Οι πλουσιότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανεβάζουν τους τόνους ενόψει της μεγάλης διαπραγμάτευσης για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό του μπλοκ, ύψους 1,8 τρισ. ευρώ, που προτείνει η Κομισιόν από το 2028 έως το 2034.
Λίγο πριν ανοίξει επίσημα το παζάρι για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, οι καθαροί συνεισφέροντες – τα κράτη που καταβάλλουν περισσότερα στον κοινοτικό προϋπολογισμό από όσα λαμβάνουν – συντονίζουν τη στάση τους με στόχο να περιορίσουν το συνολικό ύψος των δαπανών.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές που επικαλείται το Politico, υπουργοί Ευρωπαϊκών Υποθέσεων από εννέα χώρες αναμένεται να συναντηθούν στις Βρυξέλλες, στο περιθώριο του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων, προκειμένου να χαράξουν κοινή γραμμή απέναντι στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στο μέτωπο αυτό συμμετέχουν η Σουηδία, η Δανία, η Φινλανδία, η Αυστρία, η Ολλανδία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιρλανδία και το Βέλγιο. Βασικό τους επιχείρημα είναι ότι, σε μια περίοδο δημοσιονομικής πίεσης για πολλές εθνικές κυβερνήσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για απότομη αύξηση των εισφορών προς τις Βρυξέλλες.
Η Σουηδή υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Τζέσικα Ρόζενκραντζ δήλωσε ότι το συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού πρέπει να μειωθεί «σημαντικά», υπογραμμίζοντας πως ούτε η Σουηδία ούτε οι υπόλοιποι καθαροί συνεισφέροντες μπορούν να δεχθούν δραστική αύξηση των επιβαρύνσεών τους.
Ανάλογη είναι και η στάση της Αυστρίας. Η υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Κλαούντια Μπάουερ υποστήριξε ότι η ΕΕ πρέπει να εγκαταλείψει την πρακτική της αναζήτησης περισσότερων χρημάτων για κάθε νέα πρόκληση, ζητώντας μεγαλύτερη δημοσιονομική αυτοσυγκράτηση από τις Βρυξέλλες.
Απέναντι στο μπλοκ των καθαρών συνεισφερόντων διαμορφώνεται, ωστόσο, ένα ισχυρό αντίπαλο μέτωπο 16 χωρών. Μεταξύ αυτών βρίσκονται η Ιταλία, η Ισπανία, η Πολωνία και η Ελλάδα, οι οποίες αντιδρούν στις περικοπές που συζητούνται και ζητούν ισχυρότερη χρηματοδότηση για την Πολιτική Συνοχής, την Κοινή Γεωργική Πολιτική και την Κοινή Αλιευτική Πολιτική.
Σε κοινή δήλωσή τους, την οποία συντόνισε η Ρουμανία, οι 16 χώρες επισημαίνουν ότι, παρά τη συνολική αύξηση του νέου προϋπολογισμού, οι συγκεκριμένες πολιτικές είναι οι μόνες που υφίστανται μειώσεις σε πραγματικούς όρους. Τη δήλωση υπογράφουν η Βουλγαρία, η Κροατία, η Τσεχία, η Εσθονία, η Ελλάδα, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Ισπανία.
Η πρόταση της Κομισιόν προβλέπει δαπάνες έως 1,8 τρισ. ευρώ για την περίοδο 2028-2034. Αν συνυπολογιστούν και οι αποπληρωμές του κοινού χρέους που εκδόθηκε την περίοδο της πανδημίας, το συνολικό ποσό προσεγγίζει τα 2 τρισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 1,26% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της ΕΕ. Ο σημερινός προϋπολογισμός, για την περίοδο 2021-2027, αντιστοιχεί σε περίπου 1,1% του αθροιστικού ΑΕΠ των κρατών-μελών.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται επίσης οι λεγόμενες «επιστροφές» ή εκπτώσεις στις εισφορές ορισμένων χωρών, όπως η Γερμανία, η Σουηδία, η Αυστρία, η Δανία και η Ολλανδία. Οι 16 χώρες που ζητούν ισχυρότερη χρηματοδότηση καλούν την Επιτροπή να μην επαναφέρει τις εκπτώσεις αυτές, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει πλέον πολιτική ή οικονομική βάση για τη διατήρησή τους.
Παράλληλα, το ίδιο μπλοκ εμφανίζεται ανοιχτό στο ενδεχόμενο αναβολής μέρους των αποπληρωμών για τον δανεισμό της ΕΕ μετά την πανδημία, ο οποίος εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου 168 δισ. ευρώ στον επόμενο δημοσιονομικό κύκλο.
Οι διεργασίες αναμένεται να ενταθούν τις επόμενες εβδομάδες. Η κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ προετοιμάζει το λεγόμενο NegoBox, δηλαδή το αναλυτικό διαπραγματευτικό κείμενο με συγκεκριμένα ποσά και κατανομές δαπανών. Το έγγραφο ενδέχεται να παρουσιαστεί στις αρχές Ιουνίου, ακόμη και στις 10 Ιουνίου, αφού προηγηθούν επαφές με τις εθνικές αντιπροσωπείες για την καταγραφή των «κόκκινων γραμμών».
Στη συνέχεια, το σχέδιο θα περάσει από τους πρεσβευτές των κρατών-μελών στις Βρυξέλλες και θα τεθεί στο τραπέζι των ηγετών της ΕΕ στη Σύνοδο Κορυφής που ξεκινά στις 18 Ιουνίου.
Παρότι οι καθαροί συνεισφέροντες ζητούν χαμηλότερο συνολικό προϋπολογισμό, δεν απορρίπτουν την ανάγκη για περισσότερους πόρους σε νέες προτεραιότητες, όπως η ανταγωνιστικότητα, η άμυνα και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Ο Φινλανδός υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Γιόακιμ Στραντ σημείωσε ότι απαιτείται έγκαιρη συμφωνία για έναν «σύγχρονο και βιώσιμο» προϋπολογισμό, αλλά με χαμηλότερο συνολικό επίπεδο δαπανών.
Αντίστοιχα, η νέα κυβέρνηση της Ολλανδίας ζητά από τις Βρυξέλλες να λάβουν «δύσκολες αποφάσεις», δίνοντας προτεραιότητα σε δαπάνες που προσφέρουν τη μεγαλύτερη διασυνοριακή προστιθέμενη αξία. Σε επιστολή προς το ολλανδικό κοινοβούλιο, οι υπουργοί Εξωτερικών και Οικονομικών της χώρας ανέφεραν ότι σημαντικές εξοικονομήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν σε τομείς όπως οι αγροτικές επιδοτήσεις, οι πληρωμές προς φτωχότερες περιφέρειες και οι αποδοχές των αξιωματούχων της ΕΕ.
Το αποτέλεσμα προμηνύεται δύσκολο. Από τη μία πλευρά, οι πλουσιότερες χώρες ζητούν φρένο στις δαπάνες. Από την άλλη, ένα ευρύ μπλοκ κρατών-μελών προειδοποιεί ότι οι περικοπές σε συνοχή, γεωργία και αλιεία θα πλήξουν βασικές πολιτικές της Ένωσης. Ο προϋπολογισμός της περιόδου 2028-2034 εξελίσσεται έτσι σε ένα από τα πρώτα μεγάλα τεστ ισορροπιών για την επόμενη φάση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.