Διεθνή

Βενεζουέλα: Το νέο πετρελαϊκό «Ελ Ντοράντο» και οι εταιρείες με δεσμούς με τον Τραμπ

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Διορισμένοι της κυβέρνησης, πρώην αξιωματούχοι και επιχειρηματίες με πολιτικές διασυνδέσεις, μεταξύ εκείνων που επιχειρούν να εξασφαλίσουν πρόσβαση στα τεράστια ενεργειακά αποθέματα της χώρας

Σε έναν νέο αγώνα δρόμου για τα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας έχουν εισέλθει αμερικανικές επιχειρήσεις με στενούς δεσμούς με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς το νέο ενεργειακό τοπίο στη χώρα δημιουργεί σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες.

Σύμφωνα με τους Financial Times, μεταξύ των ενδιαφερομένων βρίσκονται εταιρείες στις οποίες δραστηριοποιούνται πρώην κυβερνητικά στελέχη, πρόσωπα που έχουν διοριστεί από τον Τραμπ αλλά και επιχειρηματίες με σχέσεις με το πολιτικό και επιχειρηματικό περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου.

Το ενδιαφέρον εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ έχουν αποκτήσει πολύ ισχυρότερο ρόλο στον ενεργειακό τομέα της Βενεζουέλας και το Καράκας επιχειρεί να προσελκύσει ξένα κεφάλαια για να ανατάξει μια πετρελαϊκή βιομηχανία που για χρόνια υπέφερε από έλλειψη επενδύσεων, κυρώσεις και γήρανση των υποδομών.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Sable Offshore, με έδρα το Χιούστον, η οποία, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις διαπραγματεύσεις και επικαλούνται οι FT, βρίσκεται μεταξύ των εταιρειών που έχουν προχωρήσει περισσότερο στις συνομιλίες με τις αρχές της Βενεζουέλας για την ανάπτυξη πετρελαϊκών κοιτασμάτων.

Στη Sable έχει ενταχθεί η Brittany Kelm, η οποία μέχρι τον Αύγουστο εργαζόταν στην κυβέρνηση Τραμπ ως ανώτερη σύμβουλος στο National Energy Dominance Council και αποτελούσε έναν από τους βασικούς συνδέσμους του Λευκού Οίκου με την αμερικανική βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η μετακίνησή της από την κυβέρνηση στην εταιρεία είχε ήδη προκαλέσει ενδιαφέρον στην Ουάσιγκτον, καθώς η κυβέρνηση είχε υποστηρίξει προηγουμένως τις προσπάθειες της Sable να επανεκκινήσει πετρελαϊκές δραστηριότητες στην Καλιφόρνια.

Η νέα «κούρσα» για τα κοιτάσματα και οι διασυνδέσεις με την Ουάσιγκτον

Στην ίδια αγορά επιχειρεί να τοποθετηθεί και η Primavera, επενδυτική εταιρεία που συνίδρυσε ο Fred Ehrsam, συνιδρυτής της Coinbase. Ο Ehrsam συμμετέχει επίσης σε συμβουλευτικό όργανο επιστήμης και τεχνολογίας του Τραμπ, ενώ η Primavera έχει κινηθεί για την απόκτηση πρόσβασης σε πετρελαϊκά περιουσιακά στοιχεία στη Βενεζουέλα.

Η επιχειρηματική κινητικότητα δεν περιορίζεται, πάντως, σε αυτές τις περιπτώσεις. Εταιρείες όπως η Hunt Oil και η HKN Energy έχουν επίσης προχωρήσει σε προκαταρκτικές συμφωνίες ή συνομιλίες με τις αρχές της χώρας, καθώς ένα ευρύτερο κύμα αμερικανικών και διεθνών κεφαλαίων επιχειρεί να αποκτήσει θέση στη νέα εποχή του βενεζουελάνικου ενεργειακού τομέα.

Παράλληλα, ενδιαφέρον για επενδύσεις στη Βενεζουέλα και γενικότερα στη Λατινική Αμερική έχει εκδηλώσει η Yorkville International Capital, εταιρεία ειδικού σκοπού εξαγοράς (SPAC) με επικεφαλής τον Kevin McGurn, ο οποίος είναι παράλληλα προσωρινός διευθύνων σύμβουλος της Trump Media & Technology Group.

Η Yorkville έχει αναφέρει σε χρηματιστηριακές γνωστοποιήσεις ότι εξετάζει ευκαιρίες σε ενέργεια, υποδομές, ορυχεία και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στη Λατινική Αμερική και τη Βενεζουέλα. Οι σχέσεις της με επιχειρηματικά συμφέροντα που συνδέονται με την οικογένεια Τραμπ έχουν ήδη βρεθεί στο μικροσκόπιο της Επιτροπής Οικονομικών της αμερικανικής Γερουσίας.

Η έντονη κινητικότητα συμπίπτει με τη μεγάλη συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Καράκας, η οποία αφορά περίπου 65 δισ. βαρέλια πετρελαϊκών αποθεμάτων, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο των συνολικών αποθεμάτων της Βενεζουέλας. Στο επίκεντρο βρίσκεται η North American Blue Energy Partners, ενώ η συμφωνία έχει παρουσιαστεί από την αμερικανική κυβέρνηση ως εργαλείο τόσο για την αναζωογόνηση της παραγωγής όσο και για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας των ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή, οι μεγάλοι διεθνείς ενεργειακοί όμιλοι επιστρέφουν δυναμικά. Η Chevron έχει ανακοινώσει επενδυτικό πρόγραμμα άνω των 7 δισ. δολαρίων με στόχο τον διπλασιασμό της παραγωγής της στη Βενεζουέλα στα περίπου 600.000 βαρέλια ημερησίως μέσα σε πέντε χρόνια, ενώ νέες συμφωνίες έχουν ανακοινωθεί και από άλλους διεθνείς ομίλους.

Για την κυβέρνηση Τραμπ, η ανάκαμψη της παραγωγής της Βενεζουέλας έχει αποκτήσει πρόσθετη σημασία σε μια περίοδο έντονων πιέσεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας και αυξημένων τιμών καυσίμων στις ΗΠΑ. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει την επιρροή της Κίνας και της Ρωσίας σε μία από τις χώρες με τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα πετρελαϊκά αποθέματα στον κόσμο.

Ωστόσο, η στενή σχέση ορισμένων από τις εταιρείες που διεκδικούν συμβόλαια με την κυβέρνηση Τραμπ δημιουργεί και ερωτήματα για πιθανά ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων, καθώς πολιτική επιρροή, επιχειρηματικές ευκαιρίες και γεωπολιτική στρατηγική συναντώνται σε μια αγορά με τεράστια οικονομικά μεγέθη.

Το βέβαιο είναι ότι η Βενεζουέλα μετατρέπεται και πάλι σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία ανταγωνισμού της παγκόσμιας πετρελαϊκής βιομηχανίας. Και αυτή τη φορά, δίπλα στους παραδοσιακούς ενεργειακούς κολοσσούς, στην πρώτη γραμμή εμφανίζεται ένα νέο δίκτυο επενδυτών και εταιρειών με ισχυρές διασυνδέσεις στην Ουάσιγκτον.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu