Τράπεζες

Καραμούζης (ΕΤΕ): Αποθήκευση και δίκτυα απειλούν να «παγώσουν» τις νέες χρηματοδοτήσεις στις ΑΠΕ

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Οι αυξανόμενες περικοπές παραγωγής, οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις και η μεταβλητότητα των τιμών περιορίζουν τα έργα που μπορούν να θεωρηθούν «bankable»

Σε ένα νέο και σαφώς πιο απαιτητικό περιβάλλον εισέρχεται η χρηματοδότηση των ενεργειακών επενδύσεων στην Ελλάδα, καθώς η ταχεία ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) δεν συνοδεύεται με τον ίδιο ρυθμό από επενδύσεις σε αποθήκευση και δίκτυα.

Αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα της τοποθέτησης του Βασίλη Καραμούζη, Γενικού Διευθυντή Εταιρικής και Επενδυτικής Τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας, στο 10ο Ενεργειακό Φόρουμ Νοτιοανατολικής Ευρώπης στη Θεσσαλονίκη. Όπως επισήμανε, οι διαρθρωτικές αδυναμίες της αγοράς δεν επηρεάζουν πλέον μόνο τις αποδόσεις των ενεργειακών έργων, αλλά αρχίζουν να αγγίζουν και την ίδια τη δυνατότητα τραπεζικής χρηματοδότησης νέων επενδύσεων.

Η εικόνα είναι ενδεικτική της ταχύτητας με την οποία έχει αλλάξει η ελληνική αγορά. Οι ΑΠΕ κάλυψαν το 2025 πάνω από το 50% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς τους ξεπέρασε τα 18 GW. Ο στόχος για το 2030 ανεβάζει τον πήχη στα 28 GW, με συμμετοχή των ΑΠΕ περίπου στο 80%.

Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή αρχίζει να προσκρούει στα όρια του συστήματος.

Το πλέον χαρακτηριστικό πρόβλημα είναι οι αυξανόμενες περικοπές παραγωγής ΑΠΕ. Από 228 GWh το 2023, οι περικοπές έφτασαν τις 1.867 GWh το 2025, αντιστοιχώντας στο 6,6% της συνολικής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Για το 2026 εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν το 10%, εξέλιξη που, σύμφωνα με τον κ. Καραμούζη, μετατρέπει ένα μέχρι πρότινος τεχνικό ζήτημα σε ουσιαστικό κίνδυνο για την τραπεζική χρηματοδότηση.

Σε αυτό το σημείο αποκτά κρίσιμη σημασία η αποθήκευση ενέργειας. Οι μπαταρίες μπορούν να απορροφούν την πλεονάζουσα παραγωγή όταν η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση και να επιστρέφουν ενέργεια στο σύστημα σε ώρες αυξημένης κατανάλωσης, περιορίζοντας τόσο τις περικοπές όσο και τα διαστήματα μηδενικών ή αρνητικών τιμών.

Η απόσταση όμως από τους στόχους παραμένει μεγάλη. Παρά τις δημοπρασίες για 900 MW μπαταριών την περίοδο 2023-2025, η εγκατεστημένη ισχύς εκτιμάται ότι θα φτάσει μόλις τα 700 MW έως το τέλος του 2026, έναντι στόχου 4,3 GW το 2030.

Ανάλογη πίεση καταγράφεται και στα ηλεκτρικά δίκτυα. Τα εκκρεμή αιτήματα σύνδεσης έργων ΑΠΕ ξεπερνούν τα 30 GW, την ώρα που ο ρυθμός επέκτασης των υποδομών εξακολουθεί να υστερεί. Και αυτό παρά το γεγονός ότι ο ΑΔΜΗΕ έχει διευρύνει το δεκαετές επενδυτικό του πλάνο στα 7,8 δισ. ευρώ, ενώ ο ΔΕΔΔΗΕ υλοποιεί πρόγραμμα ύψους 3 δισ. ευρώ.

Για τις τράπεζες, το πρόβλημα είναι πλέον καθαρά χρηματοοικονομικό. Όσο αυξάνονται οι περικοπές, οι καθυστερήσεις στη σύνδεση και η μεταβλητότητα των τιμών, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να προβλεφθούν οι μελλοντικές ταμειακές ροές ενός έργου και, συνεπώς, να αξιολογηθεί με τους παραδοσιακούς όρους ως τραπεζικά χρηματοδοτήσιμο.

Χονδρεμπορική αγορά και διμερείς συμβάσεις

Η εικόνα επιβαρύνεται και από τις συνθήκες στη χονδρεμπορική αγορά. Μόνο το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν 240 ώρες με μηδενικές ή αρνητικές τιμές, έναντι μόλις 13 ωρών το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Την ίδια στιγμή, η αγορά των διμερών συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει περιορισμένη, με μόλις το 35%-40% της εγκατεστημένης ισχύος να λειτουργεί με συμβάσεις σταθερής τιμής.

Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα τόσο στις υφιστάμενες επενδύσεις όσο και στη χρηματοδότηση των νέων έργων. Όπως υπογράμμισε ο κ. Καραμούζης, εάν τα ζητήματα δεν αντιμετωπιστούν άμεσα, είναι πιθανό να περιοριστεί το σύνολο των έργων που θεωρούνται «bankable», αλλά και το ίδιο το επενδυτικό ενδιαφέρον για την αγορά.

Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα μεγάλο, καθώς έως το 2030 αναμένονται στην Ελλάδα επενδύσεις περίπου 20 δισ. ευρώ σε ΑΠΕ και αποθήκευση, με 7,5 έως 10 δισ. ευρώ να εκτιμάται ότι θα χρηματοδοτηθούν από τις ελληνικές τράπεζες. Η αλλαγή, όμως, είναι ποιοτική: η περίοδος κατά την οποία τα έργα στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε εξασφαλισμένα έσοδα και σταθερές τιμές υποχωρεί και οι τράπεζες καλούνται πλέον να αναλάβουν μεγαλύτερη έκθεση στον κίνδυνο της αγοράς.

Για τον λόγο αυτό, η Εθνική Τράπεζα εκτιμά ότι απαιτείται μεγαλύτερη εξειδίκευση των τραπεζών σε νέες κατηγορίες επενδύσεων, από την αποθήκευση και τα υπεράκτια αιολικά έως τα data centers και τις υποθαλάσσιες διασυνδέσεις, αλλά και ενεργότερη συμμετοχή τους ήδη από τα πρώτα στάδια σχεδιασμού των έργων.

Παράλληλα, η νέα πραγματικότητα καθιστά αναγκαία και την ανάπτυξη εργαλείων αντιστάθμισης κινδύνου. Στο πλαίσιο αυτό, η Εθνική Τράπεζα έχει αναπτύξει το Energy Baseload Swap, ένα εργαλείο που στοχεύει στον περιορισμό της έκθεσης στη μεταβλητότητα των τιμών και στη σταθεροποίηση των ταμειακών ροών παραγωγών και καταναλωτών.

Το μήνυμα που προκύπτει είναι ότι η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα νέα έργα ΑΠΕ θα κατασκευαστούν. Θα εξαρτηθεί από το εάν η χώρα θα αναπτύξει εγκαίρως τις υποδομές αποθήκευσης και δικτύων που απαιτούνται ώστε η νέα πράσινη ισχύς να μπορεί να αξιοποιηθεί οικονομικά.

Και για τις τράπεζες, το νέο κριτήριο είναι πλέον σαφές: η ενεργειακή μετάβαση δεν αρκεί να είναι πράσινη. Πρέπει να είναι και χρηματοδοτήσιμη.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu