Οικονομία

ΣτΕ: «Φρένο» στον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας για οφειλέτες και με άλλη αξιοποιήσιμη περιουσία

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Το Δημόσιο οφείλει να εξαντλεί πρώτα τα ηπιότερα μέτρα είσπραξης οφειλών, εφόσον υπάρχουν άλλα αξιοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία – Δυνατότητα ανακοπής και σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας πλειστηριασμού

Ισχυρό ανάχωμα στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας για οφειλές προς το Δημόσιο θέτει το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), με απόφαση που ενισχύει την προστασία της οικογενειακής στέγης και θέτει σαφή όρια στην ευχέρεια των φορολογικών και άλλων δημόσιων αρχών να επιλέγουν τα περιουσιακά στοιχεία που θα κατασχέσουν.

Σύμφωνα με την κρίση του ΣΤ΄ Τμήματος του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, η κατοικία που αποτελεί τη μοναδική οικογενειακή στέγη του οφειλέτη δεν μπορεί να κατάσχεται και να οδηγείται σε πλειστηριασμό, εφόσον υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία ικανά να καλύψουν την απαίτηση του Δημοσίου.

Η απόφαση αφορά οφειλές που εισπράττονται βάσει του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), όπως χρέη προς τις ΔΟΥ, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα ασφαλιστικά ταμεία και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.

Πρόκειται για μία κρίσιμη δικαστική παρέμβαση, καθώς καθιστά σαφές ότι η ανάγκη είσπραξης δημόσιων εσόδων δεν μπορεί να υπερισχύει αυτομάτως της συνταγματικής προστασίας της κατοικίας και της οικογένειας. Η προστασία αυτή, πάντως, δεν είναι απόλυτη: προϋποθέτει ότι υπάρχουν άλλα πρόσφορα περιουσιακά στοιχεία ή λιγότερο επαχθή μέτρα για την ικανοποίηση της οφειλής.

Η απόφαση του ΣτΕ: «Η κατοικία αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας»

Το ΣτΕ, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του Δημοσίου, επιβεβαιώνοντας ότι η κατάσχεση της μοναδικής οικογενειακής κατοικίας πρέπει να αποτελεί έσχατη επιλογή.

Στο σκεπτικό της απόφασης υπογραμμίζεται ότι «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας».

Οι δικαστές συνδέουν την προστασία της οικογενειακής στέγης με τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και τις συνταγματικές εγγυήσεις, επισημαίνοντας ότι η κρατική μέριμνα «ανάγεται στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελούντων υπό την εγγύηση του κράτους».

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία επιβάλλει στις δημόσιες αρχές να επιλέγουν το λιγότερο επαχθές μέτρο για τον πολίτη, εφόσον με αυτό μπορεί να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός.

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στην απόφαση, όταν ένα μέτρο έχει ως συνέπεια τη στέρηση της κατοικίας, πρέπει «να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι είχε δηλαδή εξαντληθεί πριν, κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα πλην ηπιότερα μέτρα».

Το δικαστήριο καταλήγει σε μία σαφή προϋπόθεση για τη νομιμότητα της κατάσχεσης:

«Η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση. Στην αντίθετη περίπτωση η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη».

Πότε επιτρέπεται η ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού – Τα δικονομικά όρια

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δικονομική διάσταση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς διευκρινίζει υπό ποιες προϋποθέσεις ο οφειλέτης μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης ακόμη και στο στάδιο έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού.

Με την απόφαση 1404/2026, το ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε ότι η παράλειψη της Διοίκησης να διερευνήσει προηγουμένως τη δυνατότητα ικανοποίησης της οφειλής από άλλα περιουσιακά στοιχεία, πριν προχωρήσει στην κατάσχεση της μοναδικής οικογενειακής κατοικίας, συνιστά πλημμέλεια που δεν περιορίζεται στην αρχική πράξη κατάσχεσης.

Αντίθετα, η συγκεκριμένη παρανομία επηρεάζει και τις μεταγενέστερες πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος πλειστηριασμού.

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στην απόφαση, «η παρανομία δε αυτή, δεν αφορά μόνο την κατασχετήρια έκθεση αλλά διατρέχει και καθιστά, κατά τούτο, παράνομες και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας, μεταξύ των οποίων το οικείο πρόγραμμα πλειστηριασμού».

Κατά συνέπεια, ο οφειλέτης μπορεί, κατ’ αρχήν, να προβάλει για πρώτη φορά τον συγκεκριμένο λόγο ακυρότητας με ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού, ακόμη και εάν δεν είχε προσβάλει προηγουμένως την κατασχετήρια έκθεση.

Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή δεν ισοδυναμεί με γενική παράταση των δικονομικών προθεσμιών ούτε επιτρέπει την ανεξέλεγκτη προσβολή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο.

Το ΣτΕ διευκρινίζει ότι δεν ανατρέπεται η αρχή της κατά στάδια προσβολής των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας της διαδικασίας.

Η εξαίρεση αναγνωρίζεται επειδή η συγκεκριμένη πλημμέλεια, που συνδέεται με την προστασία της μοναδικής κατοικίας και την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αφορά αυτοτελώς και το πρόγραμμα πλειστηριασμού.

Εφόσον η ανακοπή γίνει δεκτή για τον συγκεκριμένο λόγο, το πρόγραμμα πλειστηριασμού ακυρώνεται και η προηγηθείσα έκθεση κατάσχεσης καθίσταται αντίστοιχα ανενεργή.

Συνεπώς, η απόφαση ενισχύει τη δικαστική προστασία των οφειλετών, χωρίς όμως να καταργεί τις νόμιμες προθεσμίες, τις προϋποθέσεις παραδεκτού και τους λοιπούς δικονομικούς κανόνες που διέπουν τις ανακοπές κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Η υπόθεση της μεζονέτας στο Μοσχάτο και το χρέος των 142.917 ευρώ

Αφορμή για τη δικαστική κρίση αποτέλεσε υπόθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού μεζονέτας 162 τετραγωνικών μέτρων στο Μοσχάτο, η οποία αποτελούσε την κύρια κατοικία ενός διευθύνοντος συμβούλου ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας και της οικογένειάς του.

Η ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά είχε εντάξει το ακίνητο σε πρόγραμμα πλειστηριασμού λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο, ύψους 142.917 ευρώ.

Το ακίνητο ανήκε κατά 50% στον διευθύνοντα σύμβουλο και κατά 50% στη σύζυγό του. Η αξία του μεριδίου που επρόκειτο να εκπλειστηριαστεί είχε εκτιμηθεί σε 100.000 ευρώ, ενώ η τιμή πρώτης προσφοράς είχε οριστεί στις 80.000 ευρώ.

Ο οφειλέτης προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι η επιλογή της οικογενειακής κατοικίας παραβίαζε τις συνταγματικές αρχές προστασίας της οικογένειας και της αναλογικότητας, καθώς διέθετε και άλλα ακίνητα σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, στα οποία θα μπορούσε να στραφεί προηγουμένως το Δημόσιο.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την ανακοπή του και ακύρωσε το πρόγραμμα πλειστηριασμού. Ακολούθως, το Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.

Οι εφέτες έκριναν ότι ο πλειστηριασμός της οικογενειακής κατοικίας αντέβαινε στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, καθώς η είσπραξη των οφειλών μπορούσε να επιδιωχθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα.

Το Δημόσιο προσέφυγε τελικά στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι η φορολογική αρχή είχε ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που της παρέχει ο ΚΕΔΕ ως προς την επιλογή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ωστόσο, το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση του Δημοσίου, επιβεβαιώνοντας ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους συνταγματικούς κανόνες και ιδίως στην αρχή της αναλογικότητας.

Ανακοπή και σε μεταγενέστερο στάδιο του πλειστηριασμού

Πέρα από την ουσιαστική προστασία της οικογενειακής κατοικίας, η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και ως προς τα δικαιώματα δικαστικής προστασίας των οφειλετών.

Σύμφωνα με όσα κρίθηκαν, η δυνατότητα αμφισβήτησης της νομιμότητας της κατάσχεσης δεν εξαντλείται υποχρεωτικά στο αρχικό στάδιο της κοινοποίησης της κατασχετήριας έκθεσης.

Ο οφειλέτης μπορεί να προβάλλει τους σχετικούς λόγους και κατά μεταγενέστερων πράξεων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος πλειστηριασμού, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες δικονομικές προϋποθέσεις.

Η συγκεκριμένη κρίση έχει πρακτική σημασία, καθώς ενισχύει τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των ενεργειών της Διοίκησης, ακόμη και όταν η διαδικασία εκτέλεσης έχει προχωρήσει πέρα από την αρχική κατάσχεση.

Τι αλλάζει για τους οφειλέτες

Η απόφαση του ΣτΕ δεν θεσπίζει γενική απαγόρευση όλων των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας ούτε απαλλάσσει τους πολίτες από τις οφειλές τους προς το Δημόσιο.

Θέτει, ωστόσο, μία ουσιώδη προϋπόθεση: προτού οι αρμόδιες αρχές επιλέξουν να κατασχέσουν την κατοικία στην οποία διαμένει ο οφειλέτης με την οικογένειά του, οφείλουν να εξετάσουν εάν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία μπορεί να ικανοποιηθεί η δημόσια απαίτηση.

Εφόσον τέτοια στοιχεία υπάρχουν και είναι πρόσφορα για την είσπραξη του χρέους, η επιλογή της οικογενειακής στέγης ως αντικειμένου κατάσχεσης δεν είναι νόμιμη.

Με αυτόν τον τρόπο, το ανώτατο δικαστήριο επαναβεβαιώνει ότι η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, παρότι αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να επιδιώκεται με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, στην προστασία της οικογένειας και στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Το βασικό μήνυμα της απόφασης είναι σαφές: η απώλεια της οικογενειακής κατοικίας δεν μπορεί να αποτελεί την πρώτη επιλογή του Δημοσίου, όταν η οφειλή είναι δυνατόν να εισπραχθεί με άλλα, ηπιότερα μέσα.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu