Vodafone, Orange, Telenor και BT ζητούν ενιαίο ευρωπαϊκό μηχανισμό για το CSAM, κοινή βάση δεδομένων και σαφείς εξουσίες αποκλεισμού - Το 63% των σχετικών URLs που εντόπισε το IWF το 2025 φιλοξενούνταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Την άμεση ενίσχυση των ευρωπαϊκών μηχανισμών για τον αποκλεισμό ιστοσελίδων που φιλοξενούν επιβεβαιωμένο υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών ζητούν οι επικεφαλής τεσσάρων από τους μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς ομίλους της Ευρώπης, αυξάνοντας την πίεση προς τις Βρυξέλλες να ξεπεράσουν τον σημερινό κατακερματισμό των εθνικών κανόνων.
Η Margherita Della Valle της Vodafone, η Christel Heydemann της Orange, η Benedicte Schilbred Fasmer της Telenor και η Allison Kirkby της BT συνυπογράφουν ανοικτή επιστολή, με ημερομηνία 6 Αυγούστου 2026, προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen, την πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Roberta Metsola και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου António Costa. Αναφέρουν πως οι πάροχοι πρόσβασης στο διαδίκτυο χρειάζονται σαφή και ενιαία νομική βάση για να μπορούν να εμποδίζουν την πρόσβαση σε επιβεβαιωμένο Child Sexual Abuse Material (CSAM), όταν η οριστική αφαίρεσή του από τον εξυπηρετητή όπου φιλοξενείται καθυστερεί.
Οι τέσσερις CEOs υποστηρίζουν ότι σήμερα η δυνατότητα παρέμβασης ενός τηλεπικοινωνιακού παρόχου διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές αγορές υπάρχουν μηχανισμοί που επιτρέπουν τον αποκλεισμό συγκεκριμένων ιστοσελίδων ή URLs, ενώ αλλού οι πάροχοι βρίσκονται αντιμέτωποι με νομική αβεβαιότητα ή ρυθμιστικά εμπόδια, ακόμη και όταν το περιεχόμενο έχει ήδη χαρακτηριστεί παράνομο από αρμόδιες αρχές ή αναγνωρισμένες οργανώσεις.
Το αίτημά τους δεν είναι να αντικατασταθεί η αφαίρεση του παράνομου περιεχομένου από την πηγή του. Αντιθέτως, οι εταιρείες τονίζουν ότι το λεγόμενο «removal at source» πρέπει να παραμένει η πρώτη επιλογή. Υποστηρίζουν όμως ότι, μέχρι να ολοκληρωθεί η αφαίρεση, η συνέχιση της πρόσβασης στο επιβεβαιωμένο παράνομο υλικό δημιουργεί ένα κενό προστασίας το οποίο θα μπορούσε να καλυφθεί προσωρινά μέσω των παρόχων internet.
Η πρόταση των τηλεπικοινωνιακών ομίλων στηρίζεται ουσιαστικά σε τρεις πυλώνες. Πρώτον, ζητούν τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού φορέα με σαφή νομική αρμοδιότητα να επικυρώνει και να διατηρεί μία ενιαία, πανευρωπαϊκή και συνεχώς ανανεούμενη βάση δεδομένων με επιβεβαιωμένους δείκτες CSAM. Η πληροφορία θα μπορούσε να προέρχεται από εθνικές γραμμές καταγγελιών, αστυνομικές αρχές και αναγνωρισμένους εξειδικευμένους φορείς, με μηχανισμούς που θα περιορίζουν τον κίνδυνο λανθασμένων αποκλεισμών.
Δεύτερον, ζητούν σαφή νομοθετική βάση ώστε οι πάροχοι πρόσβασης στο διαδίκτυο να μπορούν να αποκλείουν τις ιστοσελίδες που βρίσκονται σε αυτή τη λίστα όταν δεν έχει ακόμη επιτευχθεί η αφαίρεση του υλικού από την πηγή. Οι ίδιοι οι CEOs αναγνωρίζουν ότι ένα τέτοιο σύστημα χρειάζεται ανεξάρτητη εποπτεία, διαφάνεια, ενημέρωση των χρηστών και πραγματικές διαδικασίες προσφυγής σε περίπτωση λανθασμένου αποκλεισμού.
Τρίτον, μέχρι να τεθεί σε πλήρη λειτουργία ένας ενιαίος ευρωπαϊκός μηχανισμός, ζητούν από τα κράτη-μέλη να θεσπίσουν διαδικασίες με τις οποίες οι εθνικές αρχές θα μπορούν να εγκρίνουν τον αποκλεισμό επιβεβαιωμένου CSAM με βάση αξιόπιστες λίστες εξειδικευμένων οργανισμών. Οι τέσσερις CEOs προσθέτουν μια κρίσιμη δικλίδα ασφαλείας: οι εξουσίες αυτές θα πρέπει να αφορούν αποκλειστικά επιβεβαιωμένο υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και να μην μπορούν να επεκταθούν από κυβερνήσεις σε άλλες κατηγορίες περιεχομένου χωρίς νέα, ρητή νομοθετική εντολή.
Η ΕΕ φιλοξενεί το 63% των URLs που εντόπισε το IWF
Τα νεότερα στοιχεία του Internet Watch Foundation ενισχύουν την πίεση προς τις ευρωπαϊκές αρχές. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του IWF για το 2025, οι αναλυτές του οργανισμού προχώρησαν σε ενέργειες για 310.437 URLs που περιείχαν ή παρέπεμπαν σε υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Από αυτά, τα 196.101, δηλαδή το 63% του συνόλου, εντοπίστηκαν σε υπηρεσίες φιλοξενίας εντός κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 62% το 2024.
Η γεωγραφική εικόνα άλλαξε επίσης εντυπωσιακά μέσα σε έναν χρόνο. Η Βουλγαρία βρέθηκε το 2025 στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης που καταγράφει το IWF, με 87.959 URLs ή 28% του παγκόσμιου συνόλου, έναντι 9% το προηγούμενο έτος. Ακολούθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με 16% και η Ολλανδία με 11%. Η Ολλανδία είχε βρεθεί πολύ υψηλότερα το 2024, με 29% του παγκόσμιου συνόλου.
Το ίδιο το IWF προειδοποιεί, πάντως, ότι οι ετήσιες μεταβολές πρέπει να ερμηνεύονται προσεκτικά. Η μεγάλη άνοδος της Βουλγαρίας συνδέθηκε, σύμφωνα με τον οργανισμό, με έναν περιορισμένο αριθμό ιστοσελίδων πολύ μεγάλου όγκου και δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι υπάρχει γενικευμένο πρόβλημα στο σύνολο της χώρας. Αντίστοιχα, η σημαντική πτώση της Ολλανδίας μπορεί να συνδέεται με αποτελεσματικότερη παρακολούθηση και ταχύτερες διαδικασίες αφαίρεσης.
Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη συζήτηση που ανοίγουν οι τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι: το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο πού βρίσκεται φυσικά ένας server. Ιστότοποι μπορούν να μετακινούνται γρήγορα μεταξύ παρόχων και χωρών, ενώ διαφορετικές νομοθεσίες και διαφορετικοί χρόνοι απόκρισης δυσκολεύουν την ταχεία απομάκρυνσή τους.
Το νομοθετικό κενό
Η επιστολή έρχεται σε μία περίοδο κατά την οποία η ΕΕ προσπαθεί να ολοκληρώσει ένα μόνιμο κανονιστικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο διαδίκτυο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε παρουσιάσει ήδη από τον Μάιο του 2022 πρόταση κανονισμού η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, υποχρεωτικές αξιολογήσεις κινδύνου από τις online υπηρεσίες, στοχευμένες υποχρεώσεις ανίχνευσης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αναφορά παράνομου υλικού και αποτελεσματικότερη αφαίρεσή του. Η πρόταση περιλαμβάνει επίσης τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου EU Centre on Child Sexual Abuse, το οποίο θα λειτουργεί ως ευρωπαϊκό κέντρο τεχνογνωσίας και συντονισμού.
Αυτό σημαίνει ότι το αίτημα των CEOs για έναν φορέα που θα διατηρεί αξιόπιστη ευρωπαϊκή βάση δεικτών CSAM βρίσκεται σε σημαντικό βαθμό στην ίδια κατεύθυνση με τον σχεδιαζόμενο ευρωπαϊκό μηχανισμό, αλλά οι τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι ζητούν σαφέστερη και περισσότερο άμεση εξουσιοδότηση για το ίδιο το blocking από τους παρόχους πρόσβασης.
Οι διαπραγματεύσεις για το μόνιμο πλαίσιο, ωστόσο, έχουν αποδειχθεί δύσκολες. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε διαμορφώσει τη διαπραγματευτική του θέση ήδη από το 2023, ενώ το Συμβούλιο κατέληξε στη δική του θέση τον Νοέμβριο του 2025, ανοίγοντας τον δρόμο για τις διοργανικές διαπραγματεύσεις. Οι συζητήσεις συνεχίζονται μέσα στο 2026.
Στο μεταξύ, η προσωρινή εξαίρεση από ορισμένους κανόνες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί απορρήτου, η οποία επέτρεπε σε διαδικτυακούς παρόχους να προχωρούν εθελοντικά σε εντοπισμό, αναφορά και αφαίρεση τέτοιου υλικού, έληξε στις 3 Απριλίου 2026. Ακολούθησε νομοθετικό κενό αρκετών μηνών, μέχρι το Συμβούλιο να εγκρίνει στις 23 Ιουλίου 2026 την επαναφορά του προσωρινού καθεστώτος. Η νέα προσωρινή ρύθμιση ισχύει έως τις 3 Απριλίου 2028, με στόχο να λειτουργήσει ως γέφυρα μέχρι να συμφωνηθεί το μόνιμο πλαίσιο.
Η δύσκολη ισορροπία με ιδιωτικότητα και κρυπτογράφηση
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την προστασία των παιδιών αλλά και το πώς μπορούν να σχεδιαστούν αποτελεσματικά μέτρα χωρίς να δημιουργηθεί ένας γενικευμένος μηχανισμός παρακολούθησης του διαδικτύου ή των ιδιωτικών επικοινωνιών.
Ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ζήτημα παραμένει η end-to-end κρυπτογράφηση. Στο προσωρινό καθεστώς που εγκρίθηκε τον Ιούλιο, οι υπηρεσίες ανεξάρτητων διαπροσωπικών επικοινωνιών στις οποίες εφαρμόζεται ή πρόκειται να εφαρμοστεί end-to-end encryption εξαιρούνται από το συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής. Το Συμβούλιο διευκρίνισε παράλληλα ότι η συγκεκριμένη εξαίρεση στο προσωρινό καθεστώς δεν προδικάζει το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για τον μόνιμο κανονισμό.
Η πρόταση των τεσσάρων τηλεπικοινωνιακών ομίλων επιχειρεί να κινηθεί σε διαφορετικό επίπεδο: αφορά κυρίως το μπλοκάρισμα ήδη γνωστών και επιβεβαιωμένων παράνομων ιστοσελίδων στο ανοικτό διαδίκτυο, όχι τη γενικευμένη εξέταση του περιεχομένου ιδιωτικών μηνυμάτων. Αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερη έμφαση της επιστολής σε αξιόπιστες λίστες, ανεξάρτητη εποπτεία, διαφάνεια και δυνατότητα διόρθωσης λανθασμένων αποκλεισμών.
Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί νέα πίεση
Την ίδια στιγμή, η ραγδαία εξάπλωση της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης προσθέτει μία ακόμη διάσταση στο πρόβλημα.
Το IWF ανακοίνωσε ότι κατά το 2025 αξιολόγησε 8.029 εικόνες και βίντεο που είχαν δημιουργηθεί με AI ως ρεαλιστικό υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Ο οργανισμός επισημαίνει ότι, παρότι το AI-generated υλικό παραμένει μικρό ποσοστό του συνολικού όγκου που αντιμετωπίζει, η ποσότητα και η τεχνική ποιότητά του αυξάνονται με μεγάλη ταχύτητα, μειώνοντας παράλληλα τα τεχνικά εμπόδια για όσους επιχειρούν να δημιουργήσουν τέτοιο παράνομο περιεχόμενο.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά ακόμη πιο σύνθετο το έργο των ρυθμιστικών αρχών, καθώς οι μηχανισμοί προστασίας πρέπει πλέον να μπορούν να ανταποκριθούν όχι μόνο στην αναδιανομή γνωστού παράνομου υλικού αλλά και στη δημιουργία νέου συνθετικού περιεχομένου.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- Κίνα: Ο «Παγωμένος Δρόμος του Μεταξιού» αλλάζει τον χάρτη της ναυτιλίας
- Ολοκληρώθηκε το SkyImpact Challenge του Νέου Διεθνούς Αεροδρομίου Ηρακλείου Κρήτης
- Μετωπική UEFA, AFC και CONCACAF με Ινφαντίνο για τα δικαιώματα του Μουντιάλ
- Τριμερής στρατιωτική συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου και Ιορδανίας
- ΗΠΑ: Στο τέταρτο υψηλότερο επίπεδο όλων των εποχών οι εισαγωγές containers τον Ιούλιο
- Harvey Nichols: Σε οριακό σημείο ο ιστορικός οίκος πολυτελείας
- Ξεκίνησαν οι νέες πληρωμές e-ΕΦΚΑ και ΔΥΠΑ
- Η ακριβή βενζίνη βάζει τα υβριδικά ξανά στο προσκήνιο των ΗΠΑ
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις








