Τράπεζες

Η χρηματοδότηση των τραπεζών καθορίζει πόσο γρήγορα «περνούν» τα επιτόκια της ΕΚΤ στην οικονομία

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Νέα μελέτη για την Ευρωζώνη δείχνει ότι οι τράπεζες που εξαρτώνται περισσότερο από τη χρηματαγορά μεταφέρουν ταχύτερα τις μεταβολές των επιτοκίων στα δάνεια, ενώ η μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση μέσω ομολόγων λειτουργεί ως «ασπίδα» και επιβραδύνει τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής

Η αποτελεσματικότητα μιας αύξησης ή μείωσης των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος της απόφασης. Καθοριστικό ρόλο παίζει και ο τρόπος με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι ίδιες οι τράπεζες. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της μελέτης των Guido Spanò και Juan Manuel Figueres, η οποία εξετάζει τον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη μέσα από στοιχεία τραπεζικών ισολογισμών και επιτοκίων.

Η ανάλυση δείχνει, ότι οι μεταβολές των επιτοκίων της ΕΚΤ περνούν στα επιτόκια των νέων επιχειρηματικών δανείων σχετικά γρήγορα, αλλά όχι πλήρως και όχι αμέσως. Περίπου το 40% μιας μεταβολής του επιτοκίου πολιτικής μεταφέρεται στα νέα δάνεια προς επιχειρήσεις άμεσα, ενώ έπειτα από τρεις μήνες το ποσοστό φθάνει περίπου στο 80%. Αντίθετα, τα επιτόκια των καταθέσεων μίας ημέρας –ιδίως των νοικοκυριών– προσαρμόζονται πιο αργά και σε μικρότερο βαθμό.

Το σημαντικότερο εύρημα, ωστόσο, είναι ότι πίσω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των τραπεζών. Όσες βασίζονται περισσότερο σε βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση από τη χρηματαγορά εμφανίζουν ισχυρότερη και πιο επίμονη μετακύλιση των αποφάσεων της ΕΚΤ στα επιτόκια των δανείων τους. Ο λόγος είναι ότι το κόστος αυτής της χρηματοδότησης αντιδρά πολύ γρήγορα στις μεταβολές των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων, αναγκάζοντας τις τράπεζες να αναπροσαρμόζουν ταχύτερα και το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις.

Στον αντίποδα, οι τράπεζες που χρηματοδοτούν μεγαλύτερο μέρος του ισολογισμού τους μέσω μακροπρόθεσμων ομολόγων αντιδρούν πιο αργά και λιγότερο έντονα στις μεταβολές της νομισματικής πολιτικής. Η μακρύτερη διάρκεια της χρηματοδότησής τους τις προστατεύει προσωρινά από την άμεση αύξηση του κόστους χρήματος και, συνεπώς, μειώνει την ανάγκη για άμεση ανατιμολόγηση των δανείων. Η μελέτη διαπιστώνει μάλιστα ότι η σύνθεση της χονδρικής χρηματοδότησης είναι σημαντικότερος παράγοντας διαφοροποίησης από το ύψος των καταθέσεων που διαθέτει κάθε τράπεζα.

Η πιο ασθενής μετάδοση της νομισματικής πολιτικής παρατηρείται στις τράπεζες που συνδυάζουν υψηλή χρηματοδότηση μέσω ομολόγων και μεγάλο ποσοστό δανείων με επιτόκιο σταθερό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για αυτό που οι ερευνητές περιγράφουν ως κανάλι διαχείρισης ενεργητικού και παθητικού: όσο πιο μακροπρόθεσμες είναι τόσο οι πηγές χρηματοδότησης μιας τράπεζας όσο και τα δάνεια που χορηγεί, τόσο μικρότερη είναι η άμεση έκθεσή της στις μεταβολές των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων της ΕΚΤ.

Το μακροοικονομικό υπόδειγμα της μελέτης δείχνει ότι όταν η μετάδοση των επιτοκίων μέσω των τραπεζών είναι ατελής και καθυστερημένη, η επίδραση της νομισματικής πολιτικής στην παραγωγή και στον πληθωρισμό είναι μικρότερη από εκείνη που θα προέκυπτε εάν τα τραπεζικά επιτόκια ακολουθούσαν άμεσα και πλήρως το επιτόκιο της ΕΚΤ. Συνεπώς, μοντέλα που θεωρούν δεδομένη την πλήρη μετακύλιση των επιτοκίων ενδέχεται να υπερεκτιμούν την πραγματική ισχύ μιας νομισματικής σύσφιγξης ή χαλάρωσης.

Η μελέτη βασίζεται σε συγκεντρωτικά στοιχεία της Ευρωζώνης για την περίοδο 2001-2023 και σε αναλυτικά στοιχεία 266 τραπεζών από το 2007 έως τον Απρίλιο του 2023. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα συμπεράσματα αφορούν κυρίως τις συμβατικές μεταβολές της νομισματικής πολιτικής και ότι η έρευνα δεν αποδεικνύει από μόνη της αιτιώδη σχέση μεταξύ της δομής χρηματοδότησης και του βαθμού μετακύλισης των επιτοκίων.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu