Διεθνή

Από το Ιράν έως το παγκόσμιο εμπόριο: Πώς το «μπλε κύμα» των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ ανατρέπει τις διεθνείς ισορροπίες

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων του Τραμπ και αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, την Ουκρανία, την ΕΕ, το παγκόσμιο εμπόριο, την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις αγορές

Η εκλογική ανατροπή στις Ηνωμένες Πολιτείες προκαλεί ήδη αναταράξεις στη διεθνή σκηνή, καθώς κυβερνήσεις, εμπορικοί εταίροι και επενδυτές επιχειρούν να εκτιμήσουν τις συνέπειες της σαρωτικής νίκης των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Η κατάκτηση της πλειοψηφίας τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία συνιστά σημαντικό πολιτικό πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με την αποδοκιμασία των ψηφοφόρων για το υψηλό κόστος ζωής, τους δασμούς και τον πόλεμο με το Ιράν.

Το αποτέλεσμα σηματοδοτεί την επιστροφή σε μια περίοδο διαιρεμένης διακυβέρνησης, με τον Λευκό Οίκο να παραμένει υπό ρεπουμπλικανικό έλεγχο και το Κογκρέσο να περνά στους Δημοκρατικούς. Ωστόσο, η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα αναλάβει καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου 2027, γεγονός που σημαίνει ότι οι θεσμικές συνέπειες της εκλογικής ανατροπής δεν θα είναι άμεσες.

Αυτό δεν εμποδίζει τις διεθνείς αγορές και τις ξένες κυβερνήσεις να επαναξιολογούν από τώρα τις στρατηγικές τους. Όπως αναφέρει σε εκτενές του άρθρο του το Reuters, από την Τεχεράνη και το Τελ Αβίβ έως το Κίεβο, το Πεκίνο και τις Βρυξέλλες, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον ένας πολιτικά αποδυναμωμένος Τραμπ θα επιδιώξει συμβιβασμούς ή θα υιοθετήσει ακόμη πιο επιθετική στάση για να διατηρήσει τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας.

Ιράν και Ισραήλ: Η εκλογική ήττα του Τραμπ δημιουργεί νέα διπλωματικά δεδομένα

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται στο επίκεντρο των διεθνών εκτιμήσεων για τις συνέπειες της αμερικανικής κάλπης, καθώς η οκτάμηνη σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν έχει επιβαρύνει τόσο τις γεωπολιτικές ισορροπίες όσο και την παγκόσμια οικονομία.

Η κόπωση των Αμερικανών ψηφοφόρων από τον πόλεμο, σε συνδυασμό με τις αυξημένες τιμές των καυσίμων, θεωρείται ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην εκλογική αποδοκιμασία του Τραμπ.

Σύμφωνα με δύο πηγές που γνωρίζουν τις εκτιμήσεις κυβερνήσεων του Κόλπου και μίλησαν στο Reuters, ορισμένες χώρες της περιοχής θεωρούν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει πλέον ισχυρότερο πολιτικό κίνητρο να επιδιώξει συμφωνία με την Τεχεράνη.

Υπό αυτό το πρίσμα, εκτιμούν ότι μια νέα μεγάλης κλίμακας αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν καθίσταται λιγότερο πιθανή. Πρόκειται, ωστόσο, για διπλωματική εκτίμηση και όχι για ένδειξη ότι έχει ήδη αποφασιστεί αλλαγή της αμερικανικής στρατηγικής.

Η εκλογική αποδυνάμωση του Τραμπ θα μπορούσε, άλλωστε, να οδηγήσει και σε αντίθετο αποτέλεσμα, εάν η ιρανική ηγεσία θεωρήσει ότι η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε δυσμενέστερη διαπραγματευτική θέση.

Η Εμπτεσάμ αλ-Κέτμπι, επικεφαλής του Κέντρου Πολιτικής των Εμιράτων, επισήμανε ότι η στάση της Τεχεράνης θα είναι καθοριστική για την εξέλιξη της κρίσης.

«Εάν η Τεχεράνη αναγνωρίσει ότι ο Τραμπ χρειάζεται μια συμφωνία, αλλά όχι οποιαδήποτε συμφωνία, θα μπορούσε να προκύψει μια πραγματική ευκαιρία για τον τερματισμό του πολέμου», δήλωσε.

Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι η ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος ως ένδειξης αδυναμίας του Αμερικανού προέδρου θα μπορούσε να προκαλέσει «μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση».

Στο Ισραήλ, η επικράτηση των Δημοκρατικών δημιουργεί επίσης νέα δεδομένα. Η μελλοντική πλειοψηφία τους στο Κογκρέσο μπορεί να ενισχύσει τον έλεγχο των αμερικανικών νομοθετικών σωμάτων στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στο Ιράν, στη Γάζα και στον Λίβανο.

Παράλληλα, ενδέχεται να ενταθεί η συζήτηση για τους όρους της στρατιωτικής βοήθειας και των πωλήσεων αμερικανικών όπλων προς το Ισραήλ, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτόματη ανατροπή της μακροχρόνιας στρατηγικής σχέσης των δύο χωρών.

Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Μπενιαμίν Νετανιάχου αξιοποίησαν ήδη το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών για να κατηγορήσουν τον Ισραηλινό πρωθυπουργό ότι, με τις επιλογές του, έχει αποδυναμώσει την παραδοσιακή διακομματική υποστήριξη προς το Ισραήλ στην Ουάσιγκτον.

Η αντιπαράθεση εντάσσεται στις προσπάθειες διαμόρφωσης νέων πολιτικών συμμαχιών μετά το αμφίρροπο αποτέλεσμα των πρόσφατων ισραηλινών εκλογών.

Πετρέλαιο: Οι αγορές βλέπουν πιθανότητες αποκλιμάκωσης του πολέμου

Οι διεθνείς ενεργειακές αγορές αντέδρασαν στο εκλογικό αποτέλεσμα με αυξημένες προσδοκίες για ενδεχόμενη επανεκκίνηση των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.

Η σύγκρουση έχει περιορίσει τις προμήθειες αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο, ενισχύοντας τις τιμές της ενέργειας και επιβαρύνοντας οικονομίες και καταναλωτές σε παγκόσμια κλίμακα.

Την Τετάρτη, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν για τρίτη διαδοχική ημέρα, καθώς οι επενδυτές συνυπολόγισαν το ενδεχόμενο ο Τραμπ να επιδιώξει διπλωματική διέξοδο από τη σύγκρουση.

Ωστόσο, η περιορισμένη διαθεσιμότητα πετρελαίου στην αγορά, εξαιτίας των διαταραχών στην προσφορά, συγκράτησε την πτώση των τιμών.

Ο Όλε Χάνσεν, αναλυτής της Saxo Bank, εκτίμησε ότι οι επενδυτές προεξοφλούν ολοένα και περισσότερο μια πιθανή αλλαγή προτεραιοτήτων στον Λευκό Οίκο.

«Η αγορά φαίνεται ολοένα και περισσότερο να στοιχηματίζει ότι ο Πρόεδρος Τραμπ θέλει να αφήσει πίσω του τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή», ανέφερε.

Η υποχώρηση των τιμών, πάντως, δεν σημαίνει ότι έχει ήδη διαμορφωθεί προοπτική άμεσου τερματισμού των εχθροπραξιών. Αντανακλά κυρίως την επαναξιολόγηση των πολιτικών κινήτρων του Αμερικανού προέδρου από τις αγορές.

Μια ουσιαστική αποκλιμάκωση της σύγκρουσης θα μπορούσε να περιορίσει το ενεργειακό κόστος και τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς, αλλά η εξέλιξη των τιμών θα εξακολουθήσει να εξαρτάται από την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών και την αποκατάσταση των εφοδιαστικών ροών.

Ουκρανία: Προοπτική νέας βοήθειας, αλλά χωρίς άμεση αλλαγή πολιτικής

Η νίκη των Δημοκρατικών δημιουργεί προσδοκίες στο Κίεβο για ενίσχυση της αμερικανικής υποστήριξης, έπειτα από μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ έχει περιορίσει σημαντικά την άμεση οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία.

Η πολιτική αυτή έχει προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο στους Δημοκρατικούς, αλλά και σε Ρεπουμπλικανούς νομοθέτες που τάσσονται υπέρ της συνέχισης της αμερικανικής στήριξης.

Επιπλέον, η απόφαση του Τραμπ να χαλαρώσει περιορισμούς στο ρωσικό ντίζελ και στον ενεργειακό τομέα της Ρωσίας έχει εντείνει τις διαφωνίες στο Κογκρέσο.

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι νέες δημοκρατικές πλειοψηφίες θα μπορούν να προωθήσουν νομοθετικές πρωτοβουλίες για πρόσθετη χρηματοδότηση της Ουκρανίας και αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Μόσχας.

Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με εξασφαλισμένη αύξηση της βοήθειας.

Ο Τραμπ θα διατηρεί το δικαίωμα άσκησης βέτο. Για να παρακαμφθεί ένα τέτοιο βέτο, θα απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, επομένως θα είναι αναγκαία η στήριξη και Ρεπουμπλικανών νομοθετών.

Ακόμη και στην περίπτωση έγκρισης νέων κονδυλίων, η Ουκρανία δύσκολα θα μπορούσε να καλύψει αμέσως τις πιο επείγουσες αμυντικές ανάγκες της.

Ιδιαίτερα κρίσιμη παραμένει η έλλειψη αμερικανικής κατασκευής αντιαεροπορικών συστημάτων Patriot, τα οποία είναι απαραίτητα για την προστασία των πόλεων και των ενεργειακών υποδομών από τις ρωσικές επιθέσεις ενόψει του χειμώνα.

Στο μέτωπο των κυρώσεων, ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς από τη Νέα Υόρκη, ο οποίος αναμένεται να διεκδικήσει την προεδρία της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, έχει καταθέσει διακομματική νομοθετική πρωτοβουλία με στόχο να εμποδίσει την επιστροφή του ρωσικού ντίζελ στην παγκόσμια αγορά.

Παρά τις δυνατότητες άσκησης μεγαλύτερης κοινοβουλευτικής πίεσης, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν αναμένεται να ανατρέψει αυτομάτως τη διαπραγματευτική στρατηγική του Λευκού Οίκου.

Η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να πιέζει το Κίεβο για παραχωρήσεις στο πλαίσιο των ειρηνευτικών συνομιλιών με τη Ρωσία, ενώ παράλληλα διερευνά πιθανές οικονομικές συμφωνίες με τη Μόσχα που θα μπορούσαν να ευνοήσουν Αμερικανούς επενδυτές.

Το Κρεμλίνο, από την πλευρά του, εξέφρασε την ελπίδα ότι η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στο Κογκρέσο δεν θα επηρεάσει τις προσπάθειες του Τραμπ για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας, όπως τις περιγράφει η ρωσική πλευρά.

Παγκόσμιο εμπόριο: Μεγαλύτερα περιθώρια αντίστασης στους δασμούς Τραμπ

Η ανατροπή των πολιτικών ισορροπιών στην Ουάσιγκτον μπορεί να επηρεάσει σημαντικά και τις εμπορικές σχέσεις των ΗΠΑ με την Ασία και την Ευρώπη.

Η δασμολογική πολιτική αποτέλεσε βασικό εργαλείο του Τραμπ για την άσκηση πίεσης σε εμπορικούς εταίρους, με στόχο την εξασφάλιση επενδυτικών δεσμεύσεων και ευνοϊκότερων όρων για τις αμερικανικές επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με αναλυτές, η εκλογική αποδυνάμωση του προέδρου θα μπορούσε να ενθαρρύνει ορισμένες ασιατικές κυβερνήσεις να επιβραδύνουν την υλοποίηση επενδύσεων που είχαν υποσχεθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να αποφύγουν υψηλότερους δασμούς.

Παράλληλα, η Κίνα ενδέχεται να θεωρήσει ότι αποκτά μεγαλύτερα περιθώρια διαπραγμάτευσης με την Ουάσιγκτον, καθώς ο Τραμπ εισέρχεται στην τελική διετία της προεδρικής θητείας του με περιορισμένη νομοθετική στήριξη.

Ωστόσο, η πολιτική αποδυνάμωση του Αμερικανού προέδρου δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά ηπιότερη εμπορική πολιτική. Αντιθέτως, θα μπορούσε να τον ωθήσει στην εντονότερη χρήση των εξουσιών που εξακολουθεί να διαθέτει, προκειμένου να επιδείξει αποφασιστικότητα.

Ο Τσιμ Λι, αναλυτής βιομηχανικής πολιτικής του Economist Intelligence Unit στο Πεκίνο, εκτίμησε ότι οι ευρύτερες οικονομικές σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας πιθανότατα θα παραμείνουν σε κατάσταση «εύθραυστης σταθερότητας».

Ανάλογα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών διακρίνει και η Ινδία, η οποία συνεχίζει τις διαπραγματεύσεις για εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιχειρώντας παράλληλα να προστατεύσει τον αγροτικό της τομέα.

Ο Ανούπ Γουανταουάν, πρώην υπουργός Εμπορίου της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Ινδίας, εκτίμησε ότι η ήττα των Ρεπουμπλικανών περιορίζει την πολιτική ευχέρεια του Τραμπ να χρησιμοποιεί μονομερώς τους δασμούς ως μέσο πίεσης.

«Μετά τις ήττες στις ενδιάμεσες εκλογές, η δυνατότητα του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλλει αυθαίρετους δασμούς θα αντιμετωπίσει σίγουρα προκλήσεις. Σε κάποιο σημείο χρειάζεται την έγκριση του Κογκρέσου για εμπορικές ενέργειες και, υπό αυτή την έννοια, έχει αποδυναμωθεί», ανέφερε.

Το αμερικανικό Σύνταγμα αναθέτει στο Κογκρέσο την αρμοδιότητα ρύθμισης του εξωτερικού εμπορίου και καθορισμού των δασμών. Ωστόσο, η νομοθεσία έχει εκχωρήσει στον πρόεδρο σημαντικές εξουσίες για την επιβολή εμπορικών περιορισμών, μεταξύ άλλων για λόγους εθνικής ασφάλειας ή αντιμετώπισης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών.

Επομένως, η νέα πλειοψηφία των Δημοκρατικών μπορεί να επιχειρήσει να περιορίσει αυτές τις εξουσίες μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων, αλλά μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε να συναντήσει το προεδρικό βέτο.

Ευρωπαϊκή Ένωση: Ανοιχτά μέτωπα στις εμπορικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η επικράτηση των Δημοκρατικών δημιουργεί προσδοκίες για μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να εξαλείφει τον κίνδυνο νέων αντιπαραθέσεων.

Ένα από τα σημαντικότερα ανοιχτά ζητήματα αφορά τις απειλές του Τραμπ για επιβολή δασμών ύψους 100% σε ευρωπαϊκές χώρες που εφαρμόζουν φόρους ψηφιακών υπηρεσιών στους μεγάλους αμερικανικούς τεχνολογικούς ομίλους.

Παραμένει αβέβαιο εάν ο Λευκός Οίκος θα επιχειρήσει να υλοποιήσει αυτές τις απειλές μετά την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών.

Πρόσθετη εστία ενδεχόμενης έντασης αποτελεί η χρηματοδότηση ύψους 3 δισ. ευρώ προς την Airbus από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει νέες διαφωνίες για τους όρους ανταγωνισμού στον αεροναυπηγικό κλάδο.

Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν ερωτήματα για την ανθεκτικότητα της διατλαντικής εμπορικής εκεχειρίας που έχει διαμορφωθεί από το 2025.

Παρότι η νέα πλειοψηφία στο Κογκρέσο θα μπορούσε να ασκήσει πιέσεις για περιορισμό των εμπορικών συγκρούσεων, η χάραξη και η εφαρμογή της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής θα συνεχίσουν να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τις αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ.

Τεχνητή Νοημοσύνη: Οι φόβοι για αυστηρότερη εποπτεία πιέζουν τις μετοχές

Η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών επηρέασε και τις προσδοκίες των επενδυτών για τον τεχνολογικό κλάδο, ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις που συνδέονται με την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Οι δημοσκοπήσεις εξόδου ανέδειξαν την ανησυχία μέρους των Αμερικανών ψηφοφόρων για την ταχεία επέκταση των κέντρων δεδομένων, τα οποία απαιτούν μεγάλες ποσότητες ενέργειας και σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές.

Τα ευρήματα αυτά ενίσχυσαν τις εκτιμήσεις ότι το νέο Κογκρέσο θα μπορούσε να επιδιώξει αυστηρότερη εποπτεία της ανάπτυξης των υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ωστόσο, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί συγκεκριμένο νέο νομοθετικό πλαίσιο. Οι πιέσεις στις μετοχές αντανακλούν κυρίως την ανησυχία των επενδυτών για πιθανές μελλοντικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις.

Ο Τζέικ Ντόλαρχαϊντ, διευθύνων σύμβουλος της Longbow Asset Management στην Οκλαχόμα, εκτίμησε ότι η επικράτηση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να επιβραδύνει την ιδιαίτερα δυναμική ανάπτυξη του κλάδου.

«Μια σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο θα ασκούσε πίεση στην τεχνολογία και ενδεχομένως θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη ρυθμιστική πίεση σε οτιδήποτε σχετίζεται με την Τεχνητή Νοημοσύνη», ανέφερε, προσθέτοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιορίσει τον μέχρι σήμερα εξαιρετικά ταχύ ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς.

Στις ασιατικές χρηματιστηριακές αγορές, οι μετοχές μεγάλων επιχειρήσεων ημιαγωγών, όπως η ταϊβανέζικη TSMC, οι νοτιοκορεατικές Samsung Electronics και SK Hynix και η ιαπωνική Kioxia, κατέγραψαν απώλειες την Τετάρτη.

Αρνητικό ήταν το κλίμα και στις προσυνεδριακές συναλλαγές της Wall Street, όπου υποχώρησαν οι μετοχές εταιρειών που δραστηριοποιούνται στις υποδομές κέντρων δεδομένων, μεταξύ των οποίων οι Applied Digital, TeraWulf, Core Scientific και IREN.

Η αντίδραση αυτή αντανακλά την ανησυχία ότι πιθανές ρυθμιστικές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ταχύτητα υλοποίησης νέων επενδύσεων.

Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ ή προηγμένους ημιαγωγούς έχει ήδη μειωθεί εξαιτίας του εκλογικού αποτελέσματος.

Η επόμενη ημέρα: Περισσότερα εμπόδια για τον Τραμπ, αλλά όχι αυτόματη αλλαγή πορείας

Η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών συνιστά σημαντική μεταβολή των πολιτικών ισορροπιών στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά οι διεθνείς συνέπειές της θα εξαρτηθούν από τον τρόπο με τον οποίο η νέα πλειοψηφία θα αξιοποιήσει τις εξουσίες του Κογκρέσου και από τις αντιδράσεις του Λευκού Οίκου.

Ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες στην εξωτερική πολιτική, τη διπλωματία και την εθνική ασφάλεια. Παράλληλα, όμως, η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη, από τον Ιανουάριο, με ένα Κογκρέσο που θα μπορεί να ασκεί εντονότερο έλεγχο, να επηρεάζει τη χρηματοδότηση κυβερνητικών επιλογών και να προωθεί διαφορετικές νομοθετικές προτεραιότητες.

Για τη Μέση Ανατολή, το αποτέλεσμα μπορεί να αυξήσει τις πιέσεις για διπλωματική αποκλιμάκωση, χωρίς να αποκλείει νέες εντάσεις. Για την Ουκρανία, δημιουργεί δυνατότητες αναθέρμανσης της αμερικανικής βοήθειας, αλλά όχι εγγυήσεις άμεσης στρατιωτικής ενίσχυσης.

Στο εμπόριο, οι εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών αποκτούν λόγους να επανεξετάσουν τη διαπραγματευτική τους στάση, παραμένοντας ωστόσο εκτεθειμένοι στις μονομερείς εμπορικές αποφάσεις που μπορεί να συνεχίσει να λαμβάνει ο Τραμπ.

Αντίστοιχα, στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι αγορές προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο αυστηρότερου ελέγχου, χωρίς ακόμη να γνωρίζουν ποια συγκεκριμένα μέτρα θα μπορούσαν να υιοθετηθούν.

Οι ενδιάμεσες εκλογές δεν αλλάζουν αυτομάτως την εξωτερική και οικονομική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά μεταβάλλουν τους πολιτικούς συσχετισμούς μέσα στους οποίους αυτή θα ασκείται. Και αυτή ακριβώς η αλλαγή είναι αρκετή για να επηρεάσει ήδη τους υπολογισμούς κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και επενδυτών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu