Στο 86% εκτινάχθηκε το μερίδιο της Κίνας στις εισαγωγές πενικιλινών και παραγώγων τους στην ΕΕ, από 44% το 2019 - Η Sandoz ζητά μέτρα αντιντάμπινγκ, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο πλήρους εξάρτησης της Ευρώπης από το Πεκίνο
Τον κίνδυνο να χάσει η Ευρώπη τη μοναδική εναπομείνασα πλήρως καθετοποιημένη μονάδα παραγωγής πενικιλίνης, εξαιτίας του ανταγωνισμού από τα φθηνά κινεζικά αντιβιοτικά, αναδεικνύει εκτενές δημοσίευμα του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το εργοστάσιο της φαρμακοβιομηχανίας Sandoz στο Κουντλ της Αυστρίας, το οποίο καλύπτει όλα τα στάδια παραγωγής πενικιλίνης, συμπεριλαμβανομένης της παρασκευής των βασικών δραστικών φαρμακευτικών συστατικών.
Όπως επισημαίνει το Reuters, η ενίσχυση της κινεζικής παρουσίας στην αγορά προσφέρει βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη στα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας, τα οποία επιδιώκουν να περιορίσουν τις φαρμακευτικές δαπάνες. Ταυτόχρονα, όμως, απειλεί τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής βασικών αντιβιοτικών, εντείνοντας τους φόβους για αυξανόμενη εξάρτηση της ΕΕ από την Κίνα σε έναν στρατηγικής σημασίας τομέα.
Παρά τις σημαντικές επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, η Sandoz προειδοποιεί ότι η συνέχιση της παραγωγής στο Κουντλ δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη φαρμακευτική αυτάρκεια της Ευρώπης και τους κινδύνους που συνεπάγεται η συγκέντρωση της παραγωγής κρίσιμων φαρμάκων εκτός των συνόρων της.
Από το 44% στο 86% η εξάρτηση από την Κίνα
Τα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν με σαφήνεια τη μεταβολή των ισορροπιών στην ευρωπαϊκή αγορά.
Το μερίδιο της Κίνας στις εισαγωγές πενικιλινών και παραγώγων τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως με τη μορφή δραστικών φαρμακευτικών συστατικών (API), αυξήθηκε από 44% το 2019 σε 86% το 2025.
Πρόκειται για σχεδόν διπλασιασμό μέσα σε έξι χρόνια, που αντανακλά την ταχύτατη επέκταση της κινεζικής φαρμακοβιομηχανίας και τη σταδιακή υποχώρηση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές στη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων έχουν περιοριστεί περίπου στο ένα πέμπτο του υψηλότερου επιπέδου που είχαν καταγράψει στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη στρατηγική του Πεκίνου για την ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας και την αναβάθμιση της θέσης της Κίνας στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής.
Μέσω του δεκαετούς προγράμματος «Made in China 2025», που παρουσιάστηκε το 2015, η χώρα επιδίωξε να επεκταθεί από παραδοσιακούς τομείς χαμηλού κόστους σε βιομηχανίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, μεταξύ των οποίων τα φαρμακευτικά προϊόντα και τα κρίσιμα συστατικά τους.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα στα αγαθά διογκώθηκε το 2025 σε περίπου ένα δισεκατομμύριο ευρώ ημερησίως, επίπεδο διπλάσιο από εκείνο του 2020.
Στρατηγικός κίνδυνος για την ευρωπαϊκή υγεία
Η αυξανόμενη εξάρτηση από τις κινεζικές εισαγωγές δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως οικονομικό ζήτημα. Αναλυτές και εκπρόσωποι της φαρμακοβιομηχανίας προειδοποιούν ότι η συγκέντρωση της παραγωγής βασικών αντιβιοτικών σε μία χώρα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης.
Σύμφωνα με τη Sandoz, έως και το 90% των δραστικών φαρμακευτικών συστατικών που χρησιμοποιούνται παγκοσμίως στα αντιβιοτικά παράγεται πλέον εκτός Ευρώπης, κυρίως στην Κίνα και στην Ινδία, με την τελευταία να βασίζεται επίσης σε κινεζικές χημικές πρώτες ύλες.
Σε γραπτή κατάθεσή της προς Βρετανούς νομοθέτες το 2026, η εταιρεία έκανε λόγο για «εγγενή στρατηγικό κίνδυνο», συγκρίνοντας την εξάρτηση από την Κίνα στον τομέα των αντιβιοτικών με την κινεζική κυριαρχία στην επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών.
Όπως προειδοποίησε, η προμήθεια αντιβιοτικών θα μπορούσε δυνητικά να χρησιμοποιηθεί ως μέσο οικονομικού καταναγκασμού ή υβριδικού πολέμου, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων διπλωματικών αντιπαραθέσεων.
Τις ανησυχίες αυτές συμμερίζεται ο Τιμ Ρίλιγκ (Tim Rühlig), αναλυτής για την Κίνα στο Ινστιτούτο Μελετών Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως δήλωσε στο Reuters, η ισχυρή θέση του Πεκίνου στην αγορά δημιουργεί δυνατότητες άσκησης πίεσης για την προώθηση στρατηγικών συμφερόντων.
Οι φόβοι δεν είναι εντελώς θεωρητικοί. Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο που μίλησε ανώνυμα στο Reuters, Κινέζοι συνομιλητές του είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι η διακοπή εξαγωγών δραστικών φαρμακευτικών ουσιών θα μπορούσε να αποτελέσει αντίμετρο σε μια εμπορική σύγκρουση.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, ο Κινέζος οικονομολόγος Λι Νταοκουί (Li Daokui), πρώην μέλος της επιτροπής νομισματικής πολιτικής της κεντρικής τράπεζας της Κίνας, είχε επίσης προκαλέσει ανησυχία στη Δύση, προτείνοντας να συμπεριληφθούν οι εξαγωγές δραστικών φαρμακευτικών ουσιών στις εμπορικές διαπραγματεύσεις.
Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι το Πεκίνο έχει ήδη χρησιμοποιήσει τις εξαγωγές πενικιλίνης ως εργαλείο πολιτικής πίεσης. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε άλλωστε να πλήξει την αξιοπιστία της Κίνας ως διεθνούς προμηθευτή φαρμάκων.
Το εργοστάσιο των 2.000 εργαζομένων και η επένδυση των 200 εκατ. ευρώ
Στο Κουντλ της Αυστρίας, η Sandoz εξακολουθεί να διατηρεί μια από τις σημαντικότερες παραγωγικές υποδομές της ευρωπαϊκής φαρμακοβιομηχανίας.
Η εγκατάσταση απασχολεί περισσότερους από 2.000 εργαζομένους και καλύπτει ολόκληρη τη διαδικασία παραγωγής πενικιλίνης, από τη δημιουργία της βασικής δραστικής ουσίας μέσω ζύμωσης έως τα επόμενα στάδια επεξεργασίας.
Η Σεσίλ Στολτς (Cecile Stolz), επικεφαλής της μονάδας παραγωγής της Sandoz στο Κουντλ, παρουσίασε στο Reuters τη διαδικασία καλλιέργειας της πράσινης μούχλας από την οποία προκύπτουν οι ουσίες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πενικιλίνης.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενεργοβόρα βιομηχανική διαδικασία, η οποία απαιτεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας και υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία.
Σύμφωνα με τη διεύθυνση της μονάδας, οι ενεργειακές ανάγκες του εργοστασίου είναι συγκρίσιμες με εκείνες της πόλης του Ίνσμπρουκ, που αριθμεί περισσότερους από 130.000 κατοίκους.
Το κόστος αποτελεί καθοριστικό μειονέκτημα έναντι της Κίνας. Με βάση στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες στην ΕΕ ήταν το 2025 κατά μέσο όρο σχεδόν 50% υψηλότερες από τις αντίστοιχες στην Κίνα.
Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί καλούνται να λειτουργούν υπό αυστηρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες και με υψηλότερο εργατικό κόστος.
Η Sandoz προχώρησε σε επέκταση ύψους περίπου 200 εκατ. ευρώ, η οποία ολοκληρώθηκε γύρω στο 2023 και περιλάμβανε συνολική δημόσια χρηματοδοτική στήριξη 50 εκατ. ευρώ.
Στο πλαίσιο της στήριξης των παραγωγικών επενδύσεων στο Κουντλ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το 2023 κρατική ενίσχυση 28,3 εκατ. ευρώ. Η επέκταση επέτρεψε την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας κατά 20%.
Παρά την επένδυση, η βιωσιμότητα της εγκατάστασης εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία.
Η Στέφανι Γέντνερ (Stephanie Jedner), διευθύντρια του εργοστασίου στο Κουντλ, προειδοποίησε στο Reuters ότι, εάν η μονάδα κλείσει, η Ευρώπη θα καταστεί πλήρως εξαρτημένη από την Κίνα για τη συγκεκριμένη παραγωγική αλυσίδα.
Η πανδημία και οι ελλείψεις αντιβιοτικών χτύπησαν καμπανάκι
Η ευαλωτότητα της ευρωπαϊκής αγοράς φαρμάκων έγινε ιδιαίτερα αισθητή κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, όταν οι διαταραχές στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες αποκάλυψαν τον βαθμό εξάρτησης της Ευρώπης από ασιατικούς προμηθευτές.
Το πρόβλημα επανήλθε με ένταση το 2022, όταν η αύξηση των αναπνευστικών λοιμώξεων προκάλεσε ελλείψεις αμοξικιλλίνης, ενός από τα πλέον διαδεδομένα αντιβιοτικά της οικογένειας των πενικιλινών.
Η αμοξικιλλίνη παράγεται και στη μονάδα της Sandoz στο Κουντλ, γεγονός που ανέδειξε τη στρατηγική σημασία της συγκεκριμένης εγκατάστασης.
Για τους ειδικούς, η απώλεια μιας τέτοιας παραγωγικής μονάδας θα περιόριζε την ικανότητα της Ευρώπης να ανταποκριθεί αυτόνομα σε μια μελλοντική υγειονομική κρίση.
Ο Μπόστιαν Τσεχ (Bostjan Ceh), επικεφαλής επιχειρηματικής ανάπτυξης στη σλοβενική εταιρεία φαρμακευτικής έρευνας Labena, εκτίμησε ότι η περαιτέρω συρρίκνωση της ευρωπαϊκής παραγωγής θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την ανταπόκριση της ηπείρου σε περιόδους αυξημένης ζήτησης φαρμάκων.
Αντίστοιχα, η Άννα Μιχάιλοβα (Anna Mihaylova), ειδικός σε θέματα πολιτικής στο Ιατρικό Πανεπιστήμιο του Πλόβντιβ της Βουλγαρίας, επισήμανε ότι η Ευρώπη άρχισε να αντιμετωπίζει τη φαρμακευτική παραγωγή ως ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας κυρίως μετά την εμπειρία της πανδημίας.
Η Sandoz ζητά έρευνα αντιντάμπινγκ και δασμούς
Απέναντι στον αυξανόμενο ανταγωνισμό, η Sandoz επιδιώκει πλέον την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Τον Μάρτιο του 2026, η εταιρεία προσέφυγε στην Επιτροπή για τις πρακτικές των Κινέζων παραγωγών στην αγορά δραστικών συστατικών αντιβιοτικών. Στις 28 Μαΐου 2026 έγινε επίσης γνωστό ότι είχε καταθέσει σχέδιο καταγγελίας αντιντάμπινγκ για τις κινεζικές εισαγωγές δραστικής ουσίας αμοξικιλλίνης.
Η υπόθεση επικεντρώνεται στους ισχυρισμούς της Sandoz ότι κινεζικά προϊόντα διατίθενται στην ευρωπαϊκή αγορά σε τιμές χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής, με τη συνδρομή κρατικών επιδοτήσεων.
Μια επίσημη έρευνα αντιντάμπινγκ θα μπορούσε, εφόσον επιβεβαιώνονταν οι σχετικές καταγγελίες και πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην επιβολή πρόσθετων δασμών.
Εμπειρογνώμονες του ευρωπαϊκού εμπορίου εκτιμούν ότι η αυστηρότερη στάση των Βρυξελλών απέναντι στην Κίνα καθιστά πιθανή μια τέτοια εξέλιξη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Reuters, από τις 23 εν εξελίξει ευρωπαϊκές έρευνες αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων, στις 20 η Κίνα αποτελεί αποκλειστικό ή έναν από τους στόχους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν σχολίασε την υπόθεση, ενώ, έως τις 21 Οκτωβρίου 2026, ο χρόνος ενδεχόμενης έναρξης επίσημης έρευνας παρέμενε ασαφής.
Το Πεκίνο, από την πλευρά του, απορρίπτει τις κατηγορίες περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, επιμένοντας ότι η κρατική υποστήριξη της βιομηχανίας του συμμορφώνεται με τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι οι εμπορικές διαφορές με την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να επιλύονται μέσω διαλόγου και διαβουλεύσεων.
«Η Κίνα αντιτίθεται σταθερά σε κάθε μορφή εμπορικού προστατευτισμού», ανέφερε σε απάντησή του προς το Reuters.
«Τα αντιβιοτικά κοστίζουν λιγότερο από μια σοκολάτα»
Στον πυρήνα της διαμάχης βρίσκεται και το μοντέλο προμήθειας φαρμάκων από τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας.
Η Sandoz υποστηρίζει ότι οι δημόσιοι διαγωνισμοί, οι οποίοι συχνά δίνουν καθοριστική βαρύτητα στη χαμηλότερη τιμή, υπονομεύουν την παραγωγή στην Ευρώπη και ενθαρρύνουν τη μεταφορά της σε χώρες με χαμηλότερο κόστος.
Το αποτέλεσμα είναι οι τιμές πολλών βασικών αντιβιοτικών να παραμένουν στάσιμες ή να μειώνονται, την ώρα που το κόστος ενέργειας, εργασίας και συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές αυξάνεται.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Sandoz, Ρίτσαρντ Σέινορ (Richard Saynor), περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την αντίφαση.
«Με ενοχλεί το γεγονός ότι πουλάμε ένα πακέτο αντιβιοτικά φθηνότερα από ένα πακέτο Ricola στην Ελβετία ή μια μπάρα Mars στο Ηνωμένο Βασίλειο», δήλωσε στο Reuters.
«Θεωρούμε πολλά από αυτά τα πράγματα δεδομένα – και τα θεωρούμε δεδομένα μέχρι να μην υπάρχουν πλέον», πρόσθεσε.
Η τοποθέτησή του συνοψίζει το επιχείρημα της ευρωπαϊκής φαρμακοβιομηχανίας: τα φθηνά φάρμακα είναι απαραίτητα για την πρόσβαση των ασθενών στη θεραπεία, αλλά οι υπερβολικά χαμηλές τιμές μπορούν να οδηγήσουν σε αποβιομηχάνιση και να απειλήσουν μακροπρόθεσμα την ασφάλεια εφοδιασμού.
Το δίλημμα της Ευρώπης: Φθηνά φάρμακα ή παραγωγική αυτονομία;
Η αντιπαράθεση για την πενικιλίνη αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης για το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ.
Οι Βρυξέλλες καλούνται να εξισορροπήσουν τρεις διαφορετικές προτεραιότητες: τη συγκράτηση των δημόσιων δαπανών υγείας, την προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγής και την εξασφάλιση επαρκών αποθεμάτων κρίσιμων φαρμάκων.
Η επιβολή δασμών θα μπορούσε να περιορίσει την πίεση στους Ευρωπαίους παραγωγούς, ενδέχεται όμως να αυξήσει το κόστος των εισαγόμενων δραστικών ουσιών. Αντίστοιχα, η διατήρηση των σημερινών πρακτικών προμηθειών μπορεί να συνεχίσει να εξασφαλίζει χαμηλές τιμές, χωρίς όμως να εγγυάται τη μακροπρόθεσμη επιβίωση της εγχώριας βιομηχανίας.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση δεν περιορίζεται στους δασμούς. Περιλαμβάνει επίσης την ανάγκη διαφοροποίησης των προμηθευτών, την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας και την αναθεώρηση των κριτηρίων με τα οποία τα δημόσια συστήματα υγείας αγοράζουν κρίσιμα φάρμακα.
Το εργοστάσιο του Κουντλ έχει έτσι μετατραπεί σε σύμβολο ενός ευρύτερου προβλήματος: της σταδιακής απώλειας της ευρωπαϊκής ικανότητας παραγωγής αγαθών στρατηγικής σημασίας.
Η πενικιλίνη, ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της σύγχρονης ιατρικής από την ανακάλυψή της το 1928 από τον Σκωτσέζο επιστήμονα Αλεξάντερ Φλέμινγκ (Alexander Fleming), βρίσκεται σχεδόν έναν αιώνα αργότερα στο επίκεντρο μιας νέας σύγκρουσης, αυτή τη φορά οικονομικής και γεωπολιτικής.
Το ερώτημα για την Ευρώπη δεν είναι πλέον μόνο πόσο φθηνά μπορεί να αγοράζει τα αντιβιοτικά της, αλλά εάν θα εξακολουθήσει να έχει τη δυνατότητα να τα παράγει όταν τα χρειαστεί περισσότερο.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Πούτιν: Νέο παζάρι με Τραμπ για την Ουκρανία – «Ναι» στην επανέναρξη τριμερών – Στο παιχνίδι Ιράν και Κίνα
- Εθνική Τράπεζα: Νέο μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο ο Αδριανός Κυριαζής
- Heineken: Με έφεση απαντά στην απόφαση για τα 111 εκατ. ευρώ στη Ζυθοποιία Μακ. Θράκης
- Τα φθηνά κινεζικά αντιβιοτικά απειλούν το τελευταίο μεγάλο εργοστάσιο πενικιλίνης της Ευρώπης
- CNL Capital: Αντλεί έως 150.000 ευρώ μέσω νέου ομολογιακού δανείου
- ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. - ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
- Χρηματιστήριο Αθηνών: Μια άνευρη συνεδρίαση εξελίχθηκε σε ράλι τιμών +1,28% με τράπεζες και ΕΧΑΕ στην πρώτη γραμμή
- ΚΑΕ Παναθηναϊκός: «Θα προσφύγουμε στη Δικαιοσύνη για να διεκδικήσουμε όσα εκλάπησαν»
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








