Ακόμη και νοικοκυριά με επαρκές εισόδημα αδυνατούν να συγκεντρώσουν την προκαταβολή για αγορά κατοικίας - Ο πληθωρισμός των ενοικίων, τα airbnb και τα μη προσβάσιμα στεγαστικά δάνεια
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα στεγαστικό πρόβλημα που δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση των τιμών, αλλά σε βαθύτερες στρεβλώσεις της αγοράς κατοικίας, σύμφωνα με την έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την ελληνική οικονομία.
Το Ταμείο περιγράφει μια αγορά όπου οι τιμές και τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, την ώρα που μεγάλο μέρος του οικιστικού αποθέματος παραμένει ανενεργό, παλαιό ή μη αξιοποιήσιμο.
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι δύο στα τρία ελληνικά νοικοκυριά δηλώνουν ανησυχία για το αν θα μπορέσουν να βρουν ή να διατηρήσουν κατάλληλη κατοικία. Από το 2017 και μετά, οι τιμές των κατοικιών έχουν ανακάμψει έντονα μετά τη μεγάλη διόρθωση της περιόδου της κρίσης. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, μετά την πτώση άνω του 40% την περίοδο 2008-2016, οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν σωρευτικά κατά περίπου 85%, έναντι αύξησης 47% του διαθέσιμου εισοδήματος ανά κάτοικο. Το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου καταγράφηκε μετά την πανδημία, με τις τιμές να ενισχύονται κατά 61% από το τέταρτο τρίμηνο του 2020.
Παρά την έντονη άνοδο, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η υπερτίμηση των κατοικιών παραμένει σχετικά μέτρια, κοντά στο 10%. Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται έντονα ανά περιοχή, με την Αττική, τη Θεσσαλονίκη και τους τουριστικούς προορισμούς να εμφανίζουν σαφώς υψηλότερες ζητούμενες τιμές σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα.
Η προκαταβολή μπλοκάρει την πρόσβαση σε στεγαστικό
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την αδυναμία πρόσβασης σε στεγαστικά δάνεια. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι ακόμη και νοικοκυριά με επαρκές εισόδημα δυσκολεύονται να συγκεντρώσουν την απαιτούμενη προκαταβολή για την αγορά κατοικίας. Με τα σημερινά δεδομένα αποταμίευσης, ένα μέσο νοικοκυριό θα χρειαζόταν έως και 24 χρόνια για να εξασφαλίσει την προκαταβολή που απαιτείται για στεγαστικό δάνειο, με υπόθεση αποταμίευσης 10% του εισοδήματος ετησίως.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη αν ληφθούν υπόψη τα υψηλότερα επιτόκια και τα αυστηρότερα τραπεζικά κριτήρια, τα οποία συνδέονται και με την κληρονομιά της κρίσης. Με βάση τους υπολογισμούς του Ταμείου, το μέσο νοικοκυριό υπολείπεται πλέον του εισοδήματος που απαιτείται για να πληροί τα συνήθη κριτήρια δανειοδότησης.
Στην πράξη, η αγορά κατοικίας τροφοδοτείται περισσότερο από επενδυτές και νοικοκυριά υψηλότερου εισοδήματος, τα οποία μπορούν να χρηματοδοτούν αγορές κυρίως με ίδια κεφάλαια. Από το 2023, η ζήτηση από πρώτους αγοραστές ενισχύθηκε από τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», ωστόσο το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι τα μέτρα στήριξης της ζήτησης πρέπει να είναι προσεκτικά στοχευμένα, ώστε να μη μεταφράζονται τελικά σε ακόμη υψηλότερες τιμές.
Ενοίκια: Η πίεση μεταφέρεται στις νέες μισθώσεις
Στα ενοίκια, το ΔΝΤ σημειώνει ότι ο δείκτης ενοικίων παραμένει ακόμη κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα, αλλά η δυναμική έχει αλλάξει. Ο πληθωρισμός των ενοικίων επιταχύνθηκε μετά την πανδημία και έφθασε στο 10% το 2025, ενώ οι ζητούμενες τιμές στις νέες μισθώσεις αυξάνονται ταχύτερα, προμηνύοντας συνέχιση των πιέσεων.
Το βάρος για τα νοικοκυριά παραμένει πολύ υψηλό. Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ σε μικροδεδομένα EU-SILC, το διάμεσο κόστος στέγασης, συμπεριλαμβανομένων των στεγαστικών δανείων, ξεπέρασε το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος το 2025. Περίπου δύο στα πέντε νοικοκυριά θεωρούνται υπερεπιβαρυμένα, καθώς δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, ενώ επιπλέον 20% των νοικοκυριών δαπανά μεταξύ 30% και 40%.
Η στεγαστική πίεση δεν περιορίζεται στους ενοικιαστές. Ακόμη και ιδιοκτήτες χωρίς στεγαστικό δάνειο αντιμετωπίζουν υψηλό επαναλαμβανόμενο κόστος, κυρίως λόγω λογαριασμών ενέργειας, συντήρησης και φορολογικών επιβαρύνσεων. Το ΔΝΤ καταγράφει επίσης υψηλό ποσοστό καθυστερήσεων στις στεγαστικές πληρωμές, το οποίο φθάνει το 41,8%.
Οι πιο ευάλωτοι: Χαμηλά εισοδήματα, μονογονεϊκές οικογένειες και ενοικιαστές
Το Ταμείο επισημαίνει ότι η επιβάρυνση από το κόστος στέγασης συνδέεται πρωτίστως με την εισοδηματική δυνατότητα των νοικοκυριών. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται στο χαμηλότερο 40% της εισοδηματικής κατανομής αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο υπερεπιβάρυνσης, ανεξάρτητα από το αν είναι ενοικιαστές, δανειολήπτες ή ιδιοκτήτες χωρίς δάνειο.
Ιδιαίτερα ευάλωτα εμφανίζονται τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά και οι μονογονεϊκές οικογένειες, καθώς έχουν μικρότερες οικονομίες κλίμακας στη στέγαση. Το ΔΝΤ σημειώνει ότι από το 2011 το ποσοστό των μονοπρόσωπων και μονογονεϊκών νοικοκυριών έχει αυξηθεί κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που αυξάνει το κόστος στέγασης ανά άτομο ακόμη και χωρίς αντίστοιχη αύξηση τιμών.
Πρόσθετο παράγοντα κινδύνου αποτελούν το χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, η ασθενέστερη σύνδεση με την αγορά εργασίας και η γεωγραφική θέση. Οι ενοικιαστές στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, δηλαδή κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, εμφανίζουν υψηλότερη πιθανότητα στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης σε σχέση με άλλες περιοχές.
Η «παγίδα ενεργειακής φτώχειας»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το ΔΝΤ στο ενεργειακό κόστος. Το Ταμείο περιγράφει μια «παγίδα ενεργειακής φτώχειας», καθώς το ελληνικό στεγαστικό απόθεμα είναι από τα πιο παλιά και ενεργειακά αναποτελεσματικά στην Ευρώπη.
Μόλις το 7,4% των κατοικιών διαθέτει ενεργειακή κλάση Β ή υψηλότερη. Ως αποτέλεσμα, τα ελληνικά νοικοκυριά επιβαρύνονται με υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας σε όρους αγοραστικής δύναμης σε σχέση με χώρες με παρόμοιες κλιματικές συνθήκες, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία. Το ΔΝΤ αναφέρει ότι οι ελληνικές κατοικίες καταναλώνουν περίπου 65% περισσότερη ενέργεια ανά τετραγωνικό μέτρο σε σχέση με τις πορτογαλικές, ενώ οι επενδύσεις ενεργειακής αναβάθμισης στην Πορτογαλία είναι 2,5 φορές υψηλότερες.
Το πρόβλημα είναι διπλό: τα νοικοκυριά πληρώνουν περισσότερα για θέρμανση και ψύξη, ενώ η χαμηλή ρευστότητα εμποδίζει πολλούς ιδιοκτήτες να αναβαθμίσουν ή να ανακαινίσουν τα ακίνητά τους. Έτσι, η παλαιότητα των κατοικιών ανατροφοδοτεί το υψηλό κόστος διαβίωσης.
Πολλά σπίτια, αλλά όχι εκεί όπου ζητούνται
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει ένα κλασικό πρόβλημα έλλειψης κατοικιών. Αντιθέτως, έχει από τα υψηλότερα αποθέματα κατοικιών ανά κάτοικο στην Ευρώπη, ενώ ο πληθυσμός έχει μειωθεί. Παρ’ όλα αυτά, το 35% του στεγαστικού αποθέματος δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία. Από αυτό, περίπου το ένα τρίτο, δηλαδή 12%-13% του συνολικού αποθέματος, είναι κενό.
Ωστόσο, το διαθέσιμο απόθεμα δεν είναι εύκολο να περάσει στην αγορά. Πάνω από τις μισές μη κατοικούμενες κατοικίες έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1980, ενώ πολλές είναι ενεργειακά υποβαθμισμένες ή δεν είναι άμεσα κατοικήσιμες. Στα εμπόδια περιλαμβάνονται το υψηλό κόστος ανακαίνισης, η έλλειψη χρηματοδότησης, η πολυδιάσπαση της ιδιοκτησίας, εκκρεμότητες από κληρονομιές, νομικές και πολεοδομικές αβεβαιότητες, καθώς και ακίνητα που παραμένουν εκτός αγοράς επειδή βρίσκονται στα χέρια του Δημοσίου, τραπεζών ή servicers.
Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι η αγορά έχει πρόβλημα κατανομής. Η ζήτηση συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες περιοχές και κυρίως σε μικρότερα ακίνητα, ενώ μεγάλο μέρος της προσφοράς δεν αντιστοιχεί στις ανάγκες ή στις οικονομικές δυνατότητες των νοικοκυριών. Τα στοιχεία από το Spitogatos δείχνουν ότι το 55% των κατοικιών που διατίθενται προς πώληση κοστίζει πάνω από 200.000 ευρώ, ενώ το ένα τρίτο υπερβαίνει τα 280.000 ευρώ. Στα ενοίκια, η διάμεση ζητούμενη τιμή ανέρχεται περίπου στα 575 ευρώ τον μήνα, αλλά στην Αττική φθάνει τα 785 ευρώ.
Ακόμη και όπου υπάρχει προσφορά, δεν είναι πάντα η κατάλληλη. Περίπου το ένα τρίτο των ακινήτων προς πώληση είναι μεγάλες κατοικίες άνω των 120 τετραγωνικών μέτρων. Αντίθετα, στις περιοχές όπου η ζήτηση είναι εντονότερη, όπως η Αττική και η Θεσσαλονίκη, το μερίδιο των μικρών κατοικιών κάτω των 60 τετραγωνικών μέτρων στις μισθώσεις κινείται γύρω στο 30%, έναντι περίπου 55% σε άλλες περιοχές.
Airbnb: Πίεση στις τιμές, αλλά και εισόδημα από τον τουρισμό
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το ΔΝΤ από τη βάση δεδομένων του INSETE, οι καταχωρίσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης αυξήθηκαν κατά 240% την περίοδο 2017-2024, από λιγότερες από 100.000 σε περισσότερες από 230.000. Αντιστοιχούν πλέον περίπου στο 3,5% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος, στο 10% των μη κατοικούμενων κατοικιών και στο 29% των κενών κατοικιών.
Η κατανομή τους είναι άνιση, με συγκέντρωση σε τουριστικά νησιά, στο κέντρο της Αθήνας και στον Πειραιά. Η ανάλυση του ΔΝΤ δείχνει ότι η υψηλότερη ένταση βραχυχρόνιων μισθώσεων συνδέεται με υψηλότερες ζητούμενες τιμές πώλησης και, σε μικρότερο βαθμό, με υψηλότερα ενοίκια, ιδίως σε περιοχές όπου το ποσοστό ιδιοκατοίκησης είναι χαμηλό.
Ωστόσο, το Ταμείο αποφεύγει μια μονοδιάστατη προσέγγιση περιορισμών. Αναγνωρίζει ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις μειώνουν τη διαθεσιμότητα μακροχρόνιων μισθώσεων σε περιοχές υψηλής ζήτησης, αλλά ταυτόχρονα ενισχύουν τον τουρισμό και τα εισοδήματα. Επιπλέον, σημειώνει ότι οι βραχυχρόνιες και οι μακροχρόνιες μισθώσεις δεν είναι πλήρως υποκατάστατες, καθώς μεγάλο μέρος των μη κύριων κατοικιών είναι εξοχικές ή δευτερεύουσες κατοικίες που οι ιδιοκτήτες χρησιμοποιούν μέρος του έτους.
Η οικοδομή ανακάμπτει, αλλά με σοβαρούς περιορισμούς
Στην πλευρά της νέας προσφοράς, το ΔΝΤ καταγράφει ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας, αλλά και σημαντικά διαρθρωτικά εμπόδια. Το 2024 οι οικοδομικές άδειες ξεπέρασαν τις 41.000 κατοικίες, επίπεδο κοντά σε εκείνο του 2010, με την προσφορά αυτή να αναμένεται να περάσει στην αγορά πιθανότατα το 2026.
Παρά την ανάκαμψη, ο κατασκευαστικός κλάδος δυσκολεύεται να αυξήσει γρήγορα την παραγωγή κατοικιών. Το ΔΝΤ αναφέρει ελλείψεις εργατικού δυναμικού, γήρανση του προσωπικού και μειωμένη συμμετοχή νεότερων εργαζομένων. Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω περιορισμένης υιοθέτησης τεχνολογίας και κατακερματισμού των επιχειρήσεων.
Πάνω από το 96% των επιχειρήσεων του κλάδου είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις, γεγονός που περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας και την πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Παράλληλα, οι υψηλότερες χρηματοδοτικές δαπάνες και τα κενά χρηματοδότησης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να περιορίζουν την ικανότητα του κλάδου να ανταποκριθεί στη ζήτηση.
Οι πολιτικές που έχουν ληφθεί
Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει θέσει το στεγαστικό στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας. Η έκθεση αναφέρεται σε πακέτο άνω των 40 μέτρων, με προϋπολογισμό που υπερβαίνει τα 6,5 δισ. ευρώ, με στόχο τη συγκράτηση των πιέσεων, την αύξηση της προσφοράς και τη βελτίωση της πρόσβασης σε προσιτή και ποιοτική κατοικία, ιδίως για νέους και ευάλωτα νοικοκυριά.
Στην πλευρά της ζήτησης, περιλαμβάνονται τα επιδοτούμενα στεγαστικά προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», επιστροφές ενοικίου, στεγαστικά επιδόματα για φοιτητές, χαμηλόμισθους και ανασφάλιστους ηλικιωμένους, μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ και αναστολή ΦΠΑ στις νέες οικοδομές. Παράλληλα, το πλαίσιο της Golden Visa έχει αυστηροποιηθεί με υψηλότερα όρια επένδυσης και περιορισμούς στη χρήση των ακινήτων.
Στην πλευρά της προσφοράς, η στρατηγική επικεντρώνεται στην ενεργοποίηση αδρανών κατοικιών, στην ανακαίνιση και ενεργειακή αναβάθμιση παλαιών ακινήτων και στην ενίσχυση των μακροχρόνιων μισθώσεων. Το ΔΝΤ αναφέρεται σε προγράμματα όπως το «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου», το «Εξοικονομώ 2025» και το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», καθώς και στην αξιοποίηση δημόσιας γης και ανενεργών στρατοπέδων μέσω σχημάτων κοινωνικής αντιπαροχής.
Οι συστάσεις του ΔΝΤ
Στις συστάσεις του, το ΔΝΤ δίνει απόλυτη προτεραιότητα στην ενεργοποίηση των κενών κατοικιών. Προτείνει έναν συνδυασμό κινήτρων και αντικινήτρων: επιδοτήσεις ανακαίνισης, ιδίως όταν συνδέονται με ενεργειακή αναβάθμιση, αλλά και φορολογικές επιβαρύνσεις για κατοικίες που παραμένουν κενές σε περιοχές υψηλής ζήτησης.
Το Ταμείο θεωρεί κρίσιμο οι επιβαρύνσεις αυτές να είναι στοχευμένες γεωγραφικά, ώστε να μη θίγονται περιοχές με χαμηλή ζήτηση, να αυξάνονται ανάλογα με τη διάρκεια της κενότητας και να συνοδεύονται από σαφείς εξαιρέσεις, για παράδειγμα σε περιπτώσεις ανακαίνισης ή νομικών διαφορών. Προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα των μέτρων είναι η ύπαρξη αξιόπιστων μητρώων ακινήτων και μηχανισμών ελέγχου, ακόμη και με αξιοποίηση στοιχείων κατανάλωσης κοινής ωφέλειας.
Παράλληλα, το ΔΝΤ ζητεί επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων για τα κληρονομικά εμπόδια και τα προβλήματα συνιδιοκτησίας. Η πολυδιάσπαση της ιδιοκτησίας, ιδίως σε ακίνητα που έχουν περάσει σε πολλούς κληρονόμους, εμποδίζει την πώληση, την εκμίσθωση ή την ανακαίνιση κατοικιών. Η έκθεση χαρακτηρίζει σημαντική την κατεύθυνση της μεταρρύθμισης του κληρονομικού δικαίου, ώστε να περιορίζεται η αναγκαστική συνιδιοκτησία και να διευκολύνεται η μεταβίβαση ή η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας.
Στο ελληνικό πλαίσιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι πολυιδιοκτησίες οικοπέδων ή παλαιών κτισμάτων, όπου η υψηλή απαίτηση συναίνεσης μπορεί να μπλοκάρει την αντιπαροχή και την αξιοποίηση οικοδομήσιμων ακινήτων. Η μετάβαση σε πιο ευέλικτους κανόνες πλειοψηφικής λήψης αποφάσεων θα μπορούσε να ξεκλειδώσει σημαντικό απόθεμα κατοικιών.
Μακροχρόνια μίσθωση και κοινωνική κατοικία
Το ΔΝΤ εισηγείται επίσης μέτρα για να γίνει πιο ελκυστική η μακροχρόνια μίσθωση. Οι ιδιοκτήτες προτιμούν τις βραχυχρόνιες μισθώσεις όχι μόνο λόγω υψηλότερων αποδόσεων, αλλά και λόγω μεγαλύτερης ευελιξίας και χαμηλότερου αντιληπτού κινδύνου από τον ενοικιαστή. Γι’ αυτό, το Ταμείο προτείνει μείωση του λεγόμενου «risk premium» της μακροχρόνιας μίσθωσης, μέσω ταχύτερης επίλυσης διαφορών, καλύτερης πληροφόρησης, μητρώου ενοικιαστών και ενδεχομένως σχημάτων εγγύησης ενοικίου για χαμηλόμισθους μισθωτές.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα χρειάζεται πιο οργανωμένη πολιτική κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, με συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, η δημιουργία κατοικιών με χαμηλότερα από τα αγοραία ενοίκια και η επέκταση των φοιτητικών εστιών θεωρούνται αναγκαίες παρεμβάσεις. Το ΔΝΤ προτείνει επίσης μέτρα για την προώθηση μοντέλων συγκατοίκησης, ιδίως λόγω της μεγάλης παρουσίας μεγάλων κατοικιών που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες μικρότερων νοικοκυριών.
Στο πεδίο της νέας κατασκευής, το Ταμείο ζητεί μείωση της γραφειοκρατίας στις οικοδομικές άδειες, βελτίωση του χωροταξικού σχεδιασμού, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και ταχύτερη επίλυση δικαστικών διαφορών. Παράλληλα, προτείνει πολιτικές ενίσχυσης της παραγωγικότητας στον κατασκευαστικό κλάδο, μέσω κατάρτισης εργαζομένων, προσέλκυσης νέου προσωπικού, καλύτερης πρόσβασης σε χρηματοδότηση και υιοθέτησης νέων τεχνολογιών, όπως ψηφιακά εργαλεία και προκατασκευασμένες ή αρθρωτές μεθόδους κατασκευής.
Όχι μόνο επιδόματα και δάνεια
Το βασικό μήνυμα του ΔΝΤ είναι ότι το ελληνικό στεγαστικό πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί μόνο με επιδόματα, επιδοτούμενα δάνεια ή φορολογικές ελαφρύνσεις. Όταν η προσφορά είναι ανελαστική, η ενίσχυση της ζήτησης μπορεί να καταλήξει να ωφελεί περισσότερο τους πωλητές και τους ιδιοκτήτες παρά τους αγοραστές και τους ενοικιαστές.
Γι’ αυτό, το Ταμείο εισηγείται αναπροσαρμογή των μέτρων ζήτησης, καλύτερη στόχευση με εισοδηματικά κριτήρια και αξιολόγηση φορολογικών κινήτρων, όπως η αναστολή ΦΠΑ στις νέες οικοδομές, ώστε να διαπιστωθεί αν ωφελούν κυρίως υψηλότερα εισοδήματα ή εταιρείες ακινήτων. Σε μια τέτοια περίπτωση, προτείνει ακόμη και τη σταδιακή κατάργηση ή την ανακατεύθυνσή τους προς την ανακαίνιση υφιστάμενων κατοικιών.
Συνολικά, το ΔΝΤ καταλήγει ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει πρωτίστως πρόβλημα κατανομής και αξιοποίησης του στεγαστικού αποθέματος, όχι απλώς έλλειψη κατοικιών. Η λύση απαιτεί συνδυασμό στεγαστικής, ενεργειακής, φορολογικής, χρηματοδοτικής και αναπτυξιακής πολιτικής. Η ενεργοποίηση των κενών ακινήτων, η αναβάθμιση του παλαιού αποθέματος, η ενίσχυση της μακροχρόνιας μίσθωσης, η κοινωνική κατοικία και η αύξηση της παραγωγικότητας στις κατασκευές αποτελούν, κατά το Ταμείο, τις βασικές προϋποθέσεις για να αποκλιμακωθούν οι πιέσεις στην αγορά.
Αναλυτικά η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Στη Βουλή το νομοθετικό κενό (δώρο) που προακλεί νέο «κύμα» ανατιμήσεων στα ασφάλιστρα υγείας
- Hellenic Train και Όμιλος Κοπελούζου ίδρυσαν την FxD Logistics Α.Ε. για το Θριάσιο ΙΙ
- ΟΤΕ: Μόνος στην κορυφή της Ελλάδας με rating «Α-» από την S&P
- MEVACO ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. - ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ – ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
- ΦΟΥΝΤΛΙΝΚ Α.Ε.Β.Ε. ΤΡΟΦ., ΑΝΤΙΠΡΟΣ/ΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΩΝ - ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
- Δανία: Ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός μειώνει εταιρικούς φόρους και ΦΠΑ στα τρόφιμα
- ΣτΕ: Στο μικροσκόπιο οι βραχυχρόνιες μισθώσεις στην Πλάκα
- Ρούμπιο: Η αμερικανική νομοθεσία κρατά την Τουρκία εκτός του προγράμματος των F-35
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








