσης για τον καταναλωτή. Αυτό είναι και το νέο στοιχείο σε σχέση με την παλαιότερη οδηγία (2008/48/ΕΚ, η οποία δεν έδινε ρητά τέτοια δυνατότητα με τη μορφή γενικού πλαφόν “να μην υπερβαίνει η αποπληρωμή το αρχικό κεφάλαιο κατά Χ%”. Δεν το απαγόρευε κατ’ ανάγκη ως εθνικό μέτρο εκτός των πλήρως εναρμονισμένων σημείων, αλλά η ρητή ευρωπαϊκή βάση για περιορισμό επιτοκίων/ΣΕΠΕ/συνολικού κόστους εμφανίζεται καθαρά στη νέα οδηγία 2023/2225).
Επίσης, η νέα οδηγία του 2023 δεν περιορίζεται απλώς σε μια στενή ρύθμιση για τα καταναλωτικά δάνεια όπως παρουσιάζεται. Αφορά γενικότερα συμβάσεις πίστωσης προς καταναλωτές, με όριο έως 100.000 ευρώ, ενώ διευρύνει το πεδίο προστασίας σε σχέση με το προηγούμενο πλαίσιο. Επιπλέον, προβλέπει ότι δάνεια άνω των 100.000 ευρώ για ανακαίνιση κατοικίας, εφόσον δεν εξασφαλίζονται με υποθήκη ή αντίστοιχη εμπράγματη ασφάλεια, δεν πρέπει να μένουν εκτός πεδίου εφαρμογής.

Γιατί τώρα
Το ερώτημα «γιατί τώρα;» έχει προφανή πολιτική απάντηση. Η κυβέρνηση βρίσκεται υπό πίεση διότι έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον υψηλής κερδοφορίας για τις τράπεζες, δίχως κανένα περιοριστικό μέτρο. Οι καταναλωτές από την πλευρά τους διαμαρτύρονται για τα υψηλά επιτόκια, τις αυξημένες προμήθειες και τις μηδαμινές αποδόσεις στις καταθέσεις ενώ η αντιπολίτευση ζητά αυστηρότερη παρέμβαση, ακόμη και έκτακτη φορολόγηση των τραπεζών.

Στο ίδιο περιβάλλον προστίθεται και η κοινωνική δυσαρέσκεια για τη συμπεριφορά των servicers, που συνδέονται άμεσα και μετοχικά με τις τράπεζες και συχνά εμφανίζονται ως ανεξέλεγκτοι διαχειριστές οφειλών, με τους δανειολήπτες να αισθάνονται ότι βρίσκονται απέναντι σε έναν μηχανισμό χωρίς ουσιαστικό αντίβαρο και με την Τράπεζα της Ελλάδος αποδεδειγμένα ως απλό θεατή.

Τα στοιχεία για τα επιτόκια στην Ελλάδα είναι ενδεικτικά του προβλήματος και επιβεβαιώνουν ότι η αγορά τραπεζικών προϊόντων παραμένει ακριβή για τον πελάτη και ιδιαίτερα αποδοτική για τις τράπεζες. Να σημειωθεί ότι τα καταναλωτικά δάνεια σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος ανέρχονται σε 8,5 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου 2026 (εκ των οποίων 2,199 δισ. ευρώ μέσω πιστωτικών καρτών) σε σύνολο δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα 130,9 δισ. ευρώ.

Επιτόκια Καταναλωτικών Δανείων σε Ελλάδα, Ευρωζώνη [πηγές: ΕΚΤ, Τράπεζα Ελλάδος]
Τα στοιχεία για τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων με συγκεκριμένη διάρκεια για την περίοδο Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2025 εμφανίζονται στο 11,30%, 11,14% και 10,57% αντίστοιχα. Για τον Ιανουάριο 2026, η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει αύξηση στο 11,21%, ενώ για τον Φεβρουάριο 2026 μείωση στο 11,07%.

Για την Ευρωζώνη, η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) αναφέρει 7,33% τον Οκτώβριο και αμετάβλητο 7,33% τον Νοέμβριο, στη συνέχεια 7,15% τον Δεκέμβριο, 7,51% τον Ιανουάριο και 7,51% τον Φεβρουάριο. Με άλλα λόγια τα καταναλωτικά δάνεια στην Ελλάδα παραμένουν ακριβότερα κατά περίπου 3,4 έως 4 μονάδες σε σχέση με την Ευρωζώνη τους τελευταίους μήνες, στοιχείο που εξηγεί γιατί η κυβέρνηση δέχεται πίεση να παρέμβει.

ΜήναςΕλλάδαΕυρωζώνηΔιαφορά Ελλάδας – Ευρωζώνης
Οκτώβριος 202511,30%7,33%+3,97 ποσοστιαίες μονάδες
Νοέμβριος 202511,14%7,33%+3,81 ποσοστιαίες μονάδες
Δεκέμβριος 202510,57%7,15%+3,42 ποσοστιαίες μονάδες
Ιανουάριος 202611,21%7,51%+3,70 ποσοστιαίες μονάδες
Φεβρουάριος 202611,07%7,51%+3,56 ποσοστιαίες μονάδες

Πολλά τα ερωτήματα
Μέχρι να κατατεθεί, να ψηφιστεί το τελικό κείμενο και να τεθούν σε ισχύ οι διατάξεις, οι δανειολήπτες θα πρέπει να είναι ιδιαίτεροι προσεκτικοί και επιφυλακτικοί. Και θα πρέπει να κριθεί στις λεπτομέρειες, οι οποίες δεν είναι ακόμα γνωστές ενώ αντίθετα δεν έχουν απαντηθεί τα κάτωθι ερωτήματα:
– Θα αφορά μόνο νέα δάνεια ή και υφιστάμενες συμβάσεις;
– Θα καλύπτει δάνεια που έχουν μεταβιβαστεί σε funds και διαχειρίζονται servicers;
– Θα περιλαμβάνει όλες τις μορφές προσωπικής πίστης ή μόνο τα κλασικά καταναλωτικά δάνεια;
– Θα ισχύει από την ψήφιση του νόμου και μετά ή θα υπάρξει μεταβατικό πλαίσιο;
– Και, ποιος θα ελέγχει στην πράξη ότι το πλαφόν δεν θα παρακάμπτεται με χρεώσεις, προμήθειες ή συμβατικούς όρους που θα μεταφέρουν αλλού το κόστος;

Γιατί,  όπως όλοι γνωρίζουμε, στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες, αλλά «γράφονται έτσι» και «ελέγχονται με τέτοιο τρόπο», ώστε να μην αλλάζει τίποτα, διαιωνίζοντας  υφιστάμενες καταστάσεις και αποτρέποντας τον υγιή ανταγωνισμό.

googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu