Παρά τα ισχυρά πλεονάσματα και τη μείωση του δημόσιου χρέους, τα νοικοκυριά πιέζονται από την ακρίβεια - Στο -3,9% η αποταμίευση, στο 5% ο πληθωρισμός και στα 8,9 δισ. ευρώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
Μια οικονομία που αναπτύσσεται, παράγει δημοσιονομικά πλεονάσματα και μειώνει το δημόσιο χρέος της, αλλά την ίδια στιγμή εμφανίζει αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
Αυτή είναι η αντιφατική εικόνα που αναδεικνύεται από το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων Οκτωβρίου 2026 της Τράπεζας Πειραιώς, αποτυπώνοντας το χάσμα ανάμεσα στη βελτίωση των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών και στις πιέσεις που εξακολουθούν να δέχονται τα εισοδήματα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί τη θετική της δυναμική, με τις προβλέψεις για την ανάπτυξη να κινούνται μεταξύ 1,8% και 2% για το 2026. Ωστόσο, πίσω από τους θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και τις καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις, διαμορφώνεται μια λιγότερο ευνοϊκή εικόνα για τα νοικοκυριά, καθώς οι καταναλωτικές δαπάνες αυξάνονται ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τα περιθώρια αποταμίευσης.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι το 2025 τα νοικοκυριά και τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που τα εξυπηρετούν εμφάνισαν αρνητική ακαθάριστη αποταμίευση ύψους 6,4 δισ. ευρώ, με το ποσοστό αποταμίευσης να διαμορφώνεται στο -3,9%, έναντι -2,4% το 2024.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη βασική αντίφαση της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας: ενώ η οικονομία μεγεθύνεται και τα δημόσια οικονομικά βελτιώνονται, η αύξηση των καταναλωτικών δαπανών ξεπερνά εκείνη των εισοδημάτων, επιβαρύνοντας την οικονομική θέση των νοικοκυριών.
Η «μαύρη τρύπα» των νοικοκυριών: Η κατανάλωση τρέχει πιο γρήγορα από το εισόδημα
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που παραθέτει η Πειραιώς είναι αποκαλυπτικά για την απόκλιση μεταξύ εισοδήματος και κατανάλωσης.
Το 2025, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που τα εξυπηρετούν αυξήθηκε κατά 3,7%, φτάνοντας στα 165,4 δισ. ευρώ. Την ίδια περίοδο, όμως, η τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 5,2%, αγγίζοντας τα 171,8 δισ. ευρώ.
Με άλλα λόγια, η κατανάλωση ξεπέρασε κατά 6,4 δισ. ευρώ το διαθέσιμο εισόδημα, οδηγώντας το ποσοστό αποταμίευσης βαθύτερα σε αρνητικό έδαφος.
Το στοιχείο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός και εξακολουθεί να επιβαρύνει το κόστος διαβίωσης.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο εθνικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 5%, ενώ στο σύνολο του εννεαμήνου έφτασε κατά μέσο όρο στο 4%, έναντι 2,5% την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται σε μία μόνο κατηγορία προϊόντων. Οι τιμές των υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 4,7% στο εννεάμηνο, ενώ ο δείκτης αγαθών κατέγραψε άνοδο 3,5%, από μόλις 0,6% την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Την ίδια στιγμή, ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3% τον Σεπτέμβριο, γεγονός που δείχνει ότι οι ανατιμήσεις δεν εξαντλούνται αποκλειστικά στις μεταβολές των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων.
Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί η αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης. Οι επίμονες ανατιμήσεις περιορίζουν το πραγματικό όφελος για τους καταναλωτές, ενώ η υποχώρηση της αποταμίευσης αναδεικνύει την πίεση που υφίστανται οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί.

Ισχυρά πλεονάσματα για το Δημόσιο – Σε τροχιά αποκλιμάκωσης το χρέος
Στον αντίποδα των πιέσεων στα νοικοκυριά, η δημοσιονομική εικόνα της χώρας παρουσιάζει σημαντική βελτίωση.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ, το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2025 αναθεωρήθηκε ανοδικά στο 2% του ΑΕΠ, έναντι προηγούμενης εκτίμησης 1,7%.
Ακόμη υψηλότερα διαμορφώθηκε το πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο έφτασε στο 5,1% του ΑΕΠ, από 4,9% που υπολογιζόταν αρχικά.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος περιορίστηκε στο 145,4% του ΑΕΠ, από 153,5% το 2024, καταγράφοντας μείωση κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες.
Η βελτίωση της αναλογίας χρέους προς ΑΕΠ συνδέεται και με την ανοδική αναθεώρηση του ονομαστικού ΑΕΠ για το 2025 στα 249,7 δισ. ευρώ, ενώ ο πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης διατηρήθηκε στο 2,1%.
Οι δημοσιονομικές προοπτικές παραμένουν θετικές και για την επόμενη διετία. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προβλέπει πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 0,6% του ΑΕΠ το 2026 και 0,3% το 2027, με τα αντίστοιχα πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,6% και 3,3%.
Το δημόσιο χρέος αναμένεται να συνεχίσει την καθοδική του πορεία, φτάνοντας στο 128,8% του ΑΕΠ το 2027.
Στη θετική δημοσιονομική εικόνα προστίθεται η πρόωρη αποπληρωμή δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ στις αρχές Οκτωβρίου, καθώς και η επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας στη βαθμίδα «BBB», με σταθερή προοπτική, από τον οίκο S&P στις 23 Οκτωβρίου.
Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαιώνουν την πρόοδο που έχει σημειωθεί στη δημοσιονομική προσαρμογή. Δεν αναιρούν, ωστόσο, το γεγονός ότι η βελτίωση των κρατικών οικονομικών συνυπάρχει με περιορισμένα περιθώρια αποταμίευσης στον ιδιωτικό τομέα.

Ανάπτυξη έως 2%, αλλά με σημαντικές αβεβαιότητες για το 2027
Παρά τις πιέσεις, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί στο 2% το 2026, για να επιταχυνθεί στο 2,3% το επόμενο έτος.
Βασικοί μοχλοί της αναπτυξιακής πορείας αναμένεται να είναι οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση.
Πιο επιφυλακτικό εμφανίζεται το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο προβλέπει ανάπτυξη 1,8% τόσο για το 2026 όσο και για το 2027.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα φτάσει στο 2% φέτος και θα διαμορφωθεί στο 1,9% το 2027.
Οι διαφορές στις προβλέψεις αντανακλούν την αβεβαιότητα για την εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένων ενεργειακών τιμών, γεωπολιτικών εντάσεων και περιοριστικών χρηματοδοτικών συνθηκών.
Είναι ενδεικτικό ότι το ΔΝΤ προβλέπει πληθωρισμό 4,2% στην Ελλάδα το 2026 και 3,6% το 2027, εκτιμώντας ότι η αποκλιμάκωση των τιμών θα είναι βραδύτερη από ό,τι αναμένουν άλλοι φορείς.

Η αγορά κινείται, αλλά η δυναμική δεν είναι ομοιόμορφη
Σημαντική ανθεκτικότητα παρουσιάζουν οι δείκτες της πραγματικής οικονομίας, οι περισσότεροι από τους οποίους εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά.
Τον Αύγουστο, η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 5,7% σε ετήσια βάση, με τη μεταποίηση να έχει καθοριστική συμβολή στη θετική επίδοση.
Τον Ιούλιο, στο λιανικό εμπόριο εκτός καυσίμων, ο δείκτης κύκλου εργασιών αυξήθηκε κατά 5,3%, ενώ ο δείκτης όγκου ενισχύθηκε κατά 5,5%.
Στο χονδρικό εμπόριο, ο κύκλος εργασιών κατέγραψε άνοδο 6,5%, αν και ο δείκτης όγκου μειώθηκε κατά 2,4%, αποτυπώνοντας μια περισσότερο σύνθετη εικόνα για τον κλάδο.
Θετική ήταν και η πορεία των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των αυτοκινήτων, με αύξηση του κύκλου εργασιών κατά 2,5% και του όγκου κατά 2,8%.
Ακόμη ισχυρότερη ήταν η ανάπτυξη στις επιχειρηματικές υπηρεσίες, όπου ο δείκτης κύκλου εργασιών αυξήθηκε κατά 14,1% σε ετήσια βάση.
Οι επιδόσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα παραμένει σε τροχιά επέκτασης. Παράλληλα, όμως, το γεγονός ότι τα νοικοκυριά αυξάνουν την κατανάλωσή τους ταχύτερα από το εισόδημά τους δημιουργεί ερωτήματα για τη δυνατότητα διατήρησης αυτής της δυναμικής χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση της αποταμίευσης.
Νέα επιδείνωση στο εξωτερικό ισοζύγιο – Στα 8,9 δισ. ευρώ το έλλειμμα
Ένα ακόμη σημείο προβληματισμού αποτελεί η εξέλιξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η Πειραιώς, κατά το οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2026, το έλλειμμα διευρύνθηκε κατά 2,4 δισ. ευρώ, φτάνοντας τα 8,9 δισ. ευρώ.
Η επιδείνωση προήλθε αποκλειστικά από το ισοζύγιο δευτερογενών εισοδημάτων, καθώς στα υπόλοιπα επιμέρους ισοζύγια καταγράφηκαν βελτιώσεις.
Ειδικότερα, το έλλειμμα αγαθών περιορίστηκε κατά 428 εκατ. ευρώ, κυρίως χάρη στη βελτίωση του ισοζυγίου χωρίς καύσιμα και πλοία.
Παράλληλα, το πλεόνασμα των υπηρεσιών αυξήθηκε κατά 671 εκατ. ευρώ, με βασικό παράγοντα τη βελτίωση του ταξιδιωτικού ισοζυγίου, ενώ το έλλειμμα πρωτογενών εισοδημάτων μειώθηκε κατά 94 εκατ. ευρώ.
Παρά τη θετική συμβολή του τουρισμού και τη συγκράτηση του ελλείμματος αγαθών, η συνολική επιδείνωση των εξωτερικών συναλλαγών δείχνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ανισορροπίες που απαιτούν προσοχή.
Η ενεργειακή ακρίβεια απειλεί να περιορίσει τα οφέλη της ανάπτυξης
Πρόσθετη αβεβαιότητα προκαλεί το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία να διατηρούν υψηλές τις τιμές ενέργειας και να τροφοδοτούν νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Στην Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, ενώ το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1,1% το 2026 και 1,2% το 2027.
Στις ΗΠΑ, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,7%, με τη Fed να παρακολουθεί την εξέλιξη των τιμών σε ένα περιβάλλον όπου η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ανθεκτική.
Στο πλαίσιο αυτό, η Fed και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μετά την αύξηση των βασικών επιτοκίων τους κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, εκτιμάται ότι θα τηρήσουν στάση αναμονής στις προσεχείς συνεδριάσεις τους.
Για την ελληνική οικονομία, η διατήρηση υψηλών ενεργειακών τιμών αποτελεί πρόσθετη πρόκληση, καθώς μπορεί να συντηρήσει την ακρίβεια και να περιορίσει την πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Το μεγάλο στοίχημα: Να περάσει η ανάπτυξη από τους δείκτες στα εισοδήματα
Η εικόνα που προκύπτει από το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Πειραιώς είναι αυτή μιας οικονομίας που έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο σε επίπεδο δημοσιονομικής σταθερότητας, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στο μέτωπο των τιμών και των εισοδημάτων.
Η μείωση του δημόσιου χρέους, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης αποτελούν αναμφισβήτητα σημαντικές επιδόσεις.
Ωστόσο, η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών, η ταχύτερη αύξηση της κατανάλωσης σε σχέση με το εισόδημα και η επιμονή του πληθωρισμού στο 5% αναδεικνύουν μια διαφορετική πλευρά της οικονομικής πραγματικότητας.
Η δημοσιονομική ευρωστία δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας των νοικοκυριών. Όσο το διαθέσιμο εισόδημα υπολείπεται της καταναλωτικής δαπάνης και οι ανατιμήσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η θετική πορεία των μακροοικονομικών δεικτών δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Το κρίσιμο στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο να διατηρηθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, αλλά να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε η οικονομική μεγέθυνση να μεταφραστεί σε ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, των πραγματικών εισοδημάτων και της αποταμίευσης.
Γιατί η μεγάλη πρόκληση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι πλέον μόνο να καταγράφει θετικούς αριθμούς, αλλά να διασφαλίσει ότι τα οφέλη της ανάπτυξης θα γίνονται αισθητά και στην τσέπη των νοικοκυριών.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Allianz: Σε ιστορικό υψηλό 30,7 δισ. δολαρίων η αξία του brand της
- ΕΚΤ: Αμετάβλητα τα επιτόκια τη μέρα που ανακοινώθηκε η αποχώρηση Λαγκάρντ. Ανησυχίες για πετρέλαιο και Γαλλία
- ΗΠΑ: Η οικονομία πατάει γκάζι με ανάπτυξη 3,4% το γ΄τρίμηνο – Η ισχυρότερη επίδοση του τελευταίου έτους
- ΕΦΕΤ: Ανακαλούνται επιδόρπια Arla Protein Pudding λόγω πιθανής παρουσίας θραυσμάτων γυαλιού
- DoorDash: Εξαγορά μαμούθ της Instacart έναντι 17 δισ. δολαρίων
- Φονική επίθεση με ρωσικό drone σε σιδηροδρομικό σταθμό στη Ντνίπρο
- Πειραιώς: Πλεονάσματα στα κρατικά ταμεία, «μαύρη τρύπα» στα νοικοκυριά – Η ανάπτυξη δεν φτάνει στην τσέπη
- Αλμα 77% στα λειτουργικά κέρδη της σουηδικής μεταλλευτικής Boliden
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








