Ελλάδα

Eurobank Research: Πολλά πτυχία, λίγες δεξιότητες – Το μεγάλο έλλειμμα της ελληνικής εκπαίδευσης

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Η χώρα έχει τη μεγαλύτερη συμμετοχή νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στην ΕΕ, όμως υστερεί σε βασικές δεξιότητες και στην αντιστοίχιση γνώσεων με την αγορά εργασίας

Μια εικόνα έντονης αντίθεσης παρουσιάζει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα στη νέα μελέτη της Eurobank Research για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα.

Από τη μία πλευρά, η πρόσβαση στα πανεπιστήμια είναι εξαιρετικά διευρυμένη, οι μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές έχουν πολλαπλασιαστεί και η χώρα διαθέτει ένα σημαντικό απόθεμα πτυχιούχων. Από την άλλη, οι επιδόσεις σε βασικές δεξιότητες, η σύνδεση των γνώσεων με την αγορά εργασίας και η διεθνής ελκυστικότητα του συστήματος καταδεικνύουν ότι η μεγάλη πρόκληση δεν είναι πλέον ο αριθμός των φοιτητών, αλλά το επίπεδο και η ποιότητα της εκπαίδευσης που παρέχεται.

Η μελέτη, των Τάσου Αναστασάτου και Κωνσταντίνου Πέππα, επιχειρεί να χαρτογραφήσει τα βασικά μεγέθη της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τη χρηματοδότησή της και το ερευνητικό της έργο, εξετάζοντας παράλληλα τη δυνητική συμβολή μιας ποιοτικής αναβάθμισης των πανεπιστημίων στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Πρωταθλήτρια στην πρόσβαση, όχι κατ’ ανάγκην και στην ποιότητα

Η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη συμμετοχή των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Την περίοδο 2013-2024 το μέσο ποσοστό των 20χρονων που ήταν εγγεγραμμένοι σε προπτυχιακές σπουδές έφτανε περίπου το 57%, έναντι 32,5% στην ΕΕ-27.

Η μαζικοποίηση των πανεπιστημιακών σπουδών είναι ακόμη πιο εμφανής στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης. Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών υπερ-οκταπλασιάστηκε μεταξύ 2001 και 2023, φθάνοντας τους 106,8 χιλ., ενώ οι υποψήφιοι διδάκτορες σχεδόν τριπλασιάστηκαν. Την ίδια στιγμή, όμως, η αύξηση του αριθμού των τίτλων σπουδών δεν αποτελεί αυτομάτως ένδειξη αντίστοιχης βελτίωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η Eurobank Research επισημαίνει ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί διαχρονικά, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε επίπεδο ανθρώπινου κεφαλαίου έναντι των περισσότερων χωρών της ΕΕ, της Ευρωζώνης και του ΟΟΣΑ.

Το 19% των πτυχιούχων χωρίς επαρκείς βασικές δεξιότητες

Ιδιαίτερα αιχμηρά είναι τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη για την ποιότητα των γνώσεων.

Στην έρευνα PISA του ΟΟΣΑ για το 2022, οι 15χρονοι μαθητές στην Ελλάδα εμφάνισαν μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ στα μαθηματικά, με τη Eurobank Research να σημειώνει ότι το χάσμα έχει διευρυνθεί μετά το 2009.

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα ευρήματα της έρευνας PIAAC του ΟΟΣΑ για τους ενήλικες. Σύμφωνα με αυτά, το 19% των αποφοίτων πανεπιστημίου στην Ελλάδα στερούνταν βασικών δεξιοτήτων κατανόησης κειμένου, αριθμητικής και επίλυσης προβλημάτων, εύρημα που η μελέτη συνδέει με τον προβληματισμό γύρω από την πραγματική ποιότητα των αποκτώμενων προσόντων.

Παράλληλα, ενώ σε άλλες χώρες οι βασικές δεξιότητες του πληθυσμού βελτιώθηκαν κατά περίπου 30%-35% από τη δεκαετία του 1950, στην Ελλάδα η αντίστοιχη βελτίωση περιορίζεται, σύμφωνα με τη μελέτη, περίπου στο 5%. Οι επιδόσεις των ηλικιών 25-34 ετών στον εγγραμματισμό εμφανίζονται μάλιστα περίπου ίδιες με εκείνες των 55-65 ετών, παρά τη θεαματική αύξηση του ποσοστού των πτυχιούχων.

Το ερώτημα που ανακύπτει, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι κατά πόσο η συνεχής αύξηση του αριθμού των αποφοίτων συνοδεύτηκε από χαλάρωση των απαιτήσεων εισαγωγής και αποφοίτησης και, τελικά, από έναν βαθμό «πληθωρισμού πτυχίων».

Μεγάλο χάσμα μεταξύ δεξιοτήτων και αγοράς εργασίας

Η ποιοτική διάσταση δεν αφορά μόνο τις ακαδημαϊκές επιδόσεις, αλλά και το κατά πόσο οι γνώσεις που αποκτούν οι νέοι μπορούν να αξιοποιηθούν παραγωγικά.

Σύμφωνα με στοιχεία του CEDEFOP που επικαλείται η Eurobank Research, η Ελλάδα κατείχε το 2017 την τρίτη χαμηλότερη και το 2024 τη δεύτερη χαμηλότερη θέση μεταξύ 31 χωρών στον δείκτη αποτελεσματικής αντιστοίχισης δεξιοτήτων με την αγορά εργασίας.

Για τη Eurobank Research, η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη λόγω της Τεχνητής Νοημοσύνης και του ταχύτατου τεχνολογικού μετασχηματισμού. Το πανεπιστήμιο καλείται πλέον να καλλιεργεί όχι μόνο εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά κριτική σκέψη, προσαρμοστικότητα, συνεργασία και άλλα soft skills, εγκαταλείποντας τη λογική της στείρας αποστήθισης.

Χαμηλά οι συνολικές δαπάνες για την Παιδεία

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα της χρηματοδότησης. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τη μελέτη, δαπανά διαχρονικά λιγότερα για το σύνολο της εκπαίδευσης ως ποσοστό του ΑΕΠ από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στην περίοδο 2001-2024, η συνολική δημόσια δαπάνη για την εκπαίδευση διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 4,1% του ΑΕΠ, έναντι 4,8% στην ΕΕ-27. Το 2024 η Ελλάδα βρισκόταν μάλιστα στην προτελευταία θέση της ΕΕ, με δαπάνες για το σύνολο της εκπαίδευσης ίσες με 3,9% του ΑΕΠ.

Η εικόνα διαφοροποιείται, ωστόσο, όταν εξετάζεται αποκλειστικά η τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εκεί η Ελλάδα διαθέτει κατά μέσο όρο 1% του ΑΕΠ, έναντι 0,8% στην ΕΕ-27. Το ποσοστό αυξήθηκε από 0,7% το 2001 σε 1,3% το 2024, άνοδος που, σύμφωνα με τη μελέτη, ήταν η ισχυρότερη μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Το 2024 η Ελλάδα βρέθηκε στην τέταρτη θέση της σχετικής ευρωπαϊκής κατάταξης.

Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική: η χώρα δαπανά συγκριτικά λίγο για το εκπαιδευτικό σύστημα συνολικά, αλλά κατευθύνει σχετικά μεγάλο μέρος των πόρων της προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Στα 3,16 δισ. ευρώ οι δαπάνες για τα πανεπιστήμια το 2024

Σε πραγματικούς όρους, οι δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης για την τριτοβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκαν από 1,74 δισ. ευρώ το 2001 σε 2,88 δισ. ευρώ το 2008. Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης μειώθηκαν δραστικά και έφθασαν στα 1,75 δισ. ευρώ το 2017, για να ακολουθήσει έκτοτε σταθερή ανάκαμψη. Το 2024 ανήλθαν σε 3,16 δισ. ευρώ, σχεδόν διπλάσιες από το 2017 και κατά 9,5% υψηλότερες σε σχέση με το 2008.

Μεγάλη αλλαγή καταγράφεται και στη σύνθεση των δαπανών. Το μερίδιο των αμοιβών εργαζομένων υποχώρησε από 73,3% το 2001 σε 40,4% το 2024, ενώ οι επενδύσεις σε πάγια αυξήθηκαν θεαματικά. Την πενταετία 2020-2024 ξεπέρασαν κατά μέσο όρο το 30% της συνολικής χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προσεγγίζοντας το 1 δισ. ευρώ ετησίως.

Το 2024, μάλιστα, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση αντιστοιχούσαν στο 0,4% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ-27.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο «πόσα», αλλά «πού και με ποιο αποτέλεσμα»

Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η χρηματοδότηση από μόνη της δεν επαρκεί για να εγγυηθεί καλύτερες εκπαιδευτικές επιδόσεις. Η ίδια η Eurobank Research τοποθετεί στο επίκεντρο την αποτελεσματική χρήση των πόρων, την ποιότητα των προγραμμάτων, την αξιολόγηση, τις υποδομές, την έρευνα και τη σύνδεση των πανεπιστημίων με την παραγωγική οικονομία.

Η ανάγκη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να «εξάγει» σημαντικό αριθμό φοιτητών. Το 2023 σπούδαζαν στο εξωτερικό 37.658 Έλληνες, περισσότεροι ακόμη και από το 2008, όταν οι διαθέσιμες θέσεις στα ελληνικά ΑΕΙ ήταν λιγότερες. Η Eurobank Research θεωρεί ότι το στοιχείο αυτό δείχνει πως για τις οικογένειες δεν αρκεί πλέον η απόκτηση οποιουδήποτε πτυχίου: βαρύνουν ολοένα περισσότερο η ποιότητα των σπουδών, η φήμη του ιδρύματος και η διεθνής αξία του τίτλου.

Έως 12,7% υψηλότερο ΑΕΠ από την ποιοτική σύγκλιση

Η οικονομική διάσταση της ποιότητας αποτελεί ίσως το κεντρικό μήνυμα της μελέτης. Οι εκτιμήσεις της Eurobank Research δείχνουν ότι, εάν η Ελλάδα κατάφερνε μακροχρόνια να προσεγγίσει σε όρους ποιότητας τα πιο προηγμένα συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας, το ΑΕΠ θα μπορούσε να είναι έως 10,8%-12,7% υψηλότερο, κυρίως μέσω των διαχύσεων γνώσης και της αύξησης της παραγωγικότητας.

Σε όρους ΑΕΠ ανά απασχολούμενο, το δυνητικό σωρευτικό όφελος υπολογίζεται μεταξύ 6.200 και 7.300 ευρώ, ενώ περίπου το μισό της ανόδου εκτιμάται ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσα σε τρία έως πέντε χρόνια.

Το συμπέρασμα της Eurobank Research είναι έτσι σαφές: η Ελλάδα έχει ήδη πετύχει τη μαζική πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και τα τελευταία χρόνια έχει αυξήσει αισθητά τους πόρους που κατευθύνονται στα πανεπιστήμια. Το επόμενο βήμα δεν είναι απλώς περισσότερες θέσεις ή περισσότερα πτυχία, αλλά καλύτερη γνώση, ισχυρότερες δεξιότητες, αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των δαπανών και πανεπιστήμια ικανά να ανταγωνιστούν διεθνώς. Σε αυτή την ποιοτική μετάβαση, σύμφωνα με τη μελέτη, βρίσκεται και ένα σημαντικό μέρος του αναπτυξιακού αποθέματος της ελληνικής οικονομίας.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu