Αγορές

CNBC: Οι Δημοκρατικοί ετοιμάζουν «πολιορκία» στον Τραμπ με όπλο το χρέος – Γιατί τρέμουν οι αγορές

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών προμηνύει σκληρή σύγκρουση για το ανώτατο όριο δανεισμού των ΗΠΑ το 2027 - Στο τραπέζι οι περικοπές στο Medicaid, οι δασμοί και ο πόλεμος στο Ιράν - Η Wall Street προειδοποιεί για αναταράξεις στα αμερικανικά ομόλογα

Η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ δημιουργεί ένα νέο, ιδιαίτερα επικίνδυνο πεδίο αντιπαράθεσης με τον Ντόναλντ Τραμπ, το οποίο ενδέχεται να εξελιχθεί στον μεγαλύτερο πολιτικό κίνδυνο για τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές το 2027.

Σύμφωνα με ανάλυση του CNBC, το επόμενο μεγάλο μέτωπο θα είναι η αύξηση του ανώτατου ορίου χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών, μια διαδικασία που οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται αποφασισμένοι να αξιοποιήσουν προκειμένου να αποσπάσουν ουσιαστικές πολιτικές παραχωρήσεις από τον Λευκό Οίκο.

Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στο Κογκρέσο ανατρέπει τους παραδοσιακούς ρόλους σε μια διαμάχη που έχει επανειλημμένα προκαλέσει έντονη νευρικότητα στη Wall Street. Στο παρελθόν, οι Ρεπουμπλικάνοι αξιοποιούσαν την ανάγκη αύξησης του ορίου δανεισμού ως μοχλό πίεσης προς Δημοκρατικούς προέδρους, απαιτώντας περιορισμό των ομοσπονδιακών δαπανών. Αυτή τη φορά, όμως, οι Δημοκρατικοί είναι εκείνοι που αποκτούν τη δυνατότητα να θέσουν τους δικούς τους όρους.

Το διακύβευμα είναι τεράστιο. Η αύξηση του ανώτατου ορίου χρέους δεν αποτελεί μια συνηθισμένη δημοσιονομική απόφαση, αλλά αναγκαία προϋπόθεση ώστε η αμερικανική κυβέρνηση να συνεχίσει να εξυπηρετεί υποχρεώσεις που έχουν ήδη εγκριθεί από το Κογκρέσο. Η αδυναμία επίτευξης συμφωνίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθυστερήσεις πληρωμών, σοβαρή αναταραχή στην αγορά κρατικών ομολόγων και αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του αμερικανικού Δημοσίου.

Για τους Δημοκρατικούς, ωστόσο, η συγκεκριμένη διαδικασία ενδέχεται να αποτελέσει τη σημαντικότερη ευκαιρία να επιβάλουν αλλαγές στην πολιτική του Τραμπ, ο οποίος έχει ήδη διαμηνύσει ότι προτίθεται να μπλοκάρει την ατζέντα της αντιπολίτευσης.

Το χρέος των 41,1 τρισ. δολαρίων και η κρίσιμη προθεσμία του 2027

Το αμερικανικό ανώτατο όριο χρέους αποτελεί μια ιδιαιτερότητα του δημοσιονομικού συστήματος των ΗΠΑ, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα του υπουργείου Οικονομικών να δανείζεται για την κάλυψη δαπανών που έχουν ήδη νομοθετηθεί. Με τα ομοσπονδιακά ελλείμματα να παραμένουν υψηλά επί δεκαετίες, η ανάγκη αναπροσαρμογής του ορίου επανέρχεται τακτικά στο πολιτικό προσκήνιο.

Το 2025, το Κογκρέσο ενέκρινε αύξηση της δυνατότητας δανεισμού του αμερικανικού Δημοσίου στα 41,1 τρισ. δολάρια. Ωστόσο, με το δημοσιονομικό έλλειμμα να διαμορφώνεται φέτος στα 1,99 τρισ. δολάρια, τα περιθώρια περιορίζονται εκ νέου.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Bipartisan Policy Center, το υπουργείο Οικονομικών ενδέχεται να εξαντλήσει τη διαθέσιμη δανειακή του δυνατότητα έως τα μέσα του καλοκαιριού του 2027. Η χρήση έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων θα μπορούσε να μεταθέσει την αποκαλούμενη «ημερομηνία Χ», δηλαδή το χρονικό σημείο κατά το οποίο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν θα μπορεί πλέον να καλύπτει το σύνολο των υποχρεώσεών της, προς το τελευταίο τρίμηνο του ίδιου έτους.

Η συγκεκριμένη προθεσμία αναμένεται να αποτελέσει το επίκεντρο μιας εξαιρετικά δύσκολης διαπραγμάτευσης. Και αυτό διότι, σε αντίθεση με μια συνηθισμένη αντιπαράθεση για τον προϋπολογισμό, η αποτυχία συμφωνίας για το όριο χρέους θα μπορούσε να έχει άμεσες επιπτώσεις στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Medicaid, δασμοί και Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων

Όπως επισημαίνει το CNBC, η νέα ισορροπία δυνάμεων ενδέχεται να οδηγήσει σε μια σύγκρουση διαφορετική από όλες τις προηγούμενες. Οι Δημοκρατικοί δεν αναμένεται να περιοριστούν σε απαιτήσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα, αλλά θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το ανώτατο όριο χρέους ως διαπραγματευτικό εργαλείο για μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα της πολιτικής Τραμπ.

Στο επίκεντρο εκτιμάται ότι θα βρεθεί η ανατροπή των περικοπών στο Medicaid και η αποκατάσταση άλλων δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη, που περιορίστηκαν με τις νομοθετικές παρεμβάσεις του 2025.

Παράλληλα, σύμφωνα με αναλυτές της Goldman Sachs, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να διεκδικήσουν περιορισμούς στην αμερικανική εμπλοκή στον πόλεμο με το Ιράν, καθώς και την άρση δασμών που έχει επιβάλει η κυβέρνηση Τραμπ.

Μια ακόμη πιθανή διαπραγματευτική πρόταση αφορά την αύξηση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρήσεων, όπως εκτιμά ο Τζορτζ Πόλακ, ανώτερος αναλυτής για τις ΗΠΑ στη Signum Global Advisers.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια αξιοσημείωτη δημοσιονομική αντίφαση. Ενώ οι προηγούμενες αναμετρήσεις για το ανώτατο όριο χρέους είχαν ως βασικό στόχο τη μείωση των κρατικών δαπανών, η επόμενη συμφωνία ενδέχεται να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα: σε αύξηση των ομοσπονδιακών δαπανών και, κατά συνέπεια, σε μεγαλύτερες ανάγκες χρηματοδότησης.

«Υπάρχει μια πολύ περίεργη ειρωνεία εδώ», παρατηρεί ο Ρόμπερτ Σόκιν, επικεφαλής οικονομολόγος για τις ΗΠΑ στην PGIM.

Η προειδοποίηση της Jefferies και το πολιτικό στοίχημα του Τραμπ

Η Wall Street ενδέχεται να υποτιμά την αποφασιστικότητα με την οποία οι Δημοκρατικοί προετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν τον Αμερικανό πρόεδρο.

Ο Ανίκετ Σαχ, επικεφαλής της ομάδας πολιτικής της Ουάσινγκτον στην Jefferies, επισημαίνει ότι πολλοί επενδυτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το Δημοκρατικό Κόμμα μέσα από το πρίσμα της προεκλογικής αναμέτρησης του 2024, θεωρώντας ότι θα ακολουθήσει μια πιο μετριοπαθή διαπραγματευτική στρατηγική.

«Δεν νομίζω ότι συνειδητοποιούν πόσο επιθετικά σχεδιάζουν να αντιμετωπίσουν οι Δημοκρατικοί το 2027», υπογραμμίζει.

Κατά τον ίδιο, οι Δημοκρατικοί θα επιδιώξουν να φέρουν τον Λευκό Οίκο σε δύσκολη πολιτική θέση και να αποκτήσουν ουσιαστική διαπραγματευτική ισχύ.

Ο Τραμπ φαίνεται να αναγνωρίζει τον κίνδυνο. Ήδη έχει ζητήσει από τους Ρεπουμπλικανούς να διευθετήσουν το ζήτημα πριν αναλάβει καθήκοντα το νέο Κογκρέσο, ώστε να μη βρεθεί αντιμέτωπος με μια ισχυρότερη Δημοκρατική αντιπολίτευση.

Ωστόσο, το ενδεχόμενο αυτό χαρακτηρίζεται δύσκολο, καθώς προϋποθέτει ενότητα στο εσωτερικό της απερχόμενης ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας, η οποία εμφανίζει σημαντικές εσωκομματικές διαφωνίες.

Θεωρητικά, οι Ρεπουμπλικάνοι θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να περάσουν την αύξηση του ορίου χρέους μέσω της διαδικασίας δημοσιονομικής συμφιλίωσης, παρακάμπτοντας την ανάγκη εξασφάλισης ψήφων από τους Δημοκρατικούς. Μια τέτοια επιλογή, όμως, απαιτεί υψηλό βαθμό κομματικής συνοχής, ενώ ο διαθέσιμος πολιτικός χρόνος είναι περιορισμένος.

Το πιθανότερο σενάριο παραμένει, επομένως, η διαπραγμάτευση μιας νέας προσωρινής συμφωνίας μεταξύ Τραμπ και Δημοκρατικών, με τις δύο πλευρές να σταθμίζουν και τις πολιτικές επιπτώσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.

Ο φόβος της Wall Street για τεχνική χρεοκοπία

Το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης πολιτικής αντιπαράθεσης προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στις αγορές, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με υψηλό κόστος δανεισμού και αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις.

Οι προηγούμενες κρίσεις για το ανώτατο όριο χρέους, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα και Τζο Μπάιντεν, είχαν προκαλέσει ισχυρές αναταράξεις και συνέβαλαν στις αποφάσεις των οίκων αξιολόγησης να υποβαθμίσουν την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με την ανάλυση του CNBC, μια αντίστοιχη εξέλιξη το 2027 θα μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη πιο επώδυνη, ιδιαίτερα εάν οι πολιτικές διαπραγματεύσεις φτάσουν στα χρονικά όρια πέρα από τα οποία το αμερικανικό Δημόσιο δεν θα είναι σε θέση να πραγματοποιεί όλες τις προβλεπόμενες πληρωμές του.

Ο Ρόμπερτ Σόκιν προειδοποιεί ότι, παρότι η τεχνική αθέτηση υποχρεώσεων δεν αποτελεί το βασικό σενάριο της PGIM, ο κίνδυνος είναι πλέον ιδιαίτερα αυξημένος.

«Πιστεύουμε ότι ο κίνδυνος είναι υψηλότερος από ποτέ να υπάρξει τεχνική αθέτηση από την κυβέρνηση», αναφέρει.

Ακόμη και μια προσωρινή καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση υποχρεώσεων, η οποία θα καλυφθεί στη συνέχεια, θα μπορούσε να πλήξει σοβαρά την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Οι συνέπειες ενδέχεται να περιλαμβάνουν νέες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης του αμερικανικού Δημοσίου, αύξηση των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων ομολόγων και έντονες πιέσεις στις χρηματιστηριακές αγορές.

Ο Σόκιν εκτιμά μάλιστα ότι οι επόμενες υποβαθμίσεις θα μπορούσαν να είναι δυσμενέστερες από εκείνες του παρελθόντος, καθώς η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ έχει επιβαρυνθεί σημαντικά.

Το παγκόσμιο διακύβευμα και το δύσκολο μονοπάτι του συμβιβασμού

Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στην αμερικανική οικονομία. Τα ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου αποτελούν βασικό πυλώνα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, χρησιμοποιούνται ως ασφαλή περιουσιακά στοιχεία και λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση δανείων και επενδύσεων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μια ουσιαστική αθέτηση πληρωμών από τις ΗΠΑ θα μπορούσε, επομένως, να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στις αγορές ομολόγων, μετοχών και συναλλάγματος, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης διεθνώς και ενισχύοντας τον κίνδυνο παγκόσμιας οικονομικής επιβράδυνσης.

Παρά τις ανησυχίες, οι περισσότεροι αναλυτές που επικαλείται το CNBC εξακολουθούν να θεωρούν ότι οι δύο πλευρές θα καταλήξουν τελικά σε συμβιβασμό, ακριβώς επειδή το κόστος μιας αποτυχίας θα ήταν εξαιρετικά υψηλό.

Ωστόσο, η διαδρομή προς μια συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα ταραχώδης. Η εμπειρία του παρατεταμένου κυβερνητικού shutdown του 2025 δείχνει, σύμφωνα με τον Σόκιν, ότι οι Δημοκρατικοί είναι διατεθειμένοι να υιοθετήσουν σκληρή στάση ακόμη και όταν διαθέτουν περιορισμένη κοινοβουλευτική ισχύ. Με ενισχυμένη παρουσία στο νέο Κογκρέσο, η διαπραγματευτική τους θέση θα είναι σαφώς ισχυρότερη.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η επόμενη αναμέτρηση για το όριο χρέους μπορεί να εξελιχθεί σε μία από τις δυσκολότερες πολιτικές δοκιμασίες της θητείας του. Για τους Δημοκρατικούς, αποτελεί μια σπάνια ευκαιρία να αποσπάσουν παραχωρήσεις σε ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής.

Για τις αγορές, όμως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο εάν θα επιτευχθεί τελικά συμφωνία, αλλά και πόσο κοντά στο χείλος της κρίσης θα φτάσει η Ουάσινγκτον προτού συμβιβαστεί. Και αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα, καταλήγει η ανάλυση του CNBC, είναι που μπορεί να μετατρέψει την πολιτική σύγκρουση του 2027 σε μια νέα δοκιμασία για την αμερικανική οικονομία και τη διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Αγορές

close menu