Διατηρεί στο 1,9% την εκτίμηση για την ανάπτυξη το 2026 και προειδοποιεί για τους κινδύνους από τον επίμονο πληθωρισμό, τη χαμηλή παραγωγικότητα και το τέλος των ευρωπαϊκών πόρων
Διπλό μήνυμα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας στέλνει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ) με τη Φθινοπωρινή Έκθεση 2026, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα.
Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζει την ανθεκτικότητα της οικονομίας, τη διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης, τη βελτίωση της απασχόλησης και τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις. Από την άλλη, προειδοποιεί ότι οι μέχρι σήμερα επιτυχίες δεν διασφαλίζουν αυτομάτως μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία τα επόμενα χρόνια.
Στο επίκεντρο των επισημάνσεων του Συμβουλίου βρίσκονται η ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, οι νέες πληθωριστικές πιέσεις, η χαμηλή παραγωγικότητα και, κυρίως, το ερώτημα κατά πόσο η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να διατηρήσει την επενδυτική δυναμική της μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Η βασική εκτίμηση του ΕΔΣ είναι ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 1,9% το 2026 και 2% το 2027, διατηρώντας θετική πορεία σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Ωστόσο, η επίτευξη διατηρήσιμης ανάπτυξης προϋποθέτει την αντιμετώπιση χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών, οι οποίες εξακολουθούν να περιορίζουν τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας.
Ανάπτυξη κοντά στο 2% και ισχυρή άνοδος των επενδύσεων
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει μεγαλύτερη αναπτυξιακή δυναμική από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, παρά τις αναταράξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, ενώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 η ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 1,9%.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή των επενδύσεων, οι οποίες κατέγραψαν αύξηση 9% σε ετήσια βάση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, αποτελώντας βασικό μοχλό ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Θετική είναι και η εικόνα στην αγορά εργασίας, καθώς η ανεργία συνέχισε να αποκλιμακώνεται, φθάνοντας στο 7,4% τον Αύγουστο του 2026.
Παρά τη βελτίωση, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι το ποσοστό ανεργίας παραμένει υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη αντιμετώπισης των διαρθρωτικών προβλημάτων της αγοράς εργασίας.
Πρωτογενή πλεονάσματα 3,6% το 2026 και 3,3% το 2027
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη δημοσιονομική εικόνα της χώρας, η οποία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα και συνεχή μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ.
Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 3,6% του ΑΕΠ το 2026, ενώ για το 2027 προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,3% του ΑΕΠ.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αποκλιμακώνεται με υψηλούς ρυθμούς. Το 2025 μειώθηκε κατά 9,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ για το 2026 εκτιμάται περαιτέρω υποχώρηση κατά 7,9 ποσοστιαίες μονάδες.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτές τις επιδόσεις διαδραματίζουν η οικονομική ανάπτυξη, η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, ο περιορισμός της φοροδιαφυγής και η ενίσχυση της θεσμικής αποτελεσματικότητας.
Σημαντική συμβολή έχει και η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, η οποία συμβάλλει στη συγκράτηση του κόστους δανεισμού.
Το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι τα συγκεκριμένα αποτελέσματα επιτυγχάνονται ενώ εφαρμόζονται παράλληλα μέτρα στήριξης απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια, η οποία επιβαρύνει περισσότερο τα οικονομικά ευάλωτα νοικοκυριά και τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Νέο «καμπανάκι» για τον πληθωρισμό και την ενεργειακή ακρίβεια
Μία από τις σημαντικότερες πηγές ανησυχίας αποτελεί η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, κυρίως λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους.
Το ΕΔΣ επισημαίνει ότι η επάνοδος των πληθωριστικών πιέσεων το 2026 δημιουργεί νέους κινδύνους για την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Ο βασικός προβληματισμός αφορά το ενδεχόμενο οι υψηλές τιμές της ενέργειας να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, προκαλώντας ευρύτερες ανατιμήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερο επίμονο πληθωρισμό, περιορίζοντας τα πραγματικά εισοδήματα και αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και το υψηλότερο κόστος δανεισμού διεθνώς ενισχύουν τους κινδύνους για την οικονομική δραστηριότητα, καθιστώντας ακόμη πιο σημαντική τη διατήρηση συνθηκών μακροοικονομικής σταθερότητας.
Το μεγάλο στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η έκθεση στο μέλλον των επενδύσεων μετά τη λήξη της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Παρότι οι επενδύσεις καταγράφουν σημαντική άνοδο, το επίπεδό τους ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικό επενδυτικό κενό, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η σημερινή επενδυτική κινητικότητα θα μπορέσει να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, χωρίς να εξαρτάται στον ίδιο βαθμό από την έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων, η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και η αύξηση της ανταγωνιστικότητας αποκτούν, υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η πρόκληση δεν περιορίζεται μόνο στη διατήρηση υψηλών επενδυτικών ρυθμών, αλλά επεκτείνεται και στην ποιότητα των επενδύσεων, δηλαδή στον βαθμό που αυτές μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας και να στηρίξουν μακροχρόνια την ανάπτυξη.
Χαμηλή παραγωγικότητα και αποταμίευση παραμένουν οι αδυναμίες
Πέρα από τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές επιδόσεις, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο αναδεικνύει μια σειρά από διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και η περιορισμένη ιδιωτική αποταμίευση, δύο παράγοντες που δυσχεραίνουν τη μακροχρόνια ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας.
Παράλληλα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ελλειμματικό, παρά τη βελτίωση κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη καταδεικνύει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ανισορροπίες στην εξωτερική θέση της οικονομίας, οι οποίες συνδέονται με την παραγωγική διάρθρωση και τις ανάγκες χρηματοδότησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ενίσχυση των εξαγωγών, η ανάπτυξη ανταγωνιστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων και η αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών.
Δημοσιονομική πειθαρχία για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη
Το κεντρικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η δημοσιονομική σταθερότητα πρέπει να παραμείνει βασική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής.
Το Συμβούλιο επισημαίνει την ανάγκη συγκράτησης της αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών εντός των ορίων που προβλέπει το ισχύον ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.
Η τήρηση των δημοσιονομικών στόχων θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση όχι μόνο για τη διατήρηση της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας στις διεθνείς αγορές, αλλά και για την περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Ταυτόχρονα, η δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου, ο οποίος θα επιτρέψει τη στοχευμένη στήριξη των περισσότερο ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων όταν οι οικονομικές συνθήκες το απαιτούν.
Η ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική υπευθυνότητα και στην κοινωνική προστασία αναδεικνύεται έτσι σε βασικό ζητούμενο για την οικονομική πολιτική των επόμενων ετών.
Η επόμενη ημέρα: Από την ανθεκτικότητα στη διατηρήσιμη ανάπτυξη
Το συνολικό συμπέρασμα της Φθινοπωρινής Έκθεσης είναι ότι η ελληνική οικονομία έχει καταφέρει να ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητά της, χωρίς ωστόσο να έχουν εξαλειφθεί οι παράγοντες που μπορούν να ανακόψουν την αναπτυξιακή της πορεία.
Οι υψηλοί ρυθμοί αύξησης των επενδύσεων, η υποχώρηση της ανεργίας, η παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του δημόσιου χρέους συνθέτουν μια θετική εικόνα.
Ωστόσο, η διατήρηση αυτών των επιδόσεων σε βάθος χρόνου απαιτεί την αντιμετώπιση της χαμηλής παραγωγικότητας, τη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης και τη θωράκιση της οικονομίας απέναντι στις εξωτερικές αναταράξεις.
Με την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης να αποτελεί κρίσιμο ορόσημο και τις πληθωριστικές πιέσεις να επανέρχονται, το στοίχημα για την ελληνική οικονομία μετατοπίζεται πλέον από τη διαχείριση της ανάκαμψης στη διασφάλιση της μακροχρόνιας ανάπτυξης.
Το μήνυμα του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου είναι σαφές: Οι δημοσιονομικές επιδόσεις και η οικονομική ανθεκτικότητα των τελευταίων ετών αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη, αλλά η επόμενη ημέρα θα κριθεί από τη δυνατότητα της χώρας να μετατρέψει αυτή τη σταθερότητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες επενδύσεις και διατηρήσιμη ευημερία.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Τέλη κυκλοφορίας 2027: Ποιοι πληρώνουν και πόσα, ποιες οι νέες προθεσμίες και τα πρόστιμα
- ΕΚΤ: Προ των πυλών αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο μετά την εκτίναξη σε υψηλό τριετίας του ληθωρισμού
- TP Greece: Νέα διοικητική δομή με επικεφαλής τη Charlotte Foucteau
- Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Ανάπτυξη 2% το 2027, αλλά με «αγκάθια» την ακρίβεια, τις επενδύσεις και το Ταμείο Ανάκαμψης
- Η McDonald’s συγκράτησε την πτώση στο 0,2% στις ΗΠΑ
- Κρεμλίνο για εκλογές ΗΠΑ: Ελπίζουμε ότι δεν θα επηρεάσουν τις «ειρηνευτικές προσπάθειες» του Τραμπ
- Σχεδόν τετραπλασιάστηκαν οι ταξινομήσεις της Tesla στη Γερμανία τον Οκτώβριο
- Διάσπαση για την CVS Health με διαχωρισμό των δραστηριοτήτων της
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








