Τρία διαφορετικά μοντέλα προστασίας των ενοικιαστών, από το πάγωμα στη Ν. Υόρκη και το «φρένο» του Βερολίνου, μέχρι τη συνδεδεμένη με τον πληθωρισμό προσέγγιση της Σκωτίας - Τι ισχύει στην Ελλάδα
Η απότομη αύξηση του κόστους στέγασης τα χρόνια έχει επαναφέρει τον έλεγχο των ενοικίων στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης. Από τη Νέα Υόρκη έως το Βερολίνο και τη Σκωτία, κυβερνήσεις και τοπικές αρχές επιχείρησαν να προστατεύσουν τους ενοικιαστές μέσω παγώματος των μισθωμάτων ή περιορισμών στις ετήσιες αναπροσαρμογές.
Η διεθνής εμπειρία, ωστόσο, δεν προσφέρει μία απλή συνταγή επιτυχίας. Όπως επισημαίνουν οι Financial Times, οι έλεγχοι μπορούν να προσφέρουν άμεση προστασία στα νοικοκυριά που ήδη διαθέτουν μίσθωση, αλλά συχνά δεν ανακόπτουν τις αυξήσεις στην υπόλοιπη αγορά και ενδέχεται να περιορίσουν την προσφορά διαθέσιμων κατοικιών.
Νέα Υόρκη: Πάγωμα μετά τις αυξήσεις 3% και 4,5%
Η Νέα Υόρκη διαθέτει ένα από τα μακροβιότερα συστήματα ρύθμισης των μισθωμάτων. Περίπου ένα εκατομμύριο κατοικίες υπάγονται στο καθεστώς της σταθεροποίησης ενοικίων, με τις επιτρεπόμενες αυξήσεις να καθορίζονται από το Rent Guidelines Board.
Για τις μισθώσεις που άρχισαν από την 1η Οκτωβρίου 2025 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026, είχε εγκριθεί αύξηση 3% για συμβόλαια ενός έτους και 4,5% για συμβόλαια δύο ετών.
Η νέα απόφαση προβλέπει πάγωμα των ενοικίων για έως δύο χρόνια στις ρυθμιζόμενες κατοικίες. Το μέτρο καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο των κατοίκων της πόλης και αποσκοπεί στην προστασία τους από νέες ανατιμήσεις.
Η διαφορά με την ελεύθερη αγορά παραμένει μεγάλη. Το μέσο μηνιαίο ενοίκιο στα σταθεροποιημένα διαμερίσματα υπολογίζεται σε περίπου 1.599 δολάρια, ενώ η διάμεση τιμή για μία νέα μίσθωση στην αγορά έχει φθάσει περίπου τα 3.950 δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι το μέσο ρυθμιζόμενο ενοίκιο είναι σχεδόν 60% χαμηλότερο από τη διάμεση τιμή μιας νεοσύναπτης μίσθωσης, χωρίς όμως τα δύο μεγέθη να αφορούν απολύτως συγκρίσιμες κατηγορίες κατοικιών.
Η Νέα Υόρκη δείχνει, επομένως, ότι ο έλεγχος μπορεί να συγκρατήσει το κόστος για όσους βρίσκονται ήδη μέσα στο προστατευμένο σύστημα. Δεν εξασφαλίζει όμως αντίστοιχα χαμηλές τιμές για όσους αναζητούν για πρώτη φορά κατοικία στην ελεύθερη αγορά.
Βερολίνο: Μείωση 11% στα ελεγχόμενα ενοίκια, αλλά κατάρρευση της προσφοράς
Το Βερολίνο εφάρμοσε το 2020 ένα από τα αυστηρότερα ευρωπαϊκά πειράματα ελέγχου ενοικίων, επιβάλλοντας πενταετές πάγωμα στις κατοικίες που καλύπτονταν από τον λεγόμενο Mietendeckel.
Βραχυπρόθεσμα, το μέτρο πέτυχε τον βασικό του στόχο. Μελέτη που εξέτασε τις αγγελίες κατοικιών εκτίμησε ότι τα ζητούμενα ενοίκια στα ακίνητα που υπάγονταν στο πλαφόν μειώθηκαν κατά περίπου 11% μετά την εφαρμογή του.
Το τίμημα, όμως, ήταν ιδιαίτερα υψηλό. Η προσφορά διαθέσιμων προς ενοικίαση κατοικιών μειώθηκε κατά περίπου 57%, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, ενώ άλλες μελέτες υπολόγισαν την υποχώρηση σε περίπου 60%.
Το 2021 το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε το μέτρο, κρίνοντας ότι το κρατίδιο του Βερολίνου δεν είχε την αρμοδιότητα να το θεσπίσει.
Παράλληλα, το ηπιότερο ομοσπονδιακό σύστημα περιορισμού των αυξήσεων, το Mietpreisbremse, δεν απέτρεψε τη μακροχρόνια ανατίμηση της κατοικίας. Σύμφωνα με την αξιολόγηση που επικαλούνται οι Financial Times, τα ενοίκια στο Βερολίνο έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 70% μέσα σε μία δεκαετία.
Η περίπτωση του Βερολίνου αποτυπώνει το βασικό δίλημμα της πολιτικής ενοικίων: οι αυστηροί περιορισμοί μπορούν να μειώσουν αποτελεσματικά τις τιμές στις προστατευμένες κατοικίες, αλλά παράλληλα να οδηγήσουν τους ιδιοκτήτες στην απόσυρση ακινήτων από τη μακροχρόνια μίσθωση και να δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο την αναζήτηση στέγης.
Σκωτία: Πλαφόν 3%, αλλά άνοδος έως 15% στις νέες μισθώσεις
Η πρώτη μεγάλη παρέμβαση της Σκωτίας άρχισε τον Σεπτέμβριο του 2022, με εξάμηνο πάγωμα των αυξήσεων για τις υφιστάμενες μισθώσεις. Στη συνέχεια επιβλήθηκε ετήσιο πλαφόν 3%, με δυνατότητα αύξησης έως 6% σε ειδικές περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης μπορούσε να τεκμηριώσει αυξημένα κόστη.
Η παρέμβαση προστάτευσε προσωρινά τους ήδη εγκατεστημένους ενοικιαστές, αλλά δεν κάλυπτε την τιμή με την οποία ένα ακίνητο προσφερόταν σε έναν νέο ενοικιαστή.
Το αποτέλεσμα ήταν μια απότομη μεταφορά της πίεσης στις νέες μισθώσεις. Μόνο κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2022, τα ενοίκια για νέες συμβάσεις αυξήθηκαν κατά 15% στο Εδιμβούργο και κατά 14% στη Γλασκώβη, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν οι Financial Times.
Σε ολόκληρη τη Σκωτία, ο επίσημος δείκτης ιδιωτικών ενοικίων κατέγραφε τον Φεβρουάριο του 2023 ετήσια αύξηση 4,9%, τη μεγαλύτερη μέχρι τότε από την έναρξη της συγκεκριμένης σειράς δεδομένων. Δείκτες που επικεντρώνονταν περισσότερο στις νέες μισθώσεις εμφάνιζαν ακόμη μεγαλύτερη αύξηση, περίπου 11,9%.
Οι Financial Times αναφέρουν επίσης ότι μετά την επιβολή των έκτακτων ελέγχων ανεστάλησαν ή αποσύρθηκαν θεσμικές επενδύσεις περίπου 700 εκατ. στερλινών σε έργα κατασκευής κατοικιών ειδικά για ενοικίαση.
Το νέο σύστημα που σχεδιάζεται να εφαρμοστεί από το 2027 επιχειρεί να διορθώσει τις αδυναμίες αυτές. Οι αυξήσεις στις περιοχές ελέγχου θα μπορούν να φθάνουν έως τον πληθωρισμό συν μία ποσοστιαία μονάδα, με απόλυτο ανώτατο όριο το 6%. Οι περιορισμοί θα αφορούν τόσο τις υφιστάμενες όσο και τις νέες μισθώσεις, θα εφαρμόζονται σε συγκεκριμένες περιοχές και θα έχουν μέγιστη διάρκεια πέντε ετών.
Τι δείχνουν οι αριθμοί
Τα στοιχεία των τριών αγορών καταδεικνύουν ότι ο «έλεγχος των ενοικίων» δεν αποτελεί ενιαία πολιτική.
Στη Νέα Υόρκη, το πάγωμα μηδενίζει προσωρινά τις αυξήσεις για περίπου ένα εκατομμύριο ρυθμιζόμενες κατοικίες, μετά τις προηγούμενες αναπροσαρμογές έως 4,5%. Στο Βερολίνο, το αυστηρό πλαφόν μείωσε τα ενοίκια περίπου κατά 11%, αλλά συνοδεύτηκε από πτώση της προσφοράς κατά 57% έως 60%. Στη Σκωτία, το όριο του 3% για τις υφιστάμενες μισθώσεις συνέπεσε με αυξήσεις 14% έως 15% στις νέες συμβάσεις στις δύο μεγαλύτερες αγορές της χώρας.
Το κοινό δίδαγμα είναι ότι οι έλεγχοι προσφέρουν την ισχυρότερη προστασία στους ενοικιαστές που βρίσκονται ήδη σε μια κατοικία. Όταν όμως εξαιρούν τις νέες μισθώσεις ή δεν συνοδεύονται από αύξηση της προσφοράς, η πίεση μεταφέρεται σε όσους αναζητούν νέο σπίτι.
Η επιτυχία, συνεπώς, δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο από το πόσο μειώθηκε ή πάγωσε ένα ενοίκιο. Πρέπει να αξιολογούνται ταυτόχρονα η διαθεσιμότητα κατοικιών, οι νέες κατασκευές, η συντήρηση του υφιστάμενου αποθέματος και οι τιμές που αντιμετωπίζουν οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά.
Ελλάδα: Χωρίς γενικό πλαφόν, με αύξηση 8,4% στον επίσημο δείκτη ενοικίων
Σε αντίθεση με τη Νέα Υόρκη, το Βερολίνο και τη Σκωτία, η Ελλάδα δεν εφαρμόζει γενικό πλαφόν στις αυξήσεις των ενοικίων κατοικίας. Το ύψος του μισθώματος και η ενδεχόμενη αναπροσαρμογή του καθορίζονται κατά κύριο λόγο από τη συμφωνία μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή.
Κατά τη διάρκεια μιας ενεργής μίσθωσης, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς οποιαδήποτε αύξηση επιθυμεί. Η αναπροσαρμογή είναι δυνατή όταν προβλέπεται ρητά στο μισθωτήριο, για παράδειγμα, με συγκεκριμένο ετήσιο ποσοστό ή με σύνδεση με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή ή όταν τα δύο μέρη συμφωνήσουν σε νέο μίσθωμα. Εάν δεν υπάρχει σχετικός όρος, το συμφωνημένο ποσό παραμένει καταρχήν σε ισχύ όσο διαρκεί η σύμβαση.
Οι μισθώσεις κύριας κατοικίας έχουν υποχρεωτική ελάχιστη διάρκεια τριών ετών, ακόμη και όταν στο συμβόλαιο έχει αναγραφεί μικρότερο διάστημα. Όταν η διάρκεια έχει συμφωνηθεί για λιγότερο από τρία χρόνια και δεν υπάρχει όρος αναπροσαρμογής, για το διάστημα μέχρι τη συμπλήρωση της τριετίας προβλέπεται ετήσια αύξηση ίση με το 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Πρόκειται για μηχανισμό αναπροσαρμογής και όχι για γενικό ανώτατο όριο σε όλες τις μισθώσεις.
Μετά τη λήξη της συμφωνημένης περιόδου ή της υποχρεωτικής τριετίας, ο ιδιοκτήτης και ο ενοικιαστής μπορούν να διαπραγματευθούν νέο μίσθωμα. Στην πράξη, εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία για ανανέωση, το νέο ποσό διαμορφώνεται από τις συνθήκες της αγοράς. Το πλαφόν 3% που ισχύει έως το τέλος του 2026 αφορά συγκεκριμένες επαγγελματικές και εμπορικές μισθώσεις και όχι τις κατοικίες.
Οι πιέσεις στην ελληνική αγορά αποτυπώνονται και στα διαθέσιμα στοιχεία. Ο επίσημος δείκτης ενοικίων της ΕΛΣΤΑΤ αυξήθηκε κατά περίπου 8,44% το 2025 σε πανελλαδικό επίπεδο. Η μεταβολή αυτή αφορά τα ενοίκια που καταγράφονται στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και δεν ταυτίζεται με τις τιμές των νέων αγγελιών.
Τα στοιχεία της αγοράς εμφανίζουν διαφορετικούς, αλλά επίσης ανοδικούς ρυθμούς. Σύμφωνα με έρευνα της RE/MAX Ελλάς, τα ενοίκια κατοικιών αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 4,3% το 2025 σε σχέση με το 2024. Στην Αττική η μέση άνοδος διαμορφώθηκε στο 4,5%, ενώ στη Θεσσαλονίκη στο 3,1%.
Ο δείκτης ζητούμενων τιμών του Spitogatos είχε καταγράψει αύξηση των ενοικίων κατά 4,2% σε ετήσια βάση στα μέσα του 2025. Οι ζητούμενες τιμές, ωστόσο, αφορούν τις αγγελίες και όχι απαραίτητα τα ποσά στα οποία ολοκληρώνονται τελικά οι μισθώσεις.
Σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, η εικόνα είναι ακόμη εντονότερη. Τα μέσα ενοίκια στην Αθήνα αυξήθηκαν περισσότερο από 50% μεταξύ 2019 και 2024, σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς που επικαλείται το Reuters. Την ίδια περίοδο, οι μέσες αποδοχές στην Ελλάδα αυξήθηκαν περίπου κατά 27%, γεγονός που δείχνει ότι το κόστος στέγασης κινήθηκε σχεδόν με διπλάσια ταχύτητα από τους μισθούς.
Οι διαφορετικές μετρήσεις, 8,44% από τον επίσημο δείκτη, 4,3% από τις πραγματοποιούμενες μισθώσεις της RE/MAX και 4,2% από τις ζητούμενες τιμές του Spitogatos, δεν είναι κατ’ ανάγκη αντιφατικές. Βασίζονται σε διαφορετικά δείγματα και μεθοδολογίες: άλλες καταγράφουν το σύνολο των υφιστάμενων ενοικίων και άλλες τις νέες μισθώσεις ή τις τιμές των αγγελιών.
Η ελληνική περίπτωση αποτελεί έτσι ένα διαφορετικό μοντέλο από εκείνα της Νέας Υόρκης, του Βερολίνου και της Σκωτίας. Η προστασία του ενοικιαστή στηρίζεται κυρίως στην υποχρεωτική τριετή διάρκεια και στους όρους του συμβολαίου, όχι σε ένα οριζόντιο ανώτατο ποσοστό αύξησης. Όταν όμως μία μίσθωση λήγει και το ακίνητο επιστρέφει στην αγορά, δεν υπάρχει μηχανισμός που να εμποδίζει μια μεγάλη ανατίμηση, εφόσον αυτή γίνει αποδεκτή στο νέο συμβόλαιο.
Κατά τους Financial Times ο έλεγχος των ενοικίων μπορεί να αποτελέσει εργαλείο κοινωνικής προστασίας, όχι όμως υποκατάστατο μιας ολοκληρωμένης στεγαστικής πολιτικής. Χωρίς περισσότερες κατοικίες, τα πλαφόν κινδυνεύουν απλώς να μοιράσουν διαφορετικά το κόστος της έλλειψης: χαμηλότερα ενοίκια για όσους προστατεύονται, αλλά υψηλότερες τιμές και λιγότερες επιλογές για όσους μένουν εκτός του συστήματος.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Οι Χούθι εξετάζουν επιβολή τελών στα πλοία που διαπλέουν την Ερυθρά Θάλασσα, με εξαίρεση τα κινεζικά
- ΟΔΔΗΧ: Στο 2,22% το επιτόκιο για τα τρίμηνα έντοκα γραμμάτια
- Glencore: Εκτόξευση κερδών στα 3,3 δισ. δολάρια το α΄εξάμηνο με «καύσιμο» την κρίση στη Μ. Ανατολή
- Βαρύς φόρος αίματος και εικόνες βιβλικής καταστροφής στο Κουμαμότο από τα 7,1 Ρίχτερ
- ΑΒ Βασιλόπουλος: Επτά διακρίσεις στα Loyalty Awards 2026 για το πρόγραμμα AB Plus
- Στεγαστική κρίση και έλεγχος ενοικίων: Τι πέτυχαν – και τι όχι – Νέα Υόρκη, Βερολίνο και Σκωτία – Το ελληνικό καθεστώς
- ΕΣΕΕ: Ανάσα για τη γουνοποιία της Δυτικής Μακεδονίας η απόφαση των Βρυξελλών
- Ζούκερμπεργκ στους FT: Οι ΗΠΑ δεν πρέπει να απαγορεύσουν την κινεζική τεχνητή νοημοσύνη
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








