Η αύξηση του συνολικού πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν οφείλεται στη φυσική ανανέωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών αλλά κυρίως στη θετική καθαρή μετανάστευση
Η Eurostat με αφορμή την παγκόσμια ημέρα πληθυσμού (Σάββατο 11 Ιουλίου) δημοσίευσε στοιχεία για την πορεία του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με αυτά, ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέχισε να αυξάνεται και το 2025, φτάνοντας την 1η Ιανουαρίου 2026 τα 452 εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή κατά 706.000 περισσότερους σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για το πέμπτο συνεχόμενο έτος αύξησης του πληθυσμού της ΕΕ, μετά την κάμψη που είχε καταγραφεί το 2021, κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού.
Όμως πίσω από τη συνολική άνοδο κρύβεται μια επίμονη δημογραφική ανισορροπία, καθώς από το 2012 και μετά, οι θάνατοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις.
Η αύξηση του συνολικού πληθυσμού δεν οφείλεται, επομένως, στη φυσική ανανέωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών, αλλά κυρίως στη θετική καθαρή μετανάστευση, δηλαδή στο γεγονός ότι οι άνθρωποι που εγκαθίστανται στις χώρες της ΕΕ είναι περισσότεροι από εκείνους που αποχωρούν.
Σε βάθος χρόνου, ο πληθυσμός της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αυξηθεί σημαντικά. Από 354,5 εκατομμύρια κατοίκους το 1960 έφτασε τα 452 εκατομμύρια το 2026, σημειώνοντας συνολική αύξηση κατά 97,5 εκατομμύρια άτομα. Ο ρυθμός της αύξησης, όμως, έχει επιβραδυνθεί αισθητά. Τη δεκαετία του 1960 ο πληθυσμός αυξανόταν κατά μέσο όρο περίπου κατά 3 εκατομμύρια άτομα τον χρόνο, ενώ τη δεκαετία του 2010 η μέση ετήσια αύξηση περιορίστηκε στις 600.000.
Σε σύγκριση με το 2016, η ΕΕ αριθμεί σήμερα περίπου 8 εκατομμύρια περισσότερους κατοίκους, ενώ σε σύγκριση με το 2006 η αύξηση φτάνει τα 16 εκατομμύρια.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να αυξάνει οριακά τον πληθυσμό της, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με χαμηλή γεννητικότητα, αύξηση του προσδόκιμου ζωής και ταχεία γήρανση.
Οι πέντε μεγαλύτερες χώρες συγκεντρώνουν τα δύο τρίτα του πληθυσμού
Η Γερμανία παραμένει η πολυπληθέστερη χώρα της ΕΕ, με περίπου 83,5 εκατομμύρια κατοίκους και μερίδιο 18,5% στον συνολικό ευρωπαϊκό πληθυσμό. Ακολουθούν η Γαλλία με 15,3% του πληθυσμού της ΕΕ, η Ιταλία με 13%, η Ισπανία με 11% και η Πολωνία με 8%. Οι πέντε αυτές χώρες συγκεντρώνουν συνολικά περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στον αντίποδα, η Μάλτα παραμένει το μικρότερο κράτος-μέλος ως προς τον πληθυσμό, με περίπου 600.000 κατοίκους.
Αύξηση σε 16 χώρες – Μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ Βορρά και Νότου
Από την 1η Ιανουαρίου 2025 έως την 1η Ιανουαρίου 2026, ο πληθυσμός αυξήθηκε σε 16 από τα 27 κράτη-μέλη. Τη μεγαλύτερη αναλογική αύξηση κατέγραψε η Μάλτα, με 24,1 επιπλέον κατοίκους ανά 1.000 άτομα. Ακολούθησαν η Κύπρος με αύξηση 13,7 ανά 1.000 κατοίκους και το Λουξεμβούργο, με 13,1 ανά 1.000. Οι αυξήσεις στις συγκεκριμένες χώρες συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τη μετανάστευση και την προσέλκυση εργαζομένων από το εξωτερικό.
Αντίθετα, τις μεγαλύτερες πληθυσμιακές απώλειες παρουσίασαν η Λετονία, με μείωση 8,3 κατοίκων ανά 1.000, η Εσθονία, με μείωση 6,8 ανά 1.000, και η Ουγγαρία, με περίπου 5,4 ανά 1.000.
Οι διαφοροποιήσεις αποκαλύπτουν ότι η δημογραφική εξέλιξη δεν είναι ενιαία σε όλη την Ευρώπη. Χώρες που προσελκύουν εργαζομένους και νέους μετανάστες καταφέρνουν να ενισχύουν τον πληθυσμό τους, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν χαμηλή γεννητικότητα. Αντίθετα, κράτη με αρνητικό φυσικό ισοζύγιο και περιορισμένες μεταναστευτικές εισροές χάνουν σταδιακά πληθυσμό.

Ελλάδα: Στα 10,37 εκατομμύρια ο πληθυσμός
Για την Ελλάδα, η δημογραφική εικόνα είναι σαφώς δυσμενέστερη από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πληθυσμός της χώρας την 1η Ιανουαρίου 2025 υπολογιζόταν από τη Eurostat σε περίπου 10.372.335 κατοίκους, καταγράφοντας απώλεια 37.212 ατόμων μέσα σε ένα έτος (από 10.409.547 κατοίκους την 1η Ιανουαρίου 2024). Η εξέλιξη αυτή αντανακλά το επίμονα αρνητικό φυσικό ισοζύγιο, καθώς οι θάνατοι εξακολουθούν να υπερβαίνουν σημαντικά τις γεννήσεις, ενώ οι μεταναστευτικές εισροές δεν επαρκούν για να αναστρέψουν τη συνολική τάση μείωσης του πληθυσμού.
Συγκριτικά, ο πληθυσμός είχε ξεπεράσει τα 11 εκατομμύρια στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, γεγονός που αποτυπώνει τη σταθερή καθοδική πορεία των τελευταίων ετών.
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη ταυτόχρονα με τρεις ισχυρές δημογραφικές πιέσεις α) τη μείωση των γεννήσεων, β) την υπεροχή των θανάτων έναντι των γεννήσεων και γ) την ταχεία γήρανση του πληθυσμού.
Η μετανάστευση μπορεί να περιορίζει σε έναν βαθμό τις απώλειες, αλλά δεν επαρκεί μέχρι σήμερα για να αντιστρέψει τη συνολική τάση.
Μόλις 65.594 γεννήσεις το 2025
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τις γεννήσεις. Το 2025 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 65.594 γεννήσεις, από 68.467 το 2024.
Μέσα σε έναν μόλις χρόνο οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 2.873 ή κατά 4,2%. Από τα παιδιά που γεννήθηκαν το 2025, τα 33.620 ήταν αγόρια και τα 31.974 κορίτσια.
Η νέα υποχώρηση επιβεβαιώνει ότι η χώρα δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπη με ένα προσωρινό δημογραφικό πρόβλημα, αλλά με μια μακροχρόνια τάση συρρίκνωσης των νεότερων ηλικιακών ομάδων.
Η Eurostat κατατάσσει, άλλωστε, την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τους χαμηλότερους ακαθάριστους δείκτες γεννήσεων στην ΕΕ. Το 2024 καταγράφηκαν μόλις 6,6 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, επίδοση αντίστοιχη με της Λιθουανίας και υψηλότερη μόνο από εκείνες της Ιταλίας και της Ισπανίας. Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 7,9 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους.
Μία από τις πιο γερασμένες χώρες της Ευρώπης
Η δημογραφική πρόκληση στην Ελλάδα δεν περιορίζεται στη μείωση του συνολικού πληθυσμού. Η ηλικιακή του σύνθεση μεταβάλλεται με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό.
Την 1η Ιανουαρίου 2025, η διάμεση ηλικία στην Ελλάδα είχε φτάσει τα 47,2 έτη. Αυτό σημαίνει ότι ο μισός πληθυσμός της χώρας ήταν ηλικίας άνω των 47,2 ετών και ο άλλος μισός νεότερος.
Η Ελλάδα είχε την τέταρτη υψηλότερη διάμεση ηλικία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ιταλία, όπου έφτανε τα 49,1 έτη, και τη Βουλγαρία και την Πορτογαλία, όπου διαμορφωνόταν στα 47,3 έτη. Ο αντίστοιχος μέσος όρος της ΕΕ ήταν 44,9 έτη.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι μεταξύ 2005 και 2025 η διάμεση ηλικία στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 8 ολόκληρα χρόνια. Πρόκειται για την τρίτη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των κρατών-μελών, μετά τη Ρουμανία και την Πορτογαλία.
Περίπου το 7% του ελληνικού πληθυσμού είναι ηλικίας 80 ετών και άνω, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην ίδια κατηγορία βρίσκονται η Γερμανία και η Πορτογαλία, ενώ το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στην Ιταλία.
Κατά την εικοσαετία 2005-2025, το μερίδιο των ατόμων ηλικίας 80 ετών και άνω αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά περίπου 3 ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, οι πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω αντιπροσωπεύουν πλέον σχεδόν το ένα τέταρτο του ελληνικού πληθυσμού. Η αναλογία αυτή αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια, καθώς στις μεγαλύτερες ηλικίες εισέρχονται πολυπληθέστερες γενιές, ενώ οι νέες γενιές είναι αριθμητικά μικρότερες.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- ΦΟΥΝΤΛΙΝΚ Α.Ε.Β.Ε. ΤΡΟΦ., ΑΝΤΙΠΡΟΣ/ΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΩΝ - ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΙΔΙΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ
- Αυξήθηκε ο συνολικός πληθυσμός της ΕΕ στα 452 εκατ. – Που οφείλεται και γιατί είναι δυσμενής η εικόνα της Ελλάδας
- Seanergy: Στο ταμπλό από τη Δευτέρα (13/7) το ομόλογο των 100 εκατ. ευρώ
- Ευρωπαϊκές αγορές: Μεικτά πρόσημα στα ταμπλό με πιέσεις από τεχνολογία
- Η Τράπεζα Πειραιώς απορροφά έξι θυγατρικές
- Η Shein πήρε το «πράσινο φως» από την Κίνα για εισαγωγή στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ
- ΑΑΔΕ: Παράταση έως 24 Ιουλίου για φορολογικές δηλώσεις, μετά από αιτήματα φορέων
- Θεσμική συμμαχία ΥΠΕΞ – Εξαγωγέων για ενίσχυση της ελληνικής εξωστρέφειας
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








