Οικονομία

Διπλό σήμα εμπιστοσύνης από Moody’s και Scope Ratings στις αγορές για την ελληνική οικονομία

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Η Scope αναβάθμισε το ελληνικό αξιόχρεο σε BBB+, ενώ η Moody’s έθεσε θετικές προοπτικές για τη βαθμίδα Baa3 - Χρέος, πλεονάσματα, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις στο επίκεντρο των δύο οίκων

Διπλό θετικό μήνυμα για την ελληνική οικονομία εξέπεμψαν οι Moody’s και Scope Ratings, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται από τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, την ενεργειακή μεταβλητότητα και τις χαμηλές αναπτυξιακές επιδόσεις μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών.

Η Scope Ratings αναβάθμισε τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας σε BBB+ από BBB, διατηρώντας σταθερές τις προοπτικές. Η νέα βαθμίδα τοποθετεί τη χώρα ένα σκαλοπάτι υψηλότερα εντός της επενδυτικής κατηγορίας και αντανακλά, σύμφωνα με τον οίκο, την ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους, τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και τη βελτίωση της ανθεκτικότητας της οικονομίας.

Παράλληλα, η Moody’s αναθεώρησε τις προοπτικές της ελληνικής αξιολόγησης από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας το αξιόχρεο στη βαθμίδα Baa3. Η κίνηση δεν αποτελεί ακόμη αναβάθμιση της βαθμολογίας, δείχνει όμως ότι οι πιθανότητες μιας νέας θετικής μεταβολής έχουν αυξηθεί, εφόσον συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις, η δημοσιονομική συνέπεια και η αποκλιμάκωση του χρέους.

Πρόκειται για την τρίτη αλλαγή προοπτικών της Ελλάδας σε θετικές μέσα σε περίπου έναν μήνα, μετά τις αντίστοιχες αποφάσεις της R&I στις 17 Αυγούστου και της DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου. Η διαδοχή θετικών αξιολογήσεων ενισχύει την εικόνα σταθερής εδραίωσης της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει τις διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να επισημαίνουν οι οίκοι.

Scope: Η αναβάθμιση σε BBB+ και οι τρεις βασικοί πυλώνες

Η Scope Ratings αναβάθμισε σε BBB+ από BBB τις μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας για τον εκδότη και το μη εξασφαλισμένο χρέος υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ξένο νόμισμα. Μετά την αναβάθμιση, οι προοπτικές μεταβλήθηκαν από θετικές σε σταθερές, καθώς ο οίκος θεωρεί πλέον ισορροπημένους τους κινδύνους για την αξιολόγηση στους επόμενους 12 έως 18 μήνες.

Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση επιβεβαιώθηκε στη βαθμίδα S-2. Σύμφωνα με τη Scope, η απόφαση για την αναβάθμιση στηρίζεται σε τρεις βασικούς παράγοντες: στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, στις διατηρήσιμα ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και στη βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων αναπτυξιακών προοπτικών.

Ο οίκος αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να φέρει ένα πολύ υψηλό απόθεμα δημόσιου χρέους. Κρίνει, όμως, ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με αυτό περιορίζονται από τις μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής, το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης, τη μεγάλη συμμετοχή του επίσημου τομέα και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα.

Ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους

Η Scope εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με τη μείωση να υποστηρίζεται από την οικονομική ανάπτυξη, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και τις περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές.

Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, ο οίκος προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα περιοριστεί περίπου στο 110% έως το 2031. Η αποκλιμάκωση στηρίζεται στα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία αναμένεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο κοντά στο 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2031, καθώς και στην ευνοϊκή σχέση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και επιτοκίων.

Κρίσιμο πλεονέκτημα αποτελεί η διάρθρωση του ελληνικού χρέους. Περίπου το 70% βρίσκεται στα χέρια πιστωτών του επίσημου τομέα και συνοδεύεται από ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Η σταθμισμένη μέση διάρκειά του ανερχόταν στα 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026, περιορίζοντας τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης και την άμεση έκθεση στις διακυμάνσεις των επιτοκίων.

Παράλληλα, ταμειακά διαθέσιμα περίπου 31 δισ. ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν στο 13% του ΑΕΠ, λειτουργούν ως ισχυρό απόθεμα ασφαλείας. Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, ενώ οι πληρωμές τόκων εκτιμάται ότι θα αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 6,8% των κρατικών εσόδων την περίοδο 2026-2031.

Η Scope προειδοποιεί, πάντως, ότι η ταχύτητα αποκλιμάκωσης του χρέους μπορεί να μετριαστεί στα επόμενα χρόνια, καθώς θα επιβραδύνεται η ονομαστική ανάπτυξη, θα ομαλοποιείται το κόστος δανεισμού και θα εντείνονται οι δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού.

Δημοσιονομικές επιδόσεις μεταξύ των ισχυρότερων στην ΕΕ

Το δεύτερο βασικό στοιχείο της αναβάθμισης είναι η δημοσιονομική εικόνα. Η Ελλάδα κατέγραψε το 2025 πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, επιδόσεις που συγκαταλέγονται στις ισχυρότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για το 2026 η Scope προβλέπει δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 3% και πρωτογενές πλεόνασμα 4,1% του ΑΕΠ. Το πρωτογενές αποτέλεσμα αναμένεται να περιοριστεί στο 3,7% το 2027, λόγω της μετρημένης δημοσιονομικής επέκτασης, των υψηλότερων συνταξιοδοτικών δαπανών και προσωρινών μέτρων ενεργειακής στήριξης, παραμένοντας ωστόσο σε επίπεδα που επιτρέπουν τη συνέχιση της μείωσης του χρέους.

Ο οίκος αποδίδει σημαντικό μέρος αυτής της επίδοσης στις θεσμικές αλλαγές και στην ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης. Η επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και η αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της οικονομικής δραστηριότητας έχουν περιορίσει τη φοροδιαφυγή και έχουν διευρύνει τη φορολογική βάση.

Ο λόγος των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28% το 2025, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ ενισχύθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ. Η βελτίωση αυτή επιτρέπει την επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά σε προσωρινά μέτρα.

Επενδύσεις, ευρωπαϊκοί πόροι και ανάπτυξη

Ο τρίτος πυλώνας της απόφασης της Scope αφορά τη βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας. Η πραγματική ανάπτυξη διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το 2026 ο οίκος προβλέπει ανάπτυξη 1,9% και για το 2027 1,7%, παρά το δυσμενέστερο εξωτερικό περιβάλλον.

Η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, στις τουριστικές εισπράξεις, στην άνοδο των επενδύσεων, στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και στην αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων.

Μέχρι τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 70% των διαθέσιμων πόρων. Οι χρηματοδοτήσεις κατευθύνονται σε υποδομές, ψηφιοποίηση, πράσινη μετάβαση και ιδιωτικές επενδύσεις, ενισχύοντας τη δυνατότητα εκσυγχρονισμού της παραγωγικής βάσης.

Η Scope αναγνωρίζει, επίσης, τη βελτίωση της διακυβέρνησης, το σταθερό θεσμικό πλαίσιο και τις μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογία και στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Εκτιμά ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση γύρω από τις βασικές δημοσιονομικές και οικονομικές προτεραιότητες και θεωρεί περιορισμένο τον κίνδυνο μιας μεγάλης αλλαγής πολιτικής μετά τις εκλογές του 2027.

Οι επιφυλάξεις της Scope

Παρά την αναβάθμιση, η Scope καταγράφει τρεις σημαντικές εστίες κινδύνου: το ακόμη υψηλό δημόσιο χρέος, το μέτριο δυνητικό αναπτυξιακό δυναμικό και τις επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες.

Ο οίκος εκτιμά τη δυνητική ανάπτυξη περίπου στο 1,3%. Η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή παραγωγικότητα, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η σχετικά περιορισμένη διαφοροποίηση της οικονομίας εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές.

Παρά την αύξηση των επενδύσεων, απαιτούνται περισσότερες ενδείξεις ότι η νέα παραγωγική δυναμικότητα θα οδηγήσει σε μόνιμα υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών.

Αδύναμο σημείο παραμένει και η εξωτερική θέση. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να διατηρηθεί περίπου στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, αντανακλώντας τη χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, την υψηλή ζήτηση για εισαγωγές και την ενεργειακή εξάρτηση. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της χώρας βρισκόταν στο -142% του ΑΕΠ το 2025, παραμένοντας μία από τις ασθενέστερες στην ευρωζώνη.

Περαιτέρω αναβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει από μια διατηρήσιμη ενίσχυση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων, μια σαφή βελτίωση της εξωτερικής θέσης ή ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους. Αντίθετα, επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αναστροφή των μεταρρυθμίσεων ή εξασθένηση της αναπτυξιακής δυναμικής θα μπορούσαν να ασκήσουν αρνητική πίεση στην αξιολόγηση.

Moody’s: Θετικές προοπτικές λόγω αυξημένης ανθεκτικότητας

Η Moody’s επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα Baa3, αλλά αναβάθμισε τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές. Η αλλαγή αντανακλά, κατά τον οίκο, την αύξηση των ανοδικών κινδύνων για το πιστωτικό προφίλ της χώρας.

Σε αντίθεση με τη Scope, η Moody’s δεν προχώρησε σε άμεση αναβάθμιση της βαθμολογίας. Η θετική προοπτική αποτελεί, ωστόσο, ένδειξη ότι η τρέχουσα αξιολόγηση ενδέχεται να αυξηθεί εάν επιβεβαιωθεί πως οι μεταρρυθμίσεις και τα πρόσφατα δημοσιονομικά κέρδη έχουν αποκτήσει διατηρήσιμο χαρακτήρα.

Ο οίκος διαπιστώνει ότι η συνεχιζόμενη έμφαση στις οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις αρχίζει να παράγει ευρύτερα αποτελέσματα. Η βελτίωση δεν περιορίζεται στα δημόσια οικονομικά, αλλά επεκτείνεται στο επιχειρηματικό περιβάλλον, στη λειτουργία των θεσμών, στη σύνθεση των επενδύσεων και στην παραγωγική δομή της οικονομίας.

Σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου

Η Moody’s εντοπίζει ενδείξεις σταδιακής άρσης μακροχρόνιων εμποδίων στις επενδύσεις και στην αποτελεσματική κατανομή των πόρων. Αναφέρεται ειδικότερα στις μεταρρυθμίσεις στη φορολογική διοίκηση, στην αδειοδότηση των επιχειρήσεων, στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, στη Δικαιοσύνη, στη διοίκηση της γης, στον χωροταξικό σχεδιασμό, στη φορολογία της εργασίας και στις πολιτικές δεξιοτήτων.

Οι αλλαγές αυτές ενθαρρύνουν τη μεταφορά μεγαλύτερου μέρους της δραστηριότητας στην επίσημη οικονομία και συνοδεύονται από ισχυρότερη απασχόληση, περισσότερες εξαγωγές και υγιέστερους ισολογισμούς στον ιδιωτικό τομέα.

Το ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο γίνεται σταδιακά περισσότερο επενδυτικοκεντρικό. Η Moody’s επισημαίνει ότι η άνοδος των επενδύσεων είναι ευρύτερη από μια προσωρινή ώθηση που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης. Οι ιδιωτικές επενδύσεις αντιστοιχούσαν σχεδόν στα δύο τρίτα της αύξησης κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες του λόγου επενδύσεων προς ΑΕΠ από το 2020.

Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης δεν δημιούργησαν από μόνοι τους την επενδυτική ανάκαμψη, αλλά ενίσχυσαν μια τάση που είχε ήδη αρχίσει. Η διάρκεια αυτής της δυναμικής μετά την ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών εκταμιεύσεων θα αποτελέσει κρίσιμο κριτήριο για την επόμενη αξιολόγηση.

Θετική είναι και η σταδιακή διαφοροποίηση των άμεσων ξένων επενδύσεων, οι οποίες εμφανίζονται λιγότερο συγκεντρωμένες στα ακίνητα. Παράλληλα, αυξάνεται η συμβολή δραστηριοτήτων έντασης γνώσης, της μεταποίησης υψηλής τεχνολογίας και των εξαγωγών χρηματοοικονομικών και επαγγελματικών υπηρεσιών.

Το μερίδιο των επιχειρήσεων με τουλάχιστον 50 εργαζομένους στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε περίπου στο 60% το 2024, από 45% το 2009. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις έχουν συνήθως αυξημένη δυνατότητα επένδυσης σε τεχνολογία και δεξιότητες, πρόσβασης σε διεθνείς αγορές και αξιοποίησης διαφοροποιημένων πηγών χρηματοδότησης.

Το χρέος και η σημασία των πρόωρων αποπληρωμών

Η Moody’s εκτιμά ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους θα υποχωρήσει στο 120% του ΑΕΠ έως το 2030, από 146,1% το 2025, 154,2% το 2024 και το ιστορικό υψηλό του 209,4% το 2020.

Η πορεία αυτή στηρίζεται στην ονομαστική ανάπτυξη, στα πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2,5%-3% του ΑΕΠ και στην ενεργή χρήση των ταμειακών διαθεσίμων για πρόωρες αποπληρωμές υποχρεώσεων της περιόδου της κρίσης.

Η κυβέρνηση προεξόφλησε χρέος ύψους 5,3 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025 και σχεδιάζει πρόσθετες πρόωρες αποπληρωμές 13 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026. Κατά τη Moody’s, η στρατηγική αυτή μειώνει τόσο το ακαθάριστο χρέος όσο και τις μελλοντικές ανάγκες εξυπηρέτησής του, ενώ λειτουργεί ως ένδειξη σταθερής πολιτικής δέσμευσης στη δημοσιονομική εξυγίανση.

Η θετική προοπτική αποτυπώνει την αυξανόμενη —αν και όχι ακόμη πλήρως διασφαλισμένη— πεποίθηση του οίκου ότι οι δημοσιονομικές βελτιώσεις θα διατηρηθούν ακόμη και όταν η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός επιστρέψουν σε πιο κανονικά επίπεδα.

Τι κρατά ακόμη τη Moody’s στη βαθμίδα Baa3

Η επιβεβαίωση της αξιολόγησης στο Baa3 δείχνει ότι, παρά την πρόοδο, η Moody’s δεν θεωρεί ακόμη ότι έχουν εξαλειφθεί οι βασικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, οι εξωτερικές ανισορροπίες είναι μεγάλες και η αύξηση της παραγωγικότητας παραμένει μέτρια. Ο οίκος εκτιμά τη δυνητική ανάπτυξη κοντά στο 1,5%, επισημαίνοντας ότι η θετική μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και δεν έχει ολοκληρωθεί.

Πρόσθετος περιορισμός είναι το σημαντικό απόθεμα μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους εκτός τραπεζικού συστήματος. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν μειώσει δραστικά τα προβληματικά δάνεια στους ισολογισμούς τους, όμως μέρος αυτού του χρέους εξακολουθεί να επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις και να περιορίζει την πιστωτική επέκταση και την αναπτυξιακή δυναμική.

Μια αναβάθμιση από τη Moody’s θα απαιτούσε ισχυρότερες ενδείξεις ότι οι μεταρρυθμίσεις οδηγούν σε μόνιμη άνοδο της παραγωγικότητας και της δυνητικής ανάπτυξης, ότι η δημοσιονομική πειθαρχία αντέχει στις μεταβολές του οικονομικού κύκλου και ότι η πορεία μείωσης του χρέους παραμένει σταθερή.

Αντίθετα, η θετική προοπτική θα μπορούσε να επιστρέψει σε σταθερή εάν εξασθενούσε η δέσμευση για μεταρρυθμίσεις και πρωτογενή πλεονάσματα ή αν ανακοπτόταν η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.

Το κοινό μήνυμα των δύο οίκων

Παρά τις διαφορετικές μεθοδολογίες τους, Moody’s και Scope συγκλίνουν σε μια βασική διαπίστωση: η Ελλάδα έχει βελτιώσει ουσιαστικά τη δημοσιονομική και οικονομική της ανθεκτικότητα και διαθέτει πλέον ισχυρότερη θεσμική βάση για να διατηρήσει την πρόοδο.

Η Scope επιβραβεύει αυτή τη βελτίωση με άμεση αναβάθμιση σε BBB+, ενώ η Moody’s ζητεί περισσότερες αποδείξεις μονιμότητας πριν προχωρήσει στο επόμενο βήμα. Και οι δύο, πάντως, συνδέουν τις μελλοντικές κινήσεις τους με την παραγωγικότητα, την ποιότητα των επενδύσεων, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και τη σταθερή μείωση του χρέους.

Οι αποφάσεις ενισχύουν την επενδυτική εικόνα της χώρας και μπορούν να διευρύνουν τη βάση των θεσμικών επενδυτών που τοποθετούνται σε ελληνικά ομόλογα και επιχειρηματικούς τίτλους. Δεν συνιστούν, όμως, ολοκλήρωση της προσπάθειας. Το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η μετατροπή της δημοσιονομικής αξιοπιστίας και των ευρωπαϊκών πόρων σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας, των εξαγωγών, των επενδύσεων και των πραγματικών εισοδημάτων.

Πιερρακάκης: «Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα»

Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης δήλωσε:

«Η Ελλάδα αναβαθμίζεται σε μια στιγμή που οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται. Και αυτό έχει τεράστια αξία. Οι αποφάσεις αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και αξιοπιστία και επιβεβαιώνουν τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, την ανάπτυξη, την άνοδο των επενδύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων. Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα και αυτή η πορεία πρέπει να συνεχιστεί».

Παπαθανάσης: «Διεθνής αναγνώριση των αντοχών και των προοπτικών»

Ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης ανέφερε:

«Οι ανακοινώσεις των Moody’s και Scope Ratings αποτελούν ακόμη μία διεθνή αναγνώριση των αντοχών και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας και μία ψήφο εμπιστοσύνης στη μεταρρυθμιστική πολιτική. Δεν εφησυχάζουμε: στόχος παραμένει μια δυναμική και ανθεκτική οικονομία, με περισσότερες ποιοτικές επενδύσεις, θέσεις εργασίας και μετατροπή του μερίσματος της ανάπτυξης σε κοινωνικό μέρισμα».

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu