Διεθνή

Πιο είναι το νέο δασμολογικό «όπλο» του Τραμπ απέναντι σε Κίνα και Ινδία

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Το Κογκρέσο άνοιξε τον δρόμο για δασμούς έως 100% στις χώρες που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσική ενέργεια - Πεκίνο και Νέο Δελχί βρίσκονται στο επίκεντρο

Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται ένα βήμα πριν αποκτήσει ένα ακόμη ισχυρό εργαλείο στην εμπορική και γεωπολιτική του φαρέτρα: τη δυνατότητα να επιβάλει δασμούς έως και 100% σε χώρες που συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε την Τετάρτη, με 262 ψήφους υπέρ και 159 κατά, το Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026, το οποίο είχε ήδη περάσει από τη Γερουσία. Το νομοσχέδιο έχει πλέον σταλεί στον Λευκό Οίκο για την υπογραφή του Τραμπ. Επομένως, τυπικά η νέα εξουσία δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ· αυτό θα συμβεί εφόσον ο πρόεδρος υπογράψει το νομοθέτημα.

Η ρύθμιση προβλέπει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, μπορούν να επιβληθούν πρόσθετοι δασμοί έως 100% στα αγαθά χωρών που συνεχίζουν εν γνώσει τους να αγοράζουν ρωσικό αργό ή φυσικό αέριο και βρίσκονται μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων εισαγωγέων. Προβλέπεται επίσης επανεξέταση της σχετικής λίστας ανά 180 ημέρες.

Στην πράξη, δύο οικονομίες βρίσκονται περισσότερο από οποιεσδήποτε άλλες στο επίκεντρο: η Κίνα και η Ινδία.

Τα στοιχεία του Centre for Research on Energy and Clean Air δείχνουν το μέγεθος της εξάρτησης. Από την έναρξη των ευρωπαϊκών πετρελαϊκών κυρώσεων τον Δεκέμβριο του 2022 έως το τέλος Αυγούστου 2026, η Κίνα απορρόφησε το 50% των εξαγωγών ρωσικού αργού και η Ινδία το 37%. Ακολουθούν η Τουρκία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, με περίπου 5% η καθεμία. Μόνο τον Αύγουστο, η Κίνα παρέμεινε ο μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικών ορυκτών καυσίμων, ενώ η Ινδία κατέλαβε τη δεύτερη θέση.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η νέα αμερικανική νομοθεσία έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια ακόμη δέσμη κυρώσεων κατά της Μόσχας. Για πρώτη φορά η πίεση μεταφέρεται τόσο άμεσα στους μεγάλους πελάτες της Ρωσίας, με την απειλή να περιοριστεί η πρόσβασή τους στην αμερικανική αγορά μέσω ιδιαίτερα υψηλών δασμών.

Οι δασμοί ως μοχλός πίεσης και τα όριά τους

Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν ο Τραμπ θα έχει το εργαλείο. Είναι πόσο μακριά θα θελήσει να φτάσει χρησιμοποιώντας το.

Στην περίπτωση της Κίνας, η συγκυρία κάνει την απόφαση ιδιαίτερα σύνθετη. Ο Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να συναντηθούν στην Ουάσινγκτον στις 24 Σεπτεμβρίου, με το εμπόριο και σειρά άλλων διμερών ζητημάτων στην ατζέντα. Η επιβολή ενός νέου δασμολογικού πλήγματος λίγο πριν από τη συνάντηση θα μπορούσε να αλλάξει απότομα το κλίμα των συνομιλιών και να προκαλέσει κινεζικά αντίμετρα.

Το Πεκίνο, άλλωστε, έχει ισχυρούς λόγους να μη διακόψει τις ρωσικές προμήθειες. Η Ρωσία έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο ενεργειακό εταίρο της Κίνας, ενώ η πρόσβαση σε μεγάλες ποσότητες αργού αποτελεί σημαντικό στοιχείο της κινεζικής στρατηγικής ενεργειακής ασφάλειας. Αυτό περιορίζει την πιθανότητα μια αμερικανική απειλή να οδηγήσει σε απότομη εγκατάλειψη των ρωσικών βαρελιών.

Για την Ουάσιγκτον υπάρχει και ένα δεύτερο δίλημμα. Εάν η Κίνα και η Ινδία επιχειρούσαν να αντικαταστήσουν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα μεγάλο μέρος του ρωσικού πετρελαίου που αγοράζουν, η αναδιάταξη των παγκόσμιων ροών θα μπορούσε να προκαλέσει νέες πιέσεις στην αγορά ενέργειας. Με άλλα λόγια, ένα μέτρο σχεδιασμένο να περιορίσει τα έσοδα της Μόσχας θα πρέπει να εφαρμοστεί χωρίς να δημιουργήσει ανεπιθύμητες αναταράξεις στις διεθνείς τιμές.

Η περίπτωση της Ινδίας είναι ακόμη πιο ευαίσθητη. Το Νέο Δελχί έχει καταστήσει σαφές μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου ότι προτεραιότητά του παραμένει η εξασφάλιση επαρκούς και οικονομικά προσιτής ενέργειας για τον πληθυσμό του και ότι θα λάβει μέτρα για την προστασία των εμπορικών και οικονομικών του συμφερόντων. Ινδοί διυλιστές έχουν ήδη εξασφαλίσει ρωσικό πετρέλαιο για τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, σύμφωνα με το Reuters.

Ταυτόχρονα, Ουάσιγκτον και Νέο Δελχί εξακολουθούν να διαπραγματεύονται μια ευρύτερη εμπορική συμφωνία. Η απειλή νέων δασμών μπορεί επομένως να λειτουργήσει παράλληλα ως διαπραγματευτική πίεση: όχι μόνο για το ρωσικό πετρέλαιο, αλλά και στο ευρύτερο παζάρι για την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά. Αναλυτές στην Ινδία εκτιμούν ότι η νέα αβεβαιότητα μπορεί να περιπλέξει ή να καθυστερήσει αυτές τις συνομιλίες.

Εδώ βρίσκεται και η πολιτική αξία του νέου αμερικανικού «όπλου». Ο Τραμπ δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να φτάσει αμέσως στο ανώτατο όριο του 100% για να έχει αποτέλεσμα. Η ίδια η δυνατότητα επιβολής ενός τόσο υψηλού δασμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πίεση στις διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο και το Νέο Δελχί — για το ρωσικό πετρέλαιο, αλλά και για άλλα εμπορικά ζητήματα.

Ταυτόχρονα, η νομοθεσία αφήνει περιθώρια εφαρμογής και εξαιρέσεων, ενώ η ανάλυση του Congressional Research Service επισημαίνει και ερμηνευτικά ζητήματα σχετικά με τον τρόπο ενεργοποίησης ορισμένων διατάξεων. Αυτό σημαίνει ότι το εύρος, ο χρόνος και ο τρόπος εφαρμογής θα έχουν καθοριστική σημασία.

Η απειλή, επομένως, μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με τον ίδιο τον δασμό. Εφόσον υπογράψει τον νόμο, ο Τραμπ θα διαθέτει έναν νέο μηχανισμό οικονομικής πίεσης που συνδέει άμεσα την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά με τις ενεργειακές σχέσεις τρίτων χωρών με τη Ρωσία.

Το εάν θα επιλέξει να τον ενεργοποιήσει στο μέγιστο απέναντι σε δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου είναι διαφορετικό ζήτημα. Για την ώρα, το σημαντικότερο ίσως είναι ότι Κίνα και Ινδία θα πρέπει πλέον να συνυπολογίζουν την απειλή των δασμών σε κάθε διαπραγμάτευση με την Ουάσιγκτον.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu