Διεθνή

Το νέο «τείχος» της Ευρώπης στα φυτοφάρμακα, που μπορεί να μειώσει τις εισαγωγές και να αυξήσει τις τιμές των τροφίμων

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Νέα μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών της ΕΕ δείχνει ότι η αυστηρότερη αντιμετώπιση των υπολειμμάτων απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στις εισαγωγές μπορεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή φυτική παραγωγή, αλλά και να αυξήσει τις τιμές. Το εύρος των πιθανών επιπτώσεων είναι τεράστιο: από μείωση των αγροτικών εισαγωγών κατά μόλις 0,4% έως και 41%, ανάλογα με το πόσο γρήγορα θα προσαρμοστούν οι παραγωγοί τρίτων χωρών

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε ένα από τα πιο σύνθετα διλήμματα της νέας αγροτικής και εμπορικής πολιτικής της. Μπορεί να απαιτήσει από τα εισαγόμενα αγροτικά προϊόντα αυστηρότερους όρους παραγωγής, αντίστοιχους με εκείνους που επιβάλλει στους Ευρωπαίους αγρότες, χωρίς να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στο εμπόριο και νέες αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων;

Μια νέα μελέτη του Joint Research Centre (JRC), του επιστημονικού βραχίονα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επιχειρεί να ποσοτικοποιήσει για πρώτη φορά αυτή την εξίσωση. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στις 11 Αυγούστου 2026 και εξετάζει ειδικά τι θα συνέβαινε εάν η ΕΕ κατέβαζε τα ανώτατα επιτρεπόμενα επίπεδα υπολειμμάτων για ορισμένα από τα πλέον επικίνδυνα φυτοφάρμακα που έχουν απαγορευθεί στην Ευρώπη στο όριο ποσοτικοποίησης, δηλαδή πρακτικά στο χαμηλότερο επίπεδο που μπορούν να ανιχνεύσουν αξιόπιστα τα εργαστήρια.

Πίσω από την τεχνική ορολογία βρίσκεται ένα πολιτικά ιδιαίτερα φορτισμένο ζητούμενο, δηλαδή κατά πόσο είναι αποδεκτό μια δραστική ουσία να απαγορεύεται για χρήση από έναν Ευρωπαίο αγρότη, αλλά προϊόντα που έχουν παραχθεί με τη χρήση της σε μια τρίτη χώρα να μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να φθάνουν στην ευρωπαϊκή αγορά;

Το σημερινό ευρωπαϊκό σύστημα στηρίζεται στα λεγόμενα Maximum Residue Levels, τα ανώτατα όρια υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Τα ίδια όρια ισχύουν τόσο για την ευρωπαϊκή παραγωγή όσο και για τα εισαγόμενα προϊόντα, ενώ ένα προϊόν τρίτης χώρας μπορεί να λάβει «import tolerance», εφόσον το συγκεκριμένο επίπεδο υπολειμμάτων κριθεί ασφαλές για τον Ευρωπαίο καταναλωτή.

Το όριο ποσοτικοποίησης (LOQ), λειτουργεί διαφορετικά. Είναι το λεγόμενο «τεχνικό μηδέν». Η χαμηλότερη συγκέντρωση μιας ουσίας την οποία μπορεί να ποσοτικοποιήσει με αξιοπιστία η αναλυτική μέθοδος. Όταν μια ουσία δεν χρησιμοποιείται σε μια καλλιέργεια ή δεν αναμένεται να αφήνει ανιχνεύσιμα κατάλοιπα, το ευρωπαϊκό MRL μπορεί να ορίζεται σε αυτό το επίπεδο.

Η πολιτική κατεύθυνση που εξετάζεται πλέον πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα από την παραδοσιακή λογική της προστασίας του καταναλωτή. Η Επιτροπή έχει δηλώσει ότι επιδιώκει ισχυρότερη ευθυγράμμιση των προτύπων παραγωγής για τις εισαγωγές, ώστε τα πλέον επικίνδυνα φυτοφάρμακα που έχουν απαγορευθεί στην ΕΕ για λόγους υγείας ή περιβάλλοντος να μην «επιστρέφουν» στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω των εισαγόμενων προϊόντων.

Είναι ακριβώς αυτή την οικονομική πλευρά της πολιτικής που επιχειρεί να φωτίσει η νέα μελέτη.

18 δραστικές ουσίες, 235 προϊόντα, 86 χώρες

Οι ερευνητές του JRC δημιούργησαν ένα νέο σύνολο δεδομένων, συνδέοντας το καθεστώς έγκρισης των φυτοφαρμάκων στην ΕΕ, τα διαθέσιμα στοιχεία για υπολείμματα, τις άδειες χρήσης στις τρίτες χώρες και τις πραγματικές εμπορικές ροές προς την Ευρώπη. Από αυτή την ανάλυση εντοπίστηκαν 18 ιδιαίτερα επικίνδυνες δραστικές ουσίες, οι οποίες δεν είναι εγκεκριμένες στην ΕΕ αλλά εξακολουθούν να έχουν για ορισμένα προϊόντα επιτρεπόμενα όρια υπολειμμάτων υψηλότερα από το όριο ποσοτικοποίησης.

Η πιθανή αλλαγή αφορά πολύ μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου απ’ όσο θα υπέθετε κανείς βλέποντας μόνο τον αριθμό των δραστικών ουσιών. Το JRC εντοπίζει 235 διαφορετικά αγροτικά εμπορεύματα και 86 χώρες εξαγωγής που εμπλέκονται στις σχετικές εμπορικές ροές.

Αυτό εξηγεί και γιατί η Επιτροπή δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το θέμα ως μία απλή αλλαγή ενός εργαστηριακού ορίου. Η μεταβολή των MRL μπορεί να αλλάξει επιλογές φυτοπροστασίας σε τρίτες χώρες, κόστη παραγωγής, ροές διεθνούς εμπορίου, επίπεδα παραγωγής μέσα στην Ευρώπη και τελικά τις τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.

Το ακραίο σενάριο

Το πιο εντυπωσιακό νούμερο της μελέτης είναι το 41%. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή στην ερμηνεία του. Το JRC δεν προβλέπει ότι οι συνολικές αγροτικές εισαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μειωθούν κατά 41%. Το ποσοστό προκύπτει από το αυστηρότερο από τα τρία σενάρια του μοντέλου: την υπόθεση ότι, μετά την πτώση των MRL στο όριο ποσοτικοποίησης, οι επηρεαζόμενες εμπορικές ροές σταματούν πλήρως και οι παραγωγοί των τρίτων χωρών δεν προσαρμόζουν καθόλου τις πρακτικές παραγωγής τους. Σε αυτή την ακραία περίπτωση, το μοντέλο εκτιμά μείωση του συνόλου των αγροτικών εισαγωγών της ΕΕ κατά 41%. Αυτό είναι το άνω όριο της πιθανής διαταραχής, όχι η κεντρική πρόβλεψη.

Από το 41% στο 8% και τελικά στο 0,4%

Όταν το μοντέλο επιτρέπει στους παραγωγούς των τρίτων χωρών να αντιδράσουν, τα αποτελέσματα αλλάζουν θεαματικά. Οι εξαγωγείς μπορούν, για παράδειγμα, να εγκαταλείψουν μια απαγορευμένη δραστική ουσία, να στραφούν σε άλλο φυτοπροστατευτικό προϊόν, να αλλάξουν πρακτικές καλλιέργειας ή να αναλάβουν το πρόσθετο κόστος που απαιτείται προκειμένου το τελικό προϊόν να συμμορφώνεται με τα νέα ευρωπαϊκά όρια.

Με διαφορετικές παραδοχές για την ικανότητα και το κόστος αυτής της προσαρμογής, η υπολογιζόμενη μείωση των συνολικών αγροτικών εισαγωγών της ΕΕ περιορίζεται αρχικά στο 8% και, στο πιο προσαρμοστικό σενάριο, μόλις στο 0,4%.

Η απόσταση ανάμεσα στο 41% και το 0,4% αποκαλύπτει τι πραγματικά διακυβεύεται. Η οικονομική επίπτωση της ευρωπαϊκής πολιτικής δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο αυστηρό θα είναι το νέο όριο, αλλά κυρίως από το πόσο εύκολα και με τι κόστος μπορεί να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο εκτός Ευρώπης.

Εάν υπάρχουν εύκολες και σχετικά φθηνές εναλλακτικές λύσεις, μεγάλο τμήμα του εμπορίου μπορεί να συνεχιστεί. Εάν, αντίθετα, η αλλαγή απαιτεί υψηλές επενδύσεις, προκαλεί απώλειες αποδόσεων ή δεν υπάρχει πρακτικά διαθέσιμη εναλλακτική δραστική ουσία, η εμπορική επίπτωση μπορεί να γίνει πολύ μεγαλύτερη.

Κάποιοι ευρωπαίοι αγρότες κερδίζουν αλλά όχι όλοι

Σε όλα τα σενάρια η κατεύθυνση των βασικών αποτελεσμάτων είναι η ίδια, δηλαδή οι εισαγωγές μειώνονται, η παραγωγή στην ΕΕ αυξάνεται και οι τιμές καταναλωτή ανεβαίνουν. Εκείνο που αλλάζει δραστικά είναι το μέγεθος των επιπτώσεων. Για την ευρωπαϊκή γεωργία αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος των προϊόντων που σήμερα εισάγονται αντικαθίσταται από εγχώρια παραγωγή. Το αποτέλεσμα μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστική θέση παραγωγών οι οποίοι εδώ και χρόνια υποστηρίζουν ότι υπόκεινται σε αυστηρότερους περιβαλλοντικούς και φυτοϋγειονομικούς κανόνες από τους ανταγωνιστές τους εκτός ΕΕ.

Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ενιαία. Το JRC εκτιμά ότι η φυτική παραγωγή αυξάνεται, ενώ η κτηνοτροφική παραγωγή μειώνεται. Το εύρημα δείχνει ότι ακόμη και μια πολιτική σχεδιασμένη για να ενισχύσει την ισοτιμία των όρων ανταγωνισμού μπορεί να δημιουργήσει κερδισμένους και χαμένους εντός της ίδιας της ευρωπαϊκής αγροτικής οικονομίας.

Άλλωστε, η γεωργία δεν είναι μια απομονωμένη αγορά. Αγροτικές πρώτες ύλες που εισάγονται χρησιμοποιούνται και ως εισροές για άλλους κλάδους, μεταξύ αυτών και για ζωοτροφές. Έτσι, η προστασία ή ενίσχυση μιας κατηγορίας Ευρωπαίων παραγωγών μπορεί ταυτόχρονα να αυξήσει το κόστος μιας άλλης.

Ο λογαριασμός μπορεί να περάσει και στο ράφι

Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο αφορά τον πληθωρισμό των τροφίμων. Και στα τρία σενάρια το μοντέλο δείχνει προς την κατεύθυνση υψηλότερων τιμών για τους καταναλωτές. Στο ακραίο σενάριο χωρίς καμία προσαρμογή των τρίτων χωρών, οι επιπτώσεις στις τιμές τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην παγκόσμια αγορά είναι σημαντικές. Όταν όμως οι εξαγωγείς προσαρμόζουν την παραγωγή τους, οι αυξήσεις γίνονται πολύ μικρότερες.

Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των προμηθευτών που αδυνατούν να συμμορφωθούν και όσο δυσκολότερη είναι η αντικατάσταση των εισαγωγών, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η πίεση στις τιμές. Αντίθετα, μια σταδιακή προσαρμογή της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας μπορεί να περιορίσει σημαντικά το κόστος.

Το παράδειγμα του cyproconazole

Για να εξετάσουν εάν οι υποθέσεις του οικονομικού μοντέλου για το κόστος προσαρμογής είναι ρεαλιστικές, οι ερευνητές μελέτησαν ειδικά την περίπτωση του cyproconazole. Το συμπέρασμα είναι χαρακτηριστικό. Υπάρχουν εναλλακτικές δραστικές ουσίες οι οποίες είναι εγκεκριμένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τη συγκεκριμένη ουσία. Η μετάβαση, όμως, δεν είναι δωρεάν: σύμφωνα με την ανάλυση, οι εναλλακτικές μπορεί να αυξήσουν το κόστος παραγωγής κατά 20% έως 40%.

Το ερώτημα δεν είναι απλώς εάν μια τρίτη χώρα μπορεί τεχνικά να παράγει σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Είναι εάν μπορεί να το κάνει σε κόστος που να της επιτρέπει να εξακολουθήσει να εξάγει ανταγωνιστικά στην ευρωπαϊκή αγορά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόσθετο κόστος μπορεί απλώς να απορροφηθεί ή να μετακυλιστεί εν μέρει στην τιμή. Σε άλλες, η εμπορική ροή μπορεί να πάψει να είναι οικονομικά βιώσιμη.

Η μεγάλη προειδοποίηση του JRC

Οι ίδιοι οι ερευνητές αποφεύγουν να παρουσιάσουν τα αποτελέσματά τους ως πρόβλεψη. Η μελέτη επισημαίνει ότι υπάρχουν σημαντικά κενά πληροφοριών σχετικά με τη χρήση συγκεκριμένων δραστικών ουσιών σε κάθε συνδυασμό χώρας και αγροτικού προϊόντος, καθώς και για το πραγματικό κόστος αντικατάστασής τους. Γι’ αυτό και τα τρία σενάρια πρέπει να διαβάζονται ως ένα εύρος πιθανών αποτελεσμάτων και όχι ως πρόβλεψη για το τι πρόκειται να συμβεί.

Υπάρχει και ένας ακόμη σημαντικός περιορισμός. Το JRC διευκρινίζει ρητά ότι η συγκεκριμένη εργασία δεν αποτελεί πλήρη μελέτη επιπτώσεων, καθώς δεν εξετάζει τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες της πολιτικής.

Με άλλα λόγια, η μελέτη υπολογίζει σε μεγάλο βαθμό το οικονομικό κόστος και τις εμπορικές ανακατατάξεις. Δεν αποτιμά εδώ τα πιθανά οφέλη από τη μικρότερη χρήση επικίνδυνων δραστικών ουσιών στο περιβάλλον τρίτων χωρών, ούτε το σύνολο των κοινωνικών επιπτώσεων που θα μπορούσε να έχει η αλλαγή για παραγωγούς και εργαζομένους στις χώρες αυτές.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu