Τράπεζες

Κριστίν Λαγκάρντ – απολογισμός: Η «άσχετη» με τα οικονομικά που έγραψε τη δική της ιστορία στην ΕΚΤ

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Χωρίς σπουδές οικονομικών και εμπειρία στην κεντρική τραπεζική, αμφισβητήθηκε από την πρώτη στιγμή, εξ ου και το ειρωνικό προσωνύμιο «Madame Lagaffe». Επτά χρόνια αργότερα, αποχωρεί έχοντας διαχειριστεί μια πανδημία, ενεργειακές κρίσεις και ιστορικό πληθωρισμό

Όταν η Κριστίν Λαγκάρντ ανέλαβε τα ηνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) τον Νοέμβριο του 2019, πολλοί αναρωτήθηκαν εάν μια δικηγόρος χωρίς ακαδημαϊκό υπόβαθρο στα οικονομικά και χωρίς εμπειρία στην κεντρική τραπεζική μπορούσε να διοικήσει έναν από τους ισχυρότερους χρηματοπιστωτικούς θεσμούς στον κόσμο.

Όπως αναφέρει το εκτενές δημοσίευμα του Reuters, επτά χρόνια αργότερα, η απάντηση αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από ό,τι περίμεναν οι επικριτές της. Η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της ΕΚΤ κατάφερε να διαχειριστεί αλλεπάλληλες κρίσεις, να γεφυρώσει εσωτερικές αντιπαραθέσεις και να επιβάλει ένα διαφορετικό μοντέλο ηγεσίας, στο οποίο η πολιτική διαπραγμάτευση και η οικοδόμηση συναινέσεων είχαν συχνά μεγαλύτερη σημασία από την τεχνοκρατική αυθεντία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επίσημο: Η Λαγκάρντ ανακοίνωσε ότι αποχωρεί στις 7 Φεβρουαρίου από την προεδρία της ΕΚΤ

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιβεβαίωσε με ανακοίνωσή της τις πληροφορίες που μετέδωσε το FinancialJuice για την πρόωρη αποχώρηση της προέδρου της. Η Λαγκάρντ ενημέρωσε το Διοικητικό Συμβούλιο και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ενώ ξεκινά η συζήτηση για τη διαδοχή της

Η απόφασή της, όμως, να παραιτηθεί πρόωρα, με ισχύ από τις 7 Φεβρουαρίου 2027, αντί να ολοκληρώσει την οκταετή θητεία της τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, αναδεικνύει το μεγάλο παράδοξο της διαδρομής της: οι πολιτικές δεξιότητες που τη βοήθησαν να καθοδηγήσει την ΕΚΤ μέσα από ιστορικές αναταράξεις είναι εκείνες που σήμερα προκαλούν ερωτήματα για την ανεξαρτησία του θεσμού.

Η πρόεδρος που δεν ήταν οικονομολόγος

Η Λαγκάρντ έφτασε στη Φρανκφούρτη με ένα εντυπωσιακό βιογραφικό, αλλά και ένα ασυνήθιστο μειονέκτημα για τη συγκεκριμένη θέση.

Είχε διατελέσει υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας και γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ωστόσο δεν είχε σπουδάσει οικονομικά ούτε είχε εργαστεί σε κεντρική τράπεζα. Για ορισμένους παράγοντες των αγορών, η επιλογή της αποτελούσε ακόμη και «κίνδυνο αξιοπιστίας».

Η ίδια αποκάλυψε αργότερα μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια: όταν αποδέχθηκε την προεδρία της ΕΚΤ, πίστευε ότι η θητεία διαρκούσε πέντε χρόνια και όχι οκτώ.

Η άγνοια αυτή για βασικές θεσμικές λεπτομέρειες θα μπορούσε να ενισχύσει τους φόβους όσων αμφισβητούσαν την καταλληλότητά της. Στην πράξη, όμως, η Λαγκάρντ επέλεξε να μετατρέψει τη διαφορετικότητά της σε πλεονέκτημα.

Αντί να προσπαθήσει να μιμηθεί τους οικονομολόγους που είχαν προηγηθεί, επένδυσε στην πολιτική εμπειρία, στην επικοινωνία και στην ικανότητά της να συνθέτει αντικρουόμενες απόψεις.

«Τα επτά χρόνια της στην ΕΚΤ ήταν, συνολικά, αρκετά καλά», εκτιμά ο οικονομολόγος και πρώην αξιωματούχος της Τράπεζας της Αγγλίας Willem Buiter, επισημαίνοντας ότι η ευρωζώνη κατάφερε να επαναφέρει τον πληθωρισμό σε χαμηλότερα επίπεδα ταχύτερα από τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από τη δικηγορία στο ΔΝΤ και την κορυφή της Ευρώπης

Η ανορθόδοξη πορεία της Λαγκάρντ είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν από την είσοδό της στην ΕΚΤ.

Με επαγγελματική αφετηρία τη δικηγορία και πολυετή εμπειρία στον επιχειρηματικό κόσμο του Σικάγου, μπήκε στη γαλλική πολιτική το 2005 ως πρόσωπο εκτός του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος.

Οι πρώτες δημόσιες αστοχίες της τής χάρισαν το ειρωνικό προσωνύμιο «Madame Lagaffe», που παραπέμπει στη γκάφα. Σύντομα, ωστόσο, εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της κυβέρνησης του Νικολά Σαρκοζί.

Ως υπουργός Οικονομικών κλήθηκε να διαχειριστεί τις συνέπειες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, ενώ αργότερα ανέλαβε την ηγεσία του ΔΝΤ σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή κρίση χρέους απειλούσε τη συνοχή της ευρωζώνης.

Η ελληνική κρίση αποτέλεσε μία από τις πιο δύσκολες δοκιμασίες της. Το ΔΝΤ συμμετείχε στα προγράμματα διάσωσης που συνοδεύτηκαν από σκληρή λιτότητα, ενώ η ίδια προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα όταν κάλεσε τους πολίτες να πληρώνουν τους φόρους τους, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κοινωνία δοκιμαζόταν από βαθιά ύφεση και περικοπές εισοδημάτων.

Δεν απέφυγε ούτε τις επιλογές υψηλού ρίσκου. Το 2018 υποστήριξε ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης ύψους 57 δισ. δολαρίων για την Αργεντινή, με στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας επί προεδρίας Μαουρίσιο Μάκρι. Η προσπάθεια δεν κατάφερε να αποτρέψει τη νομισματική κατάρρευση και τη βαθιά ύφεση, αφήνοντας πίσω της ένα ιδιαίτερα προβληματικό πρόγραμμα.

Αυτή η διαδρομή ανέδειξε τόσο τις ικανότητές της στη διαχείριση πολιτικών κρίσεων όσο και την προθυμία της να αναλαμβάνει μεγάλα ρίσκα.

Το πρώτο μεγάλο λάθος και η πανδημία

Η μεγαλύτερη δοκιμασία της στην ΕΚΤ ήρθε μόλις λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της.

Τον Μάρτιο του 2020, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού προκαλούσε πανικό στις διεθνείς αγορές, η Λαγκάρντ δήλωσε ότι η ΕΚΤ δεν βρισκόταν εκεί για να περιορίζει τις διαφορές αποδόσεων, τα λεγόμενα spreads, μεταξύ των κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης.

Η δήλωση ερμηνεύθηκε ως αποστασιοποίηση της κεντρικής τράπεζας από την ανάγκη προστασίας των πιο ευάλωτων οικονομιών, κυρίως της Ιταλίας, και πυροδότησε έντονες πωλήσεις ομολόγων.

Ήταν μια στιγμή που θύμισε πόσο καθοριστική μπορεί να αποδειχθεί ακόμη και μια φράση του επικεφαλής μιας κεντρικής τράπεζας.

Η Λαγκάρντ αναγκάστηκε να ανασκευάσει γρήγορα. Η ΕΚΤ προχώρησε στη συνέχεια σε ένα έκτακτο πρόγραμμα αγορών ομολόγων, το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά στη σταθεροποίηση των αγορών και στην αποτροπή μιας νέας κρίσης χρηματοδότησης στην ευρωζώνη.

Η πρόεδρος που είχε κατηγορηθεί ότι δεν κατανοούσε πλήρως τους μηχανισμούς των αγορών βρέθηκε να ηγείται μιας από τις μεγαλύτερες παρεμβάσεις στην ιστορία της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής.

Ο πληθωρισμός, ο πόλεμος και τα επιτόκια

Η πανδημία δεν ήταν παρά η αρχή.

Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και, κυρίως, η ενεργειακή κρίση που επιδεινώθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 δημιούργησαν ένα πρωτοφανές πληθωριστικό κύμα.

Η ΕΚΤ βρέθηκε αντιμέτωπη με τη δυσκολότερη ίσως εξίσωση της σύγχρονης ιστορίας της: να συγκρατήσει τις τιμές χωρίς να οδηγήσει την ευρωπαϊκή οικονομία σε βαθιά ύφεση.

Η απάντηση ήταν η ταχύτερη σειρά αυξήσεων επιτοκίων που είχε πραγματοποιήσει έως τότε η κεντρική τράπεζα.

Η πολιτική αυτή προκάλεσε σημαντική επιβάρυνση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε όσους εξυπηρετούσαν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, αλλά συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων.

Η διαχείριση δεν ήταν αλάνθαστη. Η ΕΚΤ αναγνώρισε εκ των υστέρων ότι καθυστέρησε να αντιληφθεί την έκταση και τη διάρκεια των ανατιμήσεων στην ενέργεια.

Ωστόσο, η συνολική πορεία της Λαγκάρντ απέδειξε ότι η αποτελεσματικότητα μιας κεντρικής τράπεζας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις ακαδημαϊκές γνώσεις του προέδρου της, αλλά και από την ποιότητα των αποφάσεων, τη θεσμική συνέχεια και τη δυνατότητα συντονισμού διαφορετικών οικονομικών προσεγγίσεων.

Η γυναίκα που ένωσε τα «στρατόπεδα» της ΕΚΤ

Ίσως η σημαντικότερη συμβολή της Λαγκάρντ να μην αποτυπώνεται σε κάποιον οικονομικό δείκτη, αλλά στον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της ΕΚΤ.

Ο προκάτοχός της, Μάριο Ντράγκι, είχε συνδέσει το όνομά του με τη διάσωση του ευρώ, αλλά και με ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό μοντέλο ηγεσίας, το οποίο προκαλούσε αντιδράσεις σε εκπροσώπους των χωρών της Βόρειας Ευρώπης.

Η Λαγκάρντ επέλεξε μια διαφορετική προσέγγιση.

Αντί να επιβάλλει τις αποφάσεις της, προσπάθησε να οικοδομήσει συναινέσεις μεταξύ των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών, γεφυρώνοντας τις παραδοσιακές διαφορές ανάμεσα στα «γεράκια» της νομισματικής πειθαρχίας και στα «περιστέρια» που έδιναν μεγαλύτερο βάρος στην ανάπτυξη.

Η ικανότητά της να ακούει, να διαπραγματεύεται και να αναζητά κοινό έδαφος αποτέλεσε βασικό στοιχείο της ηγεσίας της.

Το ύφος της διέφερε αισθητά από εκείνο των προκατόχων της. Προτιμούσε τον απλό λόγο αντί της περίπλοκης οικονομικής ορολογίας, ενώ δεν δίσταζε να επιστρατεύει χιούμορ και καθημερινές εκφράσεις για να εξηγήσει σύνθετα οικονομικά ζητήματα.

Ως επικεφαλής του ΔΝΤ είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι «όλα είναι καλύτερα με βούτυρο», μιλώντας για την ανάπτυξη, ενώ είχε προτρέψει τις κυβερνήσεις να «επισκευάσουν τη στέγη όσο λάμπει ο ήλιος».

Ακόμη και όταν χαρακτήρισε τους οικονομολόγους μια «κλειστή φυλή», για να μετριάσει αργότερα το σχόλιο λέγοντας πως θα ήθελε να γίνει και η ίδια μέλος της, επιβεβαίωσε ότι δεν αισθανόταν την ανάγκη να ακολουθήσει τους συμβατικούς κανόνες της τεχνοκρατικής επικοινωνίας.

Η πρόωρη παραίτηση και η σκιά του Μακρόν

Αν η θητεία της χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια γεφύρωσης των αντιθέσεων, η αποχώρησή της επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα: τη σχέση της ΕΚΤ με την πολιτική εξουσία.

Η Λαγκάρντ ανακοίνωσε την αποχώρησή της πριν από τη λήξη της θητείας της, ανοίγοντας τον δρόμο ώστε οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες να επιλέξουν τον διάδοχό της πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027.

Το χρονοδιάγραμμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιθανότητα μιας μεγάλης πολιτικής ανατροπής, με την ακροδεξιά να εμφανίζεται ισχυρή στις δημοσκοπήσεις.

Η χρονική συγκυρία πυροδότησε επικρίσεις ότι η πρόωρη αποχώρηση ενδέχεται να εξυπηρετεί πολιτικούς σχεδιασμούς που συνδέονται με τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν.

«Αυτό υποβαθμίζει τον θεσμό και απλώς ακολουθεί τους καθαρά πολιτικούς υπολογισμούς του Γάλλου προέδρου», υποστηρίζει ο Πολ ντε Γκράου, καθηγητής στο London School of Economics.

Δεν συμμερίζονται, πάντως, όλοι αυτή την εκτίμηση. Άλλοι αναλυτές θεωρούν ότι η πρόωρη αποχώρηση επιτρέπει την ομαλότερη μετάβαση στην επόμενη ηγεσία και περιορίζει τον κίνδυνο θεσμικών αναταράξεων.

Η ίδια η Λαγκάρντ δεν έχει απαντήσει ευθέως στις επικρίσεις. Έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν προτίθεται να διεκδικήσει τη γαλλική προεδρία, δηλώνοντας όμως ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τις φιλοευρωπαϊκές αξίες στη χώρα της, με όποιον ρόλο θεωρήσει αποτελεσματικότερο.

Μια πολιτική προσωπικότητα στην καρδιά της νομισματικής εξουσίας

Η πολιτική διάσταση της προσωπικότητάς της δεν εξαφανίστηκε ποτέ πίσω από τη θεσμική ουδετερότητα που απαιτεί η ΕΚΤ.

Χαρακτηριστικό ήταν το επεισόδιο στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2026, όταν αποχώρησε από δείπνο κατά τη διάρκεια ομιλίας του Αμερικανού υπουργού Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ, ο οποίος επέκρινε την Ευρώπη.

Η κίνηση θεωρήθηκε ενδεικτική της προθυμίας της να εκφράζει πολιτική στάση, ακόμη και όταν η θέση της απαιτούσε προσεκτικές ισορροπίες.

Σήμερα, η διαδοχή της πραγματοποιείται σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία.

Οι πιέσεις στην αγορά γαλλικών κρατικών ομολόγων, η αβεβαιότητα γύρω από τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και οι νέοι πληθωριστικοί κίνδυνοι που δημιουργεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνθέτουν ένα περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις.

Ο επόμενος πρόεδρος της ΕΚΤ θα πρέπει να προστατεύσει τη σταθερότητα των τιμών, να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και, ταυτόχρονα, να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του θεσμού απέναντι στις πολιτικές πιέσεις.

Το παράδοξο της κληρονομιάς της

Η Κριστίν Λαγκάρντ αποχωρεί αφήνοντας πίσω της μια κληρονομιά που δύσκολα μπορεί να αποτιμηθεί με τους παραδοσιακούς όρους της κεντρικής τραπεζικής.

Δεν υπήρξε η κλασική οικονομολόγος που οικοδόμησε την καριέρα της πάνω σε νομισματικά μοντέλα και θεωρητικές αναλύσεις. Ούτε απέφυγε τα λάθη ή τις αμφιλεγόμενες αποφάσεις.

Αντίθετα, έδειξε ότι η πολιτική διορατικότητα, η επικοινωνιακή ικανότητα και η τέχνη του συμβιβασμού μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστικά εργαλεία διοίκησης ακόμη και ενός τόσο τεχνοκρατικού οργανισμού όσο η ΕΚΤ.

Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά, όμως, καθιστούν την αποχώρησή της αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.

«Τοποθετήθηκε εκεί για έναν λόγο: επειδή ήταν πιο πολιτική από τον προκάτοχό της και, σε αυτή την αποστολή, πιστεύω ότι πέτυχε σε μεγάλο βαθμό», σημειώνει ο Frederik Ducrozet, επικεφαλής στρατηγικής και μακροοικονομικής έρευνας της Pictet Wealth Management.

Η Λαγκάρντ κατάφερε τελικά να αμφισβητήσει ένα από τα πιο διαδεδομένα στερεότυπα της οικονομικής εξουσίας: ότι για να διοικήσει κανείς αποτελεσματικά μια κεντρική τράπεζα πρέπει απαραιτήτως να είναι οικονομολόγος.

Το ερώτημα που αφήνει πίσω της είναι διαφορετικό και ίσως σημαντικότερο: πόσο πολιτικός μπορεί να είναι ο επικεφαλής μιας κεντρικής τράπεζας χωρίς να διακυβεύεται η ανεξαρτησία της;

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu