Επιχειρήσεις

VW, Amazon και άλλοι κολοσσοί βρίσκουν εταιρείες της «μαύρης λίστας» στις αλυσίδες προμηθειών τους

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Περισσότερες από 160 αμερικανικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να αποκλείσουν την παρουσία χρυσού από κυρωμένα διυλιστήρια στις εφοδιαστικές τους αλυσίδες

Νέα ερωτήματα για το πόσο αποτελεσματικά μπορούν οι μεγαλύτερες πολυεθνικές του κόσμου να ελέγξουν τις πολύπλοκες αλυσίδες προμηθειών τους δημιουργεί έρευνα των Financial Times, σύμφωνα με την οποία περισσότερες από 160 αμερικανικές εταιρείες έχουν δηλώσει ότι δεν μπορούν να αποκλείσουν πιθανή σύνδεση των προμηθευτών τους με διυλιστήρια χρυσού που βρίσκονται σε λίστες κυρώσεων.

Μεταξύ των εταιρειών που εμφανίζονται στις σχετικές γνωστοποιήσεις περιλαμβάνονται μεγάλοι όμιλοι όπως η Volkswagen, η Amazon, η Tesla και η Nokia, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις έχουν επιβεβαιωμένες ή άμεσες εμπορικές σχέσεις με τις εταιρείες που έχουν υποστεί κυρώσεις. Οι σχετικές αναφορές προκύπτουν από τους ελέγχους που πραγματοποιούν οι όμιλοι σε πολυεπίπεδα δίκτυα προμηθευτών και υπεργολάβων.

Σύμφωνα με την ανάλυση των FT, περισσότερες από 160 αμερικανικές και τουλάχιστον δέκα ακόμη εταιρείες έχουν αναφέρει ως πιθανούς κρίκους των εφοδιαστικών αλυσίδων τους τουλάχιστον ένα από τέσσερα διυλιστήρια χρυσού που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο κυρώσεων από τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Ηνωμένο Βασίλειο.

Πρόκειται για τις ρωσικές Uralelectromed και Krastsvetmet, την African Gold Refinery στην Ουγκάντα και την Gasabo Gold Refinery στη Ρουάντα. Οι κυρώσεις συνδέονται, μεταξύ άλλων, με ζητήματα που αφορούν παράνομες ροές ορυκτών, ένοπλες συγκρούσεις και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ο χρυσός, όπως και ο κασσίτερος, το ταντάλιο και το βολφράμιο, ανήκει στα λεγόμενα 3TG ή «ορυκτά σύγκρουσης». Τα συγκεκριμένα μέταλλα χρησιμοποιούνται σε ευρύ φάσμα προϊόντων, από ηλεκτρονικά εξαρτήματα και τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό έως αυτοκίνητα και ηλεκτρικά οχήματα.

Στις ΗΠΑ, η νομοθεσία που θεσπίστηκε μέσω του Dodd-Frank Act υποχρεώνει συγκεκριμένες εισηγμένες εταιρείες να εξετάζουν την προέλευση τέτοιων ορυκτών όταν είναι απαραίτητα για την παραγωγή ή τη λειτουργία των προϊόντων τους και, υπό προϋποθέσεις, να δημοσιοποιούν στοιχεία για τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζουν.

Το «τυφλό σημείο» των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων

Η υπόθεση αναδεικνύει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην εφαρμογή των δυτικών κυρώσεων: όσο βαθύτερα κινείται κανείς στην εφοδιαστική αλυσίδα, τόσο δυσκολότερο γίνεται για μια πολυεθνική να γνωρίζει με βεβαιότητα την προέλευση κάθε πρώτης ύλης.

Ένας κατασκευαστής αυτοκινήτων ή ηλεκτρονικών συσκευών μπορεί να μη συναλλάσσεται απευθείας με ένα διυλιστήριο. Αγοράζει, όμως, χιλιάδες εξαρτήματα από άμεσους προμηθευτές, οι οποίοι με τη σειρά τους συνεργάζονται με άλλες επιχειρήσεις, δημιουργώντας μια αλυσίδα πολλών επιπέδων.

Η ίδια η Volkswagen αναγνωρίζει στις εκθέσεις της για τις υπεύθυνες πρώτες ύλες ότι δεν αγοράζει απευθείας τα μέταλλα 3TG. Αυτά φτάνουν στον όμιλο ενσωματωμένα σε πλήθος εξαρτημάτων, ενώ τα διυλιστήρια βρίσκονται συχνά πολλά επίπεδα πιο πάνω στην αλυσίδα, χωρίς να υπάρχει άμεση συμβατική σχέση με την αυτοκινητοβιομηχανία. Για τον λόγο αυτό, η VW καταγράφει ορισμένα διυλιστήρια ως πιθανούς προμηθευτές, ακόμη και όταν δεν είναι δυνατό να συνδέσει συγκεκριμένες παρτίδες πρώτης ύλης με συγκεκριμένα προϊόντα.

Αυτό εξηγεί και γιατί η εμφάνιση μιας κυρωμένης εταιρείας στις σχετικές δηλώσεις δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι μια πολυεθνική αγόρασε ή χρησιμοποίησε υλικό από αυτήν.

Το εύρημα, ωστόσο, παραμένει σημαντικό. Δείχνει ότι, παρά τα χρόνια κανονισμών, ελέγχων και πολιτικών «υπεύθυνης προμήθειας», ακόμη και επιχειρήσεις με τεράστιους μηχανισμούς συμμόρφωσης δυσκολεύονται να αποκτήσουν πλήρη εικόνα για το τι συμβαίνει στα βαθύτερα επίπεδα της παραγωγικής τους αλυσίδας.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση για τις δυτικές κυβερνήσεις: οι κυρώσεις μπορούν να αποκλείσουν μια εταιρεία από το επίσημο χρηματοπιστωτικό και εμπορικό σύστημα, αλλά είναι πολύ δυσκολότερο να διασφαλιστεί ότι οι πρώτες ύλες που αυτή επεξεργάζεται δεν θα επιστρέψουν στην παγκόσμια αγορά μέσω μιας μακράς αλυσίδας ενδιάμεσων προμηθευτών.

Για τις πολυεθνικές, το θέμα εξελίσσεται έτσι όχι μόνο σε ζήτημα εταιρικής υπευθυνότητας, αλλά και σε αυξανόμενο νομικό, κανονιστικό και reputational risk, καθώς οι κυβερνήσεις εντείνουν την πίεση για μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς την πραγματική προέλευση των κρίσιμων πρώτων υλών.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu