Τράπεζες

Eurobank: Καμπανάκι για την κατανάλωση – Πληθωρισμός 5,6% και εξαντλημένες αποταμιεύσεις απειλούν την ανάπτυξη

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας, η επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης και το αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών δημιουργούν ένα επικίνδυνο μείγμα για το δ΄ τρίμηνο του 2026

Σήμα κινδύνου για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2026 εκπέμπει η Eurobank Research, καθώς η νέα έξαρση του πληθωρισμού, η άνοδος του ενεργειακού κόστους και η επιδείνωση της ψυχολογίας των νοικοκυριών απειλούν να ανακόψουν τη θετική δυναμική που καταγράφηκε τους προηγούμενους μήνες.

Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία» της 4ης Νοεμβρίου 2026, οι πρώτες ενδείξεις για το τέταρτο τρίμηνο είναι σαφώς λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες του τρίτου τριμήνου.

Η βασική πηγή ανησυχίας εντοπίζεται στη συνδυασμένη επίδραση των αυξανόμενων τιμών και της περιορισμένης δυνατότητας των νοικοκυριών να απορροφήσουν νέες ανατιμήσεις. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το γεγονός ότι το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών ήταν ήδη αρνητικό, στο -3,9% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2025, πριν ακόμη εκδηλωθεί η νέα ενεργειακή κρίση.

Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τον κίνδυνο περιορισμού των καταναλωτικών δαπανών, με πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στον ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.

Πληθωρισμός 5,6%: Νέα απειλή για την αγοραστική δύναμη

Το σημαντικότερο προειδοποιητικό σήμα προέρχεται από την αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων.

Τον Οκτώβριο του 2026, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα, με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, επιταχύνθηκε στο 5,6%, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση, καταγράφοντας την υψηλότερη τιμή των τελευταίων 43 μηνών.

Πρόκειται για τον τρίτο συνεχόμενο μήνα επιτάχυνσης του πληθωρισμού, εξέλιξη που η Eurobank Research συνδέει με την άνοδο των τιμών της ενέργειας.

Η νέα αύξηση του κόστους ζωής δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, περιορίζοντας την πραγματική αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων.

Ο κίνδυνος γίνεται μεγαλύτερος εφόσον οι τιμές της ενέργειας διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, καθώς τα νοικοκυριά ενδέχεται να αναγκαστούν να αναπροσαρμόσουν τις καταναλωτικές τους δαπάνες, δίνοντας προτεραιότητα στην κάλυψη των βασικών αναγκών.

Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο εάν θα συνεχιστεί η αύξηση των εισοδημάτων, αλλά κατά πόσο αυτή θα επαρκεί για να αντισταθμίσει την επιβάρυνση από τον πληθωρισμό.

Καταναλωτική εμπιστοσύνη: Απότομη επιδείνωση τον Οκτώβριο

Ένα δεύτερο ανησυχητικό στοιχείο είναι η σημαντική υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.

Ο σχετικός δείκτης διολίσθησε στις -48,9 μονάδες τον Οκτώβριο, από -41,6 μονάδες τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας επιδείνωση κατά 7,3 μονάδες μέσα σε έναν μόλις μήνα.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς ακολουθεί ένα τρίμηνο κατά το οποίο είχε καταγραφεί βελτίωση της ψυχολογίας των καταναλωτών.

Συγκεκριμένα, κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026 ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης είχε ενισχυθεί στις -44,3 μονάδες, από -53,2 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο, υποδηλώνοντας άμβλυνση της απαισιοδοξίας των νοικοκυριών.

Ωστόσο, η απότομη υποχώρηση του Οκτωβρίου δείχνει ότι η βελτίωση αυτή παραμένει εύθραυστη.

Η επιδείνωση των προσδοκιών αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την κατανάλωση, καθώς η αυξημένη αβεβαιότητα μπορεί να οδηγήσει τα νοικοκυριά σε αναβολή αγορών και σε μεγαλύτερη συγκράτηση των δαπανών τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση, η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα τον Οκτώβριο βρισκόταν πολύ χαμηλότερα από την αντίστοιχη της Ευρωζώνης, όπου ο δείκτης διαμορφωνόταν στις -17,9 μονάδες.

Η μεγάλη αυτή απόκλιση αναδεικνύει την ένταση της απαισιοδοξίας που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τα ελληνικά νοικοκυριά.

Αρνητική αποταμίευση: Περιορισμένα περιθώρια άμυνας απέναντι στην ακρίβεια

Ιδιαίτερα ανησυχητική διάσταση των κινδύνων που επισημαίνει η Eurobank Research αποτελεί η ήδη αρνητική αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών.

Το ποσοστό αποταμίευσης διαμορφώθηκε στο -3,9% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2025, δηλαδή πριν από την εκδήλωση της νέας ενεργειακής κρίσης.

Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι, σε συνολικό επίπεδο, τα νοικοκυριά δαπανούσαν περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης πρόσθετων οικονομικών πιέσεων μέσω της αποταμίευσης.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η διατήρηση των ενεργειακών τιμών σε υψηλά επίπεδα μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιβράδυνση της κατανάλωσης.

Ο συνδυασμός υψηλού πληθωρισμού και αρνητικής αποταμίευσης καθιστά την καταναλωτική δαπάνη περισσότερο ευάλωτη σε μια παρατεταμένη περίοδο ανατιμήσεων.

Αυτή ακριβώς είναι και η βασική προειδοποίηση της Eurobank Research: εάν το ενεργειακό κόστος παραμείνει αυξημένο, η ιδιωτική κατανάλωση ενδέχεται να χάσει μέρος της δυναμικής της, επηρεάζοντας αρνητικά και την ανάπτυξη.

Το θετικό τρίτο τρίμηνο και τα πρώτα σημάδια ανατροπής

Οι ανησυχίες για τους τελευταίους μήνες του έτους έρχονται σε αντίθεση με τη θετική εικόνα που παρουσιάζουν τα διαθέσιμα στοιχεία για το τρίτο τρίμηνο.

Ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου αυξήθηκε κατά 5,5% σε ετήσια βάση το δίμηνο Ιουλίου–Αυγούστου 2026, έναντι αύξησης 2,7% το δεύτερο τρίμηνο.

Η επιτάχυνση αυτή δείχνει ότι η κατανάλωση αγαθών διατήρησε σημαντική δυναμική κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στις πωλήσεις επίπλων, ηλεκτρικών ειδών και οικιακού εξοπλισμού, με άνοδο 8,9%, ενώ τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων και οι κατηγορίες φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων σημείωσαν αύξηση 6,2%.

Παράλληλα, ο δείκτης εμπιστοσύνης στο λιανικό εμπόριο ενισχύθηκε στις 17,6 μονάδες το τρίτο τρίμηνο, από 8 μονάδες το δεύτερο τρίμηνο.

Η Eurobank Research επισημαίνει, ωστόσο, ότι η θετική πορεία των λιανικών πωλήσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση της συνολικής ιδιωτικής κατανάλωσης.

Και αυτό διότι η κατανάλωση των νοικοκυριών περιλαμβάνει, εκτός από αγαθά, και υπηρεσίες, των οποίων η εξέλιξη μπορεί να διαφοροποιήσει τη συνολική εικόνα.

Επιπλέον, μέρος των καταναλωτικών δαπανών μπορεί να κατευθύνεται σε εισαγόμενα προϊόντα ή σε προϊόντα που προέρχονται από υφιστάμενα αποθέματα, χωρίς να μεταφράζεται σε ισόποση αύξηση του εγχώριου ΑΕΠ.

Η απασχόληση στηρίζει τα εισοδήματα, αλλά ο πληθωρισμός απειλεί τα οφέλη

Αντίβαρο στους κινδύνους εξακολουθεί να αποτελεί η θετική πορεία της αγοράς εργασίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που επικαλείται η Eurobank Research, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της απασχόλησης επιταχύνθηκε στο 1,4% κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, από 0,6% το προηγούμενο τρίμηνο.

Την ίδια περίοδο, το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,6%.

Η αύξηση της απασχόλησης λειτουργεί υποστηρικτικά για το συνολικό εισόδημα από εργασία και, κατά συνέπεια, για την καταναλωτική δαπάνη.

Ωστόσο, η Eurobank Research υπογραμμίζει ότι η εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό των εργαζομένων.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης η πορεία των μισθών, ο πληθωρισμός και οι υπόλοιπες συνιστώσες του εισοδήματος.

Επομένως, ακόμη και σε ένα περιβάλλον αύξησης της απασχόλησης, η ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων μπορεί να περιορίσει τα πραγματικά οφέλη για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Στο μικροσκόπιο η ανάπτυξη: Ο κίνδυνος μετάδοσης στο ΑΕΠ

Η πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης έχει ιδιαίτερη σημασία για τις συνολικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, καθώς αποτελεί τη συνιστώσα της εγχώριας δαπάνης με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο ΑΕΠ.

Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 η πραγματική ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,7% σε ετήσια βάση, συνεισφέροντας 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στην οικονομική μεγέθυνση.

Την ίδια περίοδο, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση.

Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν πόσο σημαντική είναι η καταναλωτική δαπάνη για τη διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης.

Εάν, επομένως, η νέα ενεργειακή κρίση και η επιδείνωση των προσδοκιών οδηγήσουν σε συγκράτηση των αγορών των νοικοκυριών, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στο λιανικό εμπόριο, αλλά ενδέχεται να επεκταθούν στη συνολική οικονομική δραστηριότητα.

Η Eurobank Research δεν προεξοφλεί υποχώρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, ούτε διατυπώνει συγκεκριμένη ποσοτική πρόβλεψη για την επιβράδυνσή της στο τέταρτο τρίμηνο. Επισημαίνει, όμως, ότι οι κίνδυνοι έχουν αυξηθεί αισθητά.

Το βασικό ζητούμενο για το κλείσιμο του 2026 είναι κατά πόσο η βελτίωση της απασχόλησης και η θετική δυναμική που καταγράφηκε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες θα αποδειχθούν αρκετές για να αντισταθμίσουν τις νέες πιέσεις από την ακρίβεια.

Με τον πληθωρισμό σε υψηλό 43 μηνών, την καταναλωτική εμπιστοσύνη να επιδεινώνεται και τα νοικοκυριά να εμφανίζουν ήδη αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η εξασθένηση ενός από τους βασικότερους κινητήρες της ελληνικής ανάπτυξης ακριβώς στην τελική ευθεία του έτους.

Δείτε το δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank Research

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Οικονομία

close menu