Διεθνή

Πόλεμος στο Ιράν: Λογαριασμός 1.700 δολαρίων για κάθε αμερικανικό νοικοκυριό από πετρέλαιο και επιτόκια

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας και των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων δημιουργεί διπλή πίεση στους καταναλωτές, που «τρώνε από τα έτοιμα»

Σε μια ολοένα πιο δύσκολη οικονομική πραγματικότητα βρίσκονται τα αμερικανικά νοικοκυριά, καθώς ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν προκαλεί ένα διπλό πλήγμα: από τη μία πλευρά εκτινάσσει τις τιμές του πετρελαίου και της ενέργειας και από την άλλη ωθεί υψηλότερα τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.

Η επανεκκίνηση της ανόδου των τιμών του αργού τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς οι συγκρούσεις ΗΠΑ και Ιράν αναζωπυρώθηκαν, έχει ήδη αρχίσει να μεταφέρεται στις τιμές των καυσίμων. Ταυτόχρονα, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου εκτινάχθηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 19 ετών, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο την αγορά κατοικίας, τα δάνεια αυτοκινήτων και συνολικά την πρόσβαση των καταναλωτών σε χρηματοδότηση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Στα 38 δισ. δολάρια το κόστος του πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράν

Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), το οποίο σημειώνει πως οι δαπάνες αυξάνονται κατά 3 δισ. δολάρια το μήνα και προειδοποιεί για πιέσεις σε πληθωρισμό, αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών και ομοσπονδιακό προϋπολογισμό

«Οι καταναλωτές βρίσκονται υπό μεγάλη οικονομική πίεση», δήλωσε ο Μαρκ Ζάντι, επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s Analytics.

Σύμφωνα με ανάλυση της Moody’s Analytics, έως τις 11 Σεπτεμβρίου το συνολικό πρόσθετο κόστος για κάθε αμερικανικό νοικοκυριό από την έναρξη της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν υπολογίζεται περίπου στα 1.760 δολάρια.

Ενέργεια: Το μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού

Περισσότερο από το μισό της συνολικής επιβάρυνσης προέρχεται από την ενέργεια. Σύμφωνα με τον Ζάντι, περίπου 930 δολάρια από τα 1.760 δολάρια ανά νοικοκυριό συνδέονται με τις αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης, του ντίζελ, των αεροπορικών καυσίμων και άλλων ενεργειακών προϊόντων.

Συνολικά, η Moody’s εκτιμά ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές έχουν δαπανήσει περισσότερα από 121 δισ. δολάρια επιπλέον για ενέργεια από την έναρξη του πολέμου.

Άλλα 425 δολάρια ανά νοικοκυριό αποδίδονται στην αύξηση των επιτοκίων, ενώ περίπου 405 δολάρια συνδέονται με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες. Το συγκεκριμένο κόστος, σύμφωνα με τον Ζάντι, θα μεταφερθεί τελικά στους πολίτες είτε μέσω της διόγκωσης του δημόσιου χρέους είτε μέσω υψηλότερης φορολογίας.

Πόνος στην αντλία – Βενζίνη πάνω από 4,32 δολάρια το γαλόνι

Οι τιμές του αμερικανικού αργού ξεπέρασαν την Τρίτη τα 105 δολάρια το βαρέλι, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο κλεισίματος από τα μέσα Μαΐου.

Η άνοδος σημειώθηκε παρά τις διαβεβαιώσεις του Αμερικανού υπουργού Ενέργειας Κρις Ράιτ ότι το κλείσιμο σαουδαραβικού αγωγού θα διαρκούσε μόνο λίγες ημέρες.

Την ίδια στιγμή, η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ ξεπέρασε τα 4,32 δολάρια το γαλόνι, αυξημένη κατά 6% μέσα σε έναν μήνα και κατά 36% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με την AAA.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πίεση στο ντίζελ, η τιμή του οποίου ξεπέρασε τα 6 δολάρια το γαλόνι, φθάνοντας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και καταγράφοντας αύξηση περίπου 70% σε ετήσια βάση.

Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη για το σύνολο της οικονομίας, καθώς το ντίζελ χρησιμοποιείται ευρέως στις οδικές μεταφορές. Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι οι επιχειρήσεις είναι πιθανό να μετακυλήσουν το αυξημένο μεταφορικό κόστος στους καταναλωτές, μέσω υψηλότερων τιμών σε τρόφιμα και άλλα αγαθά.

Οι ανατιμήσεις περνούν σε τρόφιμα και αεροπορικά εισιτήρια

Η ανησυχία για τις τιμές των καυσίμων αποτυπώνεται πλέον και στις έρευνες καταναλωτικής εμπιστοσύνης.

Περισσότερο από το 29% των ερωτηθέντων στην έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν ανέφερε τον Σεπτέμβριο τις τιμές της βενζίνης ως σημαντικό ζήτημα. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου 12% τον Σεπτέμβριο του 2024 και μόλις 6% έναν χρόνο αργότερα.

Η Deloitte έχει υπολογίσει ότι μια αύξηση κατά 20% στις τιμές του αργού πετρελαίου μπορεί να προσθέσει περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό. Η εκτίμηση αυτή, μάλιστα, δεν περιλαμβάνει τις έμμεσες επιπτώσεις σε κατηγορίες όπως τα αεροπορικά εισιτήρια και τα τρόφιμα.

Ήδη, οι αεροπορικοί ναύλοι συγκαταλέγονται στις κατηγορίες με τη μεγαλύτερη επιτάχυνση των τιμών μετά την έναρξη του πολέμου. Τον Αύγουστο ήταν αυξημένοι κατά περισσότερο από 23% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του αμερικανικού Γραφείου Στατιστικών Εργασίας.

Οι αποδόσεις των ομολόγων φέρνουν νέο πλήγμα

Το δεύτερο μέτωπο πίεσης για τους καταναλωτές προέρχεται από την αγορά ομολόγων.

Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου σκαρφάλωσε την Τρίτη στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007 και βρίσκεται περίπου μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα σε σχέση με έναν χρόνο πριν.

Η άνοδος των αποδόσεων συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τους φόβους των επενδυτών για τις πληθωριστικές επιπτώσεις του πολέμου, αλλά και με τις ανησυχίες σχετικά με την ικανότητα της αμερικανικής κυβέρνησης να χρηματοδοτεί το συνεχώς αυξανόμενο δημόσιο χρέος.

Για τα νοικοκυριά, οι υψηλότερες αποδόσεις μεταφράζονται σε ακριβότερα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, αλλά και σε ακριβότερη χρηματοδότηση για αγορά αυτοκινήτου.

«Οι άνθρωποι βιώνουν υψηλότερα επιτόκια όπως ακριβώς βιώνουν τον πληθωρισμό», δήλωσε η Diane Swonk, επικεφαλής οικονομολόγος της KPMG. «Κάνει τα πράγματα λιγότερο προσιτά».

Στεγαστικά δάνεια πάνω από το 7%

Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στην αγορά ακινήτων.

Το μέσο επιτόκιο για ένα 30ετές στεγαστικό δάνειο σταθερού επιτοκίου, το οποίο κινείται σε μεγάλο βαθμό παράλληλα με την απόδοση του 10ετούς ομολόγου, ξεπέρασε μέσα στον Σεπτέμβριο το 7% για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο.

Η άνοδος του κόστους χρηματοδότησης απειλεί να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την ήδη σοβαρή κρίση προσιτής κατοικίας στις ΗΠΑ. Ο σχετικός δείκτης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Ατλάντα υποχώρησε το καλοκαίρι σε επίπεδα που έχουν καταγραφεί ελάχιστες φορές στο παρελθόν.

Παράλληλα, το 44% των συμμετεχόντων στην έρευνα καταναλωτών του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν δήλωσε ότι περιμένει περαιτέρω αύξηση του κόστους δανεισμού μέσα στον επόμενο χρόνο, ποσοστό αυξημένο κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με πέρυσι.

Φόβοι και για την αγορά εργασίας

Οι επιπτώσεις δεν σταματούν στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Το υψηλότερο κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις μπορεί να επιταχύνει την επιβράδυνση των προσλήψεων, σύμφωνα με τη Nicole Bachaud, οικονομολόγο εργασίας στη ZipRecruiter.

Η διστακτικότητα των επιχειρήσεων να αυξήσουν το προσωπικό τους δυσκολεύει τόσο όσους επιχειρούν να εισέλθουν για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας όσο και εκείνους που θέλουν να αλλάξουν θέση εργασίας.

Πρόσθετη αβεβαιότητα προκαλεί το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων των επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, οι οποίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ακόμη ένας ανασταλτικός παράγοντας για τις εταιρικές προσλήψεις.

Την ίδια ώρα, το συνολικό χρέος των αμερικανικών νοικοκυριών μέσω πιστωτικών καρτών έχει αυξηθεί στα 1,26 τρισ. δολάρια, παραμένοντας κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Οι αυξήσεις «έφαγαν» τις μεγαλύτερες επιστροφές φόρων

Η επιβάρυνση από την ενέργεια έχει αποκτήσει τέτοια έκταση ώστε, σύμφωνα με αρκετούς οικονομολόγους, να έχει ήδη υπερκαλύψει το οικονομικό όφελος που είχαν φέτος πολλά νοικοκυριά από τις αυξημένες επιστροφές φόρων.

Η πίεση, ωστόσο, δεν κατανέμεται ισότιμα.

Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα πλήττονται περισσότερο, καθώς διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια και βασικές ανάγκες. Η κατάσταση αυτή ενισχύει ακόμη περισσότερο την εικόνα μιας οικονομίας «σχήματος Κ», στην οποία οι οικονομικές επιδόσεις και οι δυνατότητες κατανάλωσης αποκλίνουν σημαντικά μεταξύ των διαφορετικών εισοδηματικών ομάδων.

Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός κινείται ξανά ταχύτερα από την αύξηση των εισοδημάτων. Με τις τιμές της ενέργειας να ανεβαίνουν, οι πραγματικές αποδοχές —δηλαδή οι μισθοί μετά την προσαρμογή για τον πληθωρισμό— δέχονται νέα πίεση, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Οι Αμερικανοί «τρώνε» τις αποταμιεύσεις τους

Μπροστά στη συνεχή αύξηση του κόστους ζωής και την εξασθένηση της πραγματικής αύξησης των μισθών, ολοένα περισσότερα νοικοκυριά στρέφονται στις αποταμιεύσεις τους για να διατηρήσουν το επίπεδο κατανάλωσης.

Ο Luke Tilley, επικεφαλής οικονομολόγος της M&T Bank και της Wilmington Trust, επισημαίνει ότι το ποσοστό προσωπικής αποταμίευσης στις ΗΠΑ έχει υποχωρήσει το 2026 σε επίπεδα που σπάνια έχουν καταγραφεί μετά την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η στρατηγική έχει ημερομηνία λήξης.

Εάν οι αποταμιεύσεις συνεχίσουν να μειώνονται και οι πραγματικοί μισθοί δεν ανακάμψουν, οι καταναλωτές ενδέχεται να αναγκαστούν να περιορίσουν τις αγορές τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ευρύτερες συνέπειες για την αμερικανική οικονομία, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ των ΗΠΑ.

Ήδη, τα στοιχεία του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης δείχνουν ότι οι καταναλωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά μόλις 0,2% τον Ιούλιο, παρουσιάζοντας μέτρια επιβράδυνση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.

«Αντανακλά την εποχή», είπε ο Τίλεϊ. «Το κόστος έχει αυξηθεί και η αύξηση του εισοδήματος έχει μειωθεί, οπότε κάτι πρέπει να αλλάξει».

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu