Διεθνή

Axios: Ο Τραμπ παίζει «ρωσική ρουλέτα» με τον Πούτιν λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Οι διαδοχικές παραχωρήσεις του Αμερικανού προέδρου προς τη Μόσχα προκαλούν διακομματικές αντιδράσεις στην Ουάσινγκτον και φέρνουν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση τους Ρεπουμπλικάνους

Σε ένα πολιτικό παιχνίδι υψηλού ρίσκου, με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για την αμερικανική εξωτερική πολιτική όσο και για το μέλλον των Ρεπουμπλικάνων, επιδίδεται ο Ντόναλντ Τραμπ, αναθερμαίνοντας τη σχέση του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν παραμονές των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.

Όπως επισημαίνει σε αιχμηρό δημοσίευμά του το αμερικανικό Axios, ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται αποφασισμένος να ακολουθήσει τα προσωπικά του πολιτικά ένστικτα, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα εκθέσει το ίδιο του το κόμμα σε σοβαρούς εκλογικούς κινδύνους.

Με μόλις τρεις εβδομάδες να απομένουν μέχρι τις κάλπες, ο Τραμπ έχει προχωρήσει σε μια σειρά κινήσεων που ευνοούν τη Ρωσία, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις όχι μόνο στους Δημοκρατικούς, αλλά και στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η συμφωνία για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, η οποία συνοδεύεται από χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων προς τη Μόσχα. Πρόκειται για μια απόφαση που ο Λευκός Οίκος παρουσιάζει ως μέτρο ανακούφισης των Αμερικανών καταναλωτών από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, αλλά οι επικριτές της χαρακτηρίζουν σημαντική οικονομική παραχώρηση προς τον Πούτιν, την ώρα που συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Πέντε ημέρες παραχωρήσεων προς τη Μόσχα

Σύμφωνα με το Axios, η τηλεφωνική επικοινωνία Τραμπ και Πούτιν την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου αποτέλεσε την αφετηρία μιας εντυπωσιακής αλληλουχίας διπλωματικών κινήσεων, οι οποίες μέσα σε πέντε ημέρες ανέδειξαν τη σαφή στροφή της Ουάσινγκτον προς θέσεις ευνοϊκότερες για τη Ρωσία.

Την Παρασκευή, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε τη συμφωνία που επιτρέπει τη διοχέτευση εκατομμυρίων τόνων ρωσικού ντίζελ στις παγκόσμιες αγορές, χαλαρώνοντας περιορισμούς που είχαν επιβληθεί με στόχο να μειωθούν τα έσοδα της Μόσχας από τις ενεργειακές εξαγωγές.

Μία ημέρα αργότερα, το Σάββατο, ο Τραμπ εξαπέλυσε επίθεση κατά του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, επικρίνοντας τα ουκρανικά πλήγματα εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων και φτάνοντας στο σημείο να ζητήσει την αντικατάστασή του από την ηγεσία της Ουκρανίας.

Την Κυριακή ακολούθησε μια ακόμη αιφνιδιαστική κίνηση, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την άμεση εφαρμογή μιας λεγόμενης «ενεργειακής εκεχειρίας», χωρίς προηγούμενη συμφωνία με το Κίεβο. Παρά την πρωτοβουλία αυτή, η Ρωσία συνέχισε τις επιθέσεις εναντίον των ουκρανικών ενεργειακών υποδομών, χωρίς να υπάρξουν εμφανείς συνέπειες από την αμερικανική πλευρά.

Τη Δευτέρα, ο Τραμπ αμφισβήτησε πληροφορίες των υπηρεσιών πληροφοριών που είχαν συνδέσει τη Ρωσία με την παροχή υποστήριξης προς το Ιράν, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων για αμερικανικούς στρατιωτικούς στόχους.

Η αλληλουχία ολοκληρώθηκε την Τρίτη, όταν υπερασπίστηκε εκ νέου τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ, απορρίπτοντας τους φόβους ότι τα πρόσθετα ενεργειακά έσοδα θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την πολεμική μηχανή του Κρεμλίνου.

Οι κινήσεις αυτές προκάλεσαν την αντίδραση διακομματικής ομάδας Αμερικανών γερουσιαστών, οι οποίοι χαρακτήρισαν τη συμφωνία «προδοσία του ουκρανικού λαού» και «δώρο στον αντίπαλό μας», ζητώντας την ανατροπή της απόφασης.

Τα κέρδη του Πούτιν και το πολιτικό κόστος για τους Ρεπουμπλικάνους

Το βασικό ερώτημα που θέτει το Axios είναι τι ακριβώς κερδίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες από αυτή τη νέα προσέγγιση με το Κρεμλίνο.

Για τη Ρωσία, τα οφέλη είναι σαφή: δυνατότητα ενίσχυσης των ενεργειακών εσόδων της, περιορισμός της οικονομικής πίεσης που ασκούν οι κυρώσεις και μεγαλύτερα διπλωματικά περιθώρια απέναντι στην Ουκρανία.

Αντίθετα, τα οφέλη για την αμερικανική οικονομία παραμένουν αβέβαια. Ενεργειακοί αναλυτές εκφράζουν αμφιβολίες για το κατά πόσο οι πρόσθετες ποσότητες ρωσικού ντίζελ θα μπορούσαν να μειώσουν αισθητά τις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν δεχθεί ισχυρές πιέσεις εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν.

Η συμφωνία δημιουργεί παράλληλα νέα προβλήματα στις διατλαντικές σχέσεις. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες απειλές από ρωσικές επιχειρήσεις δολιοφθοράς, κυβερνοεπιθέσεις και περιστατικά με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, η Ουάσινγκτον εμφανίζεται να ακολουθεί διαφορετική στρατηγική από τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο άμεσο πρόβλημα ενδέχεται να είναι εσωτερικό και αμιγώς πολιτικό.

Με τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας να αποτελεί το μεγάλο διακύβευμα των εκλογών, οι Ρεπουμπλικάνοι υποψήφιοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα: να υπερασπιστούν τις επιλογές του Τραμπ, διακινδυνεύοντας να αποξενώσουν ψηφοφόρους που αντιμετωπίζουν αρνητικά τον Πούτιν, ή να διαφοροποιηθούν από τον ίδιο τον πρόεδρο του κόμματός τους.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση της YouGov τον Ιανουάριο, το 81% των ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει τον Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024 διατηρούσε αρνητική άποψη για τον Ρώσο πρόεδρο.

Αυτό το στοιχείο καθιστά την πολιτική επιλογή του Λευκού Οίκου ακόμη πιο παράδοξη, καθώς η αναθέρμανση των σχέσεων με τον Πούτιν δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται ούτε στις διαθέσεις σημαντικού μέρους της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικάνων.

Μια σχέση που στοιχειώνει τον Τραμπ από το 2016

Η ιδιαίτερη στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στον Βλαντίμιρ Πούτιν δεν αποτελεί καινούργιο φαινόμενο στην αμερικανική πολιτική ζωή.

Από το 2016, όταν η Ρωσία παρενέβη στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές με στόχο να ευνοήσει τον Τραμπ έναντι της Χίλαρι Κλίντον, η σχέση των δύο ηγετών βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Η έρευνα του ειδικού εισαγγελέα Ρόμπερτ Μιούλερ, οι καταγγελίες για ρωσική ανάμειξη και η πολυσυζητημένη σύνοδος κορυφής του Ελσίνκι το 2018 διαμόρφωσαν ένα ιστορικό έντονων αμφισβητήσεων γύρω από τη στάση του Αμερικανού προέδρου απέναντι στο Κρεμλίνο.

Παρά τις πολιτικές πιέσεις και τις αντιδράσεις από το αμερικανικό κατεστημένο εθνικής ασφάλειας, ο Τραμπ δεν εγκατέλειψε την πεποίθησή του ότι μπορεί να διατηρήσει μια ιδιαίτερη σχέση με τον Ρώσο ηγέτη.

Αντιθέτως, όπως παρατηρεί το Axios, μία δεκαετία ερευνών, σκανδάλων και σκληρής κριτικής φαίνεται να έχει ενισχύσει την αποφασιστικότητά του να αμφισβητεί τις παραδοσιακές σταθερές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Ενδεικτική είναι η δήλωσή του τη Δευτέρα, όταν εμφανίστηκε να θεωρεί τον Πούτιν περισσότερο πρόθυμο για ειρήνη από τον πρόεδρο της χώρας που δέχθηκε τη ρωσική εισβολή.

«Νομίζω ότι, στην πραγματικότητα, ο Πούτιν θέλει να κάνει μια συμφωνία περισσότερο από τον Ζελένσκι», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Από την πλευρά του, ο Λευκός Οίκος απορρίπτει τις επικρίσεις, υποστηρίζοντας ότι η ενεργειακή συμφωνία εξυπηρετεί πρωτίστως τα οικονομικά συμφέροντα των Αμερικανών.

Η εκπρόσωπος Άννα Κέλι υποστήριξε ότι η διάθεση ρωσικού ντίζελ θα συμβάλει στη μείωση των τιμών για τους αγρότες, τους οδηγούς φορτηγών και τα αμερικανικά νοικοκυριά, ενώ η προσπάθεια περιορισμού των επιθέσεων στα διυλιστήρια αποσκοπεί στην αποτροπή περαιτέρω αυξήσεων στο ενεργειακό κόστος.

Το στοίχημα του Κογκρέσου και η αίσθηση πολιτικής ασυλίας

Η επιμονή του Τραμπ αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, καθώς μια ενδεχόμενη απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικάνους θα μπορούσε να μεταβάλει δραστικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσινγκτον.

Η επικράτηση των Δημοκρατικών σε ένα ή και στα δύο νομοθετικά σώματα θα περιόριζε σημαντικά τις δυνατότητες του προέδρου να προωθεί τη νομοθετική του ατζέντα και θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για νέες κοινοβουλευτικές έρευνες, ακροάσεις και κλητεύσεις στελεχών της κυβέρνησής του.

Παρά τα προειδοποιητικά σημάδια στις δημοσκοπήσεις και την αυξανόμενη ανησυχία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ο Τραμπ δείχνει να μην αισθάνεται προσωπικά εκτεθειμένος στην επερχόμενη αναμέτρηση.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social την Τρίτη, υπενθύμισε ότι ο ίδιος δεν είναι υποψήφιος στις ενδιάμεσες εκλογές και ότι έχει ήδη εξασφαλίσει τη δική του εκλογική νίκη.

Αυτή ακριβώς η αντίληψη προσωπικής πολιτικής ασφάλειας βρίσκεται στον πυρήνα της ανάλυσης του Axios: ένας πρόεδρος που δεν καλείται να διεκδικήσει ο ίδιος την ψήφο των πολιτών φαίνεται πρόθυμος να αναλάβει κινδύνους, το κόστος των οποίων ενδέχεται να πληρώσουν οι υποψήφιοι του κόμματός του.

Έτσι, η νέα προσέγγιση με τον Πούτιν δεν αποτελεί μόνο ένα ακόμη αμφιλεγόμενο κεφάλαιο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Μετατρέπεται και σε μια δοκιμασία για την πολιτική συνοχή των Ρεπουμπλικάνων, σε μια στιγμή που κάθε εκλογική απώλεια μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

Το ερώτημα, όπως αναδεικνύεται από το δημοσίευμα, είναι αν ο Τραμπ μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει διπλωματικά και οικονομικά ανοίγματα στη Μόσχα χωρίς να προκαλέσει μια πολιτική κρίση στο εσωτερικό του κόμματός του. Διότι αυτή τη φορά, στη «ρωσική ρουλέτα» του Λευκού Οίκου, το μεγαλύτερο εκλογικό ρίσκο ίσως να μην το αναλαμβάνει ο ίδιος ο πρόεδρος, αλλά οι Ρεπουμπλικάνοι που αγωνίζονται να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu