Ελλάδα

ΕΛΣΤΑΤ: Ένας στους τρεις εργαζόμενους δυσκολεύεται να συνδυάσει δουλειά και οικογένεια. Τεράστιο χάσμα αδειών δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Αποκαλυπτικά τα στοιχεία της ειδικής έρευνας για το 2025: Το 67,9% όσων φροντίζουν παιδιά δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας, ενώ σχεδόν έξι στους δέκα γονείς που εργάζονται ή έχουν εργαστεί δεν έχουν λάβει οικογενειακή άδεια

Σημαντικές δυσκολίες στην προσπάθεια συνδυασμού της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής αντιμετωπίζουν χιλιάδες εργαζόμενοι στην Ελλάδα, με τις γυναίκες να επωμίζονται συχνότερα υποχρεώσεις φροντίδας και να καταγράφουν μεγαλύτερη σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και τις ανάγκες της οικογένειας. Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα όσων έχουν την ευθύνη μικρών παιδιών δεν χρησιμοποιεί οργανωμένες υπηρεσίες φροντίδας, ενώ έντονες ανισότητες παρατηρούνται στη χορήγηση και τη διάρκεια των οικογενειακών αδειών.

Η εικόνα αυτή προκύπτει από την ειδική έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας, η οποία πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τριμήνων του 2025, παράλληλα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού.

Η έρευνα κάλυψε άτομα ηλικίας 18 έως 74 ετών και εξέτασε τόσο τις υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών και εξαρτώμενων ενηλίκων όσο και τις επιπτώσεις αυτών των υποχρεώσεων στην επαγγελματική ζωή, τη χρήση υπηρεσιών φροντίδας και τη λήψη οικογενειακών αδειών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 29,8% των ατόμων ηλικίας 18 έως 74 ετών δηλώνει ότι έχει υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων. Ειδικότερα, το 25,7% έχει την ευθύνη αποκλειστικά παιδιών, το 3,2% φροντίζει μόνο εξαρτώμενους ενήλικες, ενώ το 0,9% καλείται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στις ανάγκες παιδιών και ενηλίκων. Αντίθετα, το 67,8% δηλώνει ότι δεν έχει αντίστοιχες υποχρεώσεις, ενώ ένα ποσοστό 2,4% δεν απάντησε.

Υποχρεώσεις φροντίδας δηλώνει το 31,9% των γυναικών, έναντι 27,6% των ανδρών, γεγονός που αναδεικνύει τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην καθημερινή φροντίδα των μελών της οικογένειας.

Ακόμη πιο έντονη είναι η διαφοροποίηση ανά ηλικιακή ομάδα. Στην ηλικία των 35 έως 44 ετών, το ποσοστό όσων έχουν υποχρεώσεις φροντίδας φτάνει το 65,7%, υπερδιπλάσιο του γενικού μέσου όρου. Πρόκειται για μια περίοδο της ζωής κατά την οποία οι επαγγελματικές απαιτήσεις συμπίπτουν συχνά με την ανατροφή μικρών παιδιών.

Μεταξύ των απασχολουμένων, το 35,2% έχει υποχρεώσεις φροντίδας, στοιχείο που αποτυπώνει τη σημασία της εξισορρόπησης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής για ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού.
Χωρίς οργανωμένες υπηρεσίες φροντίδας το 67,9% των γονέων και άλλων φροντιστών παιδιών

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας αφορά την περιορισμένη χρήση υπηρεσιών φροντίδας παιδιών. Το 67,9% των ερωτηθέντων που έχουν υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών δηλώνει ότι δεν χρησιμοποιεί καμία σχετική υπηρεσία, όπως παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, ολοήμερα σχολεία ή υπηρεσίες φύλαξης. Μόλις το 25,5% χρησιμοποιεί τέτοιες υπηρεσίες για όλα τα παιδιά που φροντίζει, ενώ το 6,2% τις αξιοποιεί για ορισμένα από αυτά.

Η χρήση υπηρεσιών φροντίδας εμφανίζεται συχνότερη μεταξύ των ατόμων ηλικίας 35 έως 44 ετών, με ποσοστό 36,5%, καθώς και μεταξύ των απασχολουμένων, όπου φτάνει το 34,9%.

Αντίθετα, ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά καταγράφονται στους ανέργους, με 17%, και στους νέους ηλικίας 18 έως 24 ετών, με 14,1%.

Οι διαφοροποιήσεις είναι εμφανείς και ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού. Με βάση τα στοιχεία της έρευνας για το σύνολο των νοικοκυριών, η χρήση υπηρεσιών φροντίδας φτάνει το 31,7% στα ζευγάρια με παιδιά κάτω των 15 ετών και το 19,3% στα νοικοκυριά με έναν μόνο ενήλικο και παιδιά.

Τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι η καθημερινή οργάνωση της φροντίδας εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να στηρίζεται στις ίδιες τις οικογένειες.

Γιατί οι οικογένειες δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας

Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους οι πολίτες δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας παιδιών σχεδόν οι μισοί από όσους δεν χρησιμοποιούν τέτοιες υπηρεσίες, ποσοστό 47,6%, δηλώνουν ότι προτιμούν να φροντίζουν τα παιδιά οι ίδιοι ή μαζί με τον σύντροφό τους. Το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται στο 68% μεταξύ των ατόμων εκτός εργατικού δυναμικού, ενώ στην ηλικιακή ομάδα 25 έως 34 ετών διαμορφώνεται στο 64,1%.

Παράλληλα, το 19,4% αναφέρει ότι δέχεται βοήθεια από συγγενείς και φίλους και το 18,1% ότι τα παιδιά μπορούν να φροντίζουν μόνα τους τον εαυτό τους.

Ωστόσο, για ένα μέρος των οικογενειών η μη χρήση οργανωμένης φροντίδας δεν αποτελεί απλώς προσωπική επιλογή, αλλά συνδέεται με πρακτικά και οικονομικά εμπόδια.

Συγκεκριμένα, το 9,6% όσων δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας επικαλείται ως βασικό λόγο κάποιο πρόβλημα που σχετίζεται με τις διαθέσιμες υπηρεσίες. Το 5,6% αναφέρει το υψηλό κόστος, το 3% την έλλειψη διαθέσιμων υπηρεσιών και το 1% άλλα προβλήματα σχετικά με την παροχή τους.

Το κόστος αποτελεί συχνότερο εμπόδιο για τις γυναίκες, με ποσοστό 6,2%, έναντι 4,9% των ανδρών. Στους ανέργους το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 8%, ενώ στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού ανέρχεται στο 9,6%.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, πέρα από τις οικογενειακές προτιμήσεις, η οικονομική δυνατότητα και η διαθεσιμότητα υπηρεσιών αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές φροντίδας.

Ένας στους τρεις εργαζόμενους αντιμετωπίζει σύγκρουση εργασίας και οικογένειας

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το εύρημα ότι το 33% των εργαζομένων που εξετάστηκαν ως προς τις υποχρεώσεις φροντίδας δηλώνει ότι η εργασία του δημιουργεί προβλήματα στην ανταπόκριση στις ανάγκες παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων. Το ποσοστό είναι υψηλότερο στις γυναίκες, όπου φτάνει το 35,4%, και στα άτομα ηλικίας 35 έως 44 ετών, όπου ανέρχεται στο 37,5%.

Ως βασικότερη δυσκολία αναδεικνύονται οι πολλές ώρες εργασίας, τις οποίες αναφέρει το 34,9% όσων αντιμετωπίζουν προβλήματα συνδυασμού εργασίας και φροντίδας.

Δεύτερη σημαντικότερη αιτία είναι η απαιτητική ή εξαντλητική φύση της εργασίας, με ποσοστό 27%.

Ακολουθούν τα απρόβλεπτα ή δύσκολα προγράμματα εργασίας, τα οποία αναφέρει το 13%, και ο μεγάλος χρόνος μετακίνησης μεταξύ κατοικίας και εργασίας, με ποσοστό 12,9%. Άλλα εμπόδια που σχετίζονται με την εργασία συγκεντρώνουν το 12,2% των απαντήσεων.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν ότι η δυσκολία συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη διαθεσιμότητα υπηρεσιών φροντίδας, αλλά σχετίζεται άμεσα και με τις συνθήκες εργασίας.

Το ωράριο, η ένταση της απασχόλησης και η δυνατότητα προγραμματισμού της καθημερινότητας αναδεικνύονται σε καθοριστικές παραμέτρους για τους εργαζόμενους με οικογενειακές υποχρεώσεις.

Στο 1,06 ο μέσος αριθμός παιδιών που έχουν αναθρέψει τα άτομα ηλικίας 18-54 ετών

Η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ περιλαμβάνει επίσης στοιχεία για τον αριθμό των παιδιών που έχουν αναθρέψει στη διάρκεια της ζωής τους τα άτομα ηλικίας 18 έως 54 ετών. Στο σύνολο των ερωτηθέντων αυτής της ηλικιακής ομάδας, ο μέσος αριθμός διαμορφώνεται σε 1,06 παιδιά ανά άτομο.

Σημαντικές διαφοροποιήσεις εμφανίζονται ανάλογα με την περιοχή κατοικίας. Στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών καταγράφεται ο χαμηλότερος μέσος αριθμός, με 0,81 παιδιά, ενώ στις ημιαστικές περιοχές φτάνει το 1,26 και στις αγροτικές το 1,21.

Στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης ο μέσος αριθμός ανέρχεται στο 1,05 και στις υπόλοιπες αστικές περιοχές στο 1,10.

Διαφορές καταγράφονται και ανάλογα με την ιθαγένεια. Τα άτομα ελληνικής ιθαγένειας δηλώνουν ότι έχουν αναθρέψει κατά μέσο όρο 1,03 παιδιά, έναντι 1,41 παιδιών για τα άτομα ξένης ιθαγένειας.

Σε σχέση με το εκπαιδευτικό επίπεδο, τον μεγαλύτερο μέσο αριθμό, 1,61 παιδιά, εμφανίζουν όσοι έχουν ολοκληρώσει εκπαίδευση έως το Γυμνάσιο. Ακολουθούν οι πτυχιούχοι ΑΕΙ και ΤΕΙ με 1,01 παιδιά, ενώ ο χαμηλότερος μέσος αριθμός, 0,93, καταγράφεται στους αποφοίτους μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Αξιοσημείωτες είναι και οι διαφοροποιήσεις ανά κατάσταση απασχόλησης. Οι εργαζόμενοι δηλώνουν κατά μέσο όρο 1,15 παιδιά, έναντι 0,81 παιδιών τόσο στους ανέργους όσο και στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού.

Παράλληλα, όσοι εργάζονται στον δημόσιο τομέα δηλώνουν κατά μέσο όρο 1,48 παιδιά, έναντι 1,07 των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.

Πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες αφορούν τον αριθμό παιδιών που οι ερωτηθέντες δηλώνουν ότι έχουν αναθρέψει και δεν ταυτίζονται με τον επίσημο δείκτη γονιμότητας της χώρας.

Σχεδόν έξι στους δέκα δεν έχουν λάβει οικογενειακή άδεια

Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα της έρευνας αφορά τη χρήση αδειών μητρότητας, πατρότητας και γονικής άδειας. Από τα άτομα που έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή είχαν εργαστεί στο παρελθόν, το 59,9% δηλώνει ότι δεν έχει λάβει κάποια μορφή οικογενειακής άδειας. Αντίθετα, το 38,1% έχει κάνει χρήση οικογενειακής άδειας, ενώ το 2% δεν απάντησε.

Οι αποκλίσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Μόλις το 24% των ανδρών έχει λάβει οικογενειακή άδεια, έναντι 51% των γυναικών.

Αυτό σημαίνει ότι τρεις στους τέσσερις άνδρες, ποσοστό 75%, δεν έχουν κάνει χρήση οικογενειακής άδειας, έναντι 46,1% των γυναικών.

Ως προς το είδος της άδειας, το 5,9% του συνόλου έχει λάβει μόνο άδεια μητρότητας ή πατρότητας, το 9% μόνο γονική άδεια και το 23,3% συνδυασμό των δύο.

Στις γυναίκες, η χρήση συνδυασμού αδειών φτάνει το 39,2%, ενώ στους άνδρες περιορίζεται στο 5,8%.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να κάνουν πολύ συχνότερα χρήση των προβλεπόμενων οικογενειακών αδειών, γεγονός που αντανακλά διαφορές στην κατανομή των οικογενειακών ευθυνών και στη χρήση των διαθέσιμων εργασιακών δικαιωμάτων.

Τεράστιο χάσμα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Ακόμη μεγαλύτερες αποκλίσεις προκύπτουν όταν εξετάζεται η χρήση οικογενειακών αδειών ανά τομέα απασχόλησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 80,9% των ατόμων που εργάζονται στον δημόσιο τομέα και περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη κατηγορία της έρευνας έχει κάνει χρήση οικογενειακής άδειας. Στον ιδιωτικό τομέα, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 27,4%.

Πρόκειται για διαφορά 53,5 ποσοστιαίων μονάδων, η οποία αναδεικνύει το μεγάλο χάσμα στη δηλωμένη αξιοποίηση των οικογενειακών αδειών μεταξύ των δύο τομέων. Αντίστοιχα, το 70,7% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα δηλώνει ότι δεν έχει λάβει οικογενειακή άδεια, έναντι μόλις 18% στον δημόσιο τομέα.

Σημαντικός παράγοντας διαφοροποίησης εμφανίζεται και το εκπαιδευτικό επίπεδο. Μεταξύ των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το ποσοστό όσων έχουν λάβει οικογενειακή άδεια φτάνει το 59,2%, ενώ στους κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων διαμορφώνεται στο 58,7%. Αντίθετα, στα άτομα που έχουν ολοκληρώσει εκπαίδευση έως το Γυμνάσιο το ποσοστό περιορίζεται στο 9,2%.

Μεγάλες αποκλίσεις καταγράφονται και ανάλογα με την ιθαγένεια, καθώς οικογενειακή άδεια δηλώνει ότι έχει λάβει το 40,7% των ατόμων ελληνικής ιθαγένειας, έναντι μόλις 14,3% όσων έχουν ξένη ιθαγένεια.

Η έρευνα αποτυπώνει αυτές τις ανισότητες στη χρήση των αδειών, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει σε ποιον βαθμό οφείλονται σε διαφορετικά εργασιακά δικαιώματα, μορφές απασχόλησης, προσωπικές επιλογές ή άλλους παράγοντες.

Οι γυναίκες λαμβάνουν άδειες πολύ μεγαλύτερης διάρκειας

Οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων γίνονται ακόμη πιο έντονες όταν εξετάζεται η διάρκεια της οικογενειακής άδειας.Από τους άνδρες που έχουν λάβει οικογενειακή άδεια, το 85,3% απουσίασε από την εργασία του για διάστημα έως και έξι μηνών.Μόλις το 5,2% έλαβε άδεια διάρκειας μεγαλύτερης των έξι μηνών και έως ενός έτους, ενώ μόλις το 2,8% απουσίασε για περισσότερο από έναν χρόνο.

Στην περίπτωση των γυναικών η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Το 27,1% έλαβε οικογενειακή άδεια διάρκειας άνω των έξι μηνών και έως ενός έτους, ενώ το 30,5% έλαβε άδεια που ξεπέρασε τον έναν χρόνο.

Επομένως, περισσότερες από τις μισές γυναίκες που έκαναν χρήση οικογενειακής άδειας απουσίασαν από την εργασία τους για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.

Η μεγάλη απόκλιση από τα αντίστοιχα ποσοστά των ανδρών αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις της άνισης κατανομής της χρήσης των αδειών μεταξύ των δύο φύλων.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu