Διεθνή

Economist: Η παγίδα του ακριβού χρήματος απειλεί τις υπερχρεωμένες οικονομίες

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Οι αποδόσεις κρατικών ομολόγων ανεβαίνουν, ενώ τα χρέη παραμένουν σε ιστορικά υψηλά - Η αύξηση των τόκων μεταφέρει το κόστος από τους κρατικούς προϋπολογισμούς σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά

Η εποχή του σχεδόν δωρεάν χρήματος έχει παρέλθει. Οι κυβερνήσεις καλούνται πλέον να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος που συσσώρευσαν κατά την περίοδο των μηδενικών επιτοκίων, αλλά με πολύ ακριβότερους όρους.

Πρόκειται για έναν δυσμενή συνδυασμό: οι δανειακές ανάγκες αυξάνονται, η προσφορά κρατικών ομολόγων διογκώνεται και οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να τα αγοράσουν.

Αυτή είναι η βασική προειδοποίηση που αναδεικνύει η σχετική ανάλυση του Economist. Οι αποδόσεις των ομολόγων στις πλούσιες οικονομίες έχουν φθάσει σε επίπεδα που είχαν να παρατηρηθούν εδώ και πολλά χρόνια, εξέλιξη που η βρετανική επιθεώρηση περιγράφει ως ταυτόχρονα θετική και αρνητική: μπορεί να αντανακλά ισχυρότερη ανάπτυξη και επιστροφή των επιτοκίων σε φυσιολογικότερα επίπεδα, αλλά συγχρόνως αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης τεράστιων κρατικών χρεών.

Ο λογαριασμός της αναχρηματοδότησης

Μια άνοδος της απόδοσης των κρατικών ομολόγων δεν επιβαρύνει αμέσως ολόκληρο το υφιστάμενο χρέος. Το κόστος περνά σταδιακά στους προϋπολογισμούς, καθώς λήγουν παλαιοί τίτλοι χαμηλού επιτοκίου και αντικαθίστανται από νέους, ακριβότερους.

Αυτό ακριβώς κάνει την απειλή ύπουλη. Η επιβάρυνση δεν εκδηλώνεται ως ένα στιγμιαίο σοκ, αλλά συσσωρεύεται χρόνο με τον χρόνο. Όσο περισσότερο οι αποδόσεις παραμένουν υψηλές τόσο μεγαλύτερο τμήμα του χρέους αναχρηματοδοτείται με δυσμενέστερους όρους και τόσο αυξάνεται το κονδύλι των τόκων.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το δημόσιο χρέος που διακρατείται από το κοινό αντιστοιχεί το 2026 περίπου στο 101% του ΑΕΠ. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προβλέπει ότι θα φθάσει στο 120% το 2036, ενώ οι καθαρές δαπάνες τόκων αναμένεται να αυξηθούν από 3,3% σε 4,6% του ΑΕΠ. Το αμερικανικό έλλειμμα εκτιμάται ήδη στα 1,9 τρισ. δολάρια για το 2026.

Οι αγορές ξανατιμολογούν τον κίνδυνο

Για χρόνια οι κεντρικές τράπεζες αποτελούσαν έναν πανίσχυρο αγοραστή κρατικών τίτλων. Τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης συμπίεζαν τις αποδόσεις και επέτρεπαν στις κυβερνήσεις να δανείζονται φθηνά, ακόμη και όταν τα χρέη τους αυξάνονταν.

Σήμερα το περιβάλλον είναι διαφορετικό. Ο πληθωρισμός αποδεικνύεται επίμονος, οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν εύκολα να επιστρέψουν στα μηδενικά επιτόκια και οι αγορές απαιτούν μεγαλύτερη αποζημίωση για τον πληθωριστικό και δημοσιονομικό κίνδυνο. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις χρειάζονται νέα κεφάλαια για άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια, πράσινες επενδύσεις, γήρανση του πληθυσμού και κοινωνικές δαπάνες.

Η αυξημένη έκδοση ομολόγων συναντά επομένως μια πιο επιφυλακτική επενδυτική βάση. Όταν η προσφορά χρέους αυξάνεται ταχύτερα από τη ζήτηση, οι τιμές των ομολόγων υποχωρούν και οι αποδόσεις τους ανεβαίνουν.

Ευρώπη: μικρότερα περιθώρια ελιγμών

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δική της εκδοχή του προβλήματος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι οι βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν ιδιαίτερα αυξημένες στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στη Φινλανδία, λόγω των ελλειμμάτων και της λήξης παλαιότερων ομολόγων. Με αμετάβλητη δημοσιονομική πολιτική, δώδεκα κράτη-μέλη κατατάσσονται στην κατηγορία υψηλού μεσοπρόθεσμου κινδύνου βιωσιμότητας.

Η άνοδος του κόστους εξυπηρέτησης σημαίνει ότι περισσότερα φορολογικά έσοδα κατευθύνονται στους πιστωτές και λιγότερα σε δημόσιες επενδύσεις, υγεία, παιδεία ή κοινωνική προστασία. Για χώρες με υψηλό χρέος, ακόμη και μια σχετικά μικρή και μόνιμη αύξηση των αποδόσεων μπορεί να μετατραπεί σε σημαντική δημοσιονομική επιβάρυνση.

Το κράτος ανταγωνίζεται την ιδιωτική οικονομία

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων λειτουργούν ως βάση τιμολόγησης για μεγάλο μέρος της οικονομίας. Όταν ανεβαίνουν, ακολουθούν συνήθως τα εταιρικά δάνεια, τα στεγαστικά και το κόστος χρηματοδότησης των επενδύσεων.

Παράλληλα, ο μεγάλος κρατικός δανεισμός απορροφά κεφάλαια τα οποία διαφορετικά θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν παραγωγικές ιδιωτικές επενδύσεις. Το ίδιο το CBO επισημαίνει ότι η διογκούμενη κρατική ζήτηση για κεφάλαια μπορεί να ωθήσει τα επιτόκια προς τα πάνω και να περιορίσει τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: το υψηλότερο χρέος ανεβάζει τις αποδόσεις, οι αυξημένες αποδόσεις διογκώνουν τις δαπάνες τόκων και οι μεγαλύτερες δαπάνες τόκων τροφοδοτούν νέα ελλείμματα και νέο δανεισμό.

Η επιστροφή της δημοσιονομικής πειθαρχίας

Η προσαρμογή δεν θα είναι εύκολη. Απότομες περικοπές δαπανών μπορούν να πλήξουν την ανάπτυξη και να προκαλέσουν κοινωνικές αντιδράσεις, ενώ οι μεγάλες αυξήσεις φόρων ενδέχεται να περιορίσουν τις επενδύσεις. Από την άλλη πλευρά, η αναβολή των αποφάσεων αφήνει το χρέος να αυξάνεται και καθιστά τις χώρες περισσότερο ευάλωτες σε μια νέα χρηματοπιστωτική ή γεωπολιτική κρίση.

Το μήνυμα των αγορών είναι σαφές: το ύψος του χρέους δεν ήταν ιδιαίτερα επώδυνο όσο το χρήμα παρέμενε φθηνό. Με την επιστροφή των υψηλότερων επιτοκίων, όμως, η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών εξαρτάται ξανά από την αξιοπιστία, την ανάπτυξη και την ικανότητα των κυβερνήσεων να ελέγξουν τα ελλείμματά τους. Το χρέος παύει να είναι ένας αριθμός στον κρατικό ισολογισμό και μετατρέπεται σε άμεσο περιορισμό της οικονομικής πολιτικής.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu