Διεθνή

Ντε Γκίντος (ΕΚΤ): Συνετή προσέγγιση με μείωση επιτοκίων 0,25% τον Ιούνιο

Τι είπε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Oberösterreichische Nachrichten

Τη συνέχιση της συνετής προσέγγισης με μείωση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο, προανήγγειλε ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, κ. Λουίς Ντε Γκίντος. «Ήμασταν πολύ διαφανείς σχετικά με την απόφαση στη συνεδρίαση του Ιουνίου. Και ακολουθούμε μια συνετή προσέγγιση, η οποία συνηγορεί υπέρ μιας μείωσης κατά 25 μονάδες βάσης» επεσήμανε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Oberösterreichische Nachrichten.

Σε ερώτηση σχετικά με το πόσες μειώσεις επιτοκίων μπορούν να λάβουν χώρα μέχρι το τέλος του 2024 και το πού θα διαμορφωθεί το ύψος των επιτοκίων το 2025, υπογράμμισε πως υπάρχει τεράστιος βαθμός αβεβαιότητας. «Δεν έχουμε πάρει αποφάσεις για τον αριθμό των μειώσεων των επιτοκίων ή για το μέγεθός τους. Θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα οικονομικά δεδομένα» ανέφερε.

Αναφορικά με το εάν είναι πιθανό τα επιτόκια να αυξηθούν ξανά τους επόμενους μήνες, εξήγησε πως «αυτό δεν είναι το βασικό μας σενάριο». «Εξαρτάται από το πώς θα εξελιχθεί ο πληθωρισμός. Πιστεύουμε ότι θα παρουσιάσει διακυμάνσεις βραχυπρόθεσμα και θα συγκλίνει σταθερά στον στόχο μας για τη σταθερότητα των τιμών, δηλαδή 2%, το 2025» διευκρίνισε.

Ωστόσο, προειδοποίησε πως υπάρχουν και ορισμένοι κίνδυνοι, όπως: το πώς εξελίσσονται οι μισθοί, τι συμβαίνει με την παραγωγικότητα, το κόστος εργασίας και η μείωση των περιθωρίων κέρδους. «Σε αυτά προστίθενται γεωπολιτικοί κίνδυνοι και αβεβαιότητες – ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, πιθανές εντάσεις στη Νοτιοανατολική Ασία. Πρέπει να παραμείνουμε πολύ προσεκτικοί. Τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο όσον αφορά τις μειώσεις ή τις αλλαγές στα επιτόκια» έσπευσε να συμπληρώσει.

Όσον αφορά τα διδάγματα που άντλησε η ΕΚΤ και την κριτική που δέχθηκε, ο κ. Ντε Γκίντος διεμήνυσε πως η νομισματική πολιτική λειτούργησε. «Σκεφτείτε ότι μόλις τον Οκτώβριο του 2022 είχαμε πληθωρισμό άνω του 10%. Τώρα ανέρχεται στο 2,4%. Ο δομικός πληθωρισμός μειώθηκε επίσης. Πρέπει να επιτύχουμε σταθερότητα τιμών, δηλαδή πληθωρισμό στο 2%. Αλλά και πάλι: υπάρχουν τεράστιες αβεβαιότητες, για πολιτικούς λόγους και όσον αφορά τους μισθούς, την παραγωγικότητα κ.λπ. Χρειαζόμαστε μια συνετή νομισματική πολιτική» διαπίστωσε.

Eπίσης, για το πότε ο πληθωρισμός θα επιστρέψει στον στόχο του 2%, υπολόγισε πως με βάση τις προβλέψεις της ΕΚΤ, αυτό θα συμβεί στα μέσα του 2025, ενώ χαρακτήρισε ως ανθεκτικές της τράπεζες της Ευρωζώνης, 15 χρόνια μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. «Είχαμε ένα πολύ καλό test: όταν εμφανίστηκαν τα προβλήματα με τις περιφερειακές τράπεζες στις ΗΠΑ και την Credit Suisse τον Μάρτιο του 2023, ο αντίκτυπός τους στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα ήταν περιορισμένος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες υπήρξαν πηγή ανθεκτικότητας – με υψηλούς κεφαλαιακούς δείκτες και ισχυρή ρευστότητα. Όμως το παρελθόν έχει δείξει ότι δεν πρέπει να εφησυχάζουμε. Η αύξηση της κερδοφορίας δεν θα διαρκέσει για πάντα, λόγω της αδύναμης οικονομικής δραστηριότητας, της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και του υψηλότερου κόστους χρηματοδότησης. Υπάρχουν πιθανοί αντίθετοι άνεμοι στο μέλλον» υποστήριξε.

Ακολούθως, απαντώντας στις ανησυχίες ότι τα υψηλότερα επιτόκια μπορεί να δημιουργήσουν και πάλι προβλήματα για τις υπερχρεωμένες χώρες, αντέτεινε πως η κατάσταση πλέον είναι διαφορετική. «Οι χώρες που αντιμετώπισαν προβλήματα μεταξύ 2010 και 2012 –όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ισπανία– έχουν τώρα έναν τραπεζικό τομέα που βρίσκεται σε καλύτερη θέση, βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητά τους, μείωσαν τα δημοσιονομικά ελλείμματα με ορισμένες από τις χώρες να καταγράφουν ήδη πρωτογενές πλεόνασμα. Η Ιταλία και η Ελλάδα, για παράδειγμα, έχουν υψηλούς δείκτες χρέους, αλλά οι οικονομίες τους αναπτύσσονται περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι αποδόσεις των ομολόγων υποχώρησαν πρόσφατα. Αυτό είναι ένα πολύ καλό σημάδι, καθώς η παρέμβαση της ΕΚΤ στην αγορά μειώνεται σημαντικά και θα ολοκληρωθεί στο τέλος του έτους» αποσαφήνισε.

Τέλος, στο πώς θα λειτουργεί η ενιαία ένωση κεφαλαιαγορών, τόνισε πως οι εθνικές κεφαλαιαγορές σε κάθε κράτος – μέλος της ζώνης του ευρώ θα πρέπει να ενοποιηθούν. «Όταν έχετε 20 διαφορετικά βιβλία κανόνων, είναι δύσκολο για τους επενδυτές να λάβουν αποφάσεις. Και είναι σημαντικό να γίνει η Ευρώπη πιο ελκυστική για επενδύσεις. Αυτή τη στιγμή, δημιουργούνται περισσότερες επιχειρηματικές ευκαιρίες στις ΗΠΑ και την Κίνα» κατέληξε.

googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διεθνή

close menu