Διεθνή

Η αγορά «αδειάζει» τον Μπέσεντ: Τριπλασιάζει τις επαναγορές χρέους στα 6 δισ. δολάρια, αλλά οι αποδόσεις ανεβαίνουν

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Με στόχο τη στήριξη της ρευστότητας σε 10ετή και 20ετή ομόλογα, ωστόσο, η Wall Street υποδέχθηκε ψυχρά την ανακοίνωση

Ο Σκοτ Μπέσεντ ανεβάζει τον πήχη στις επαναγορές αμερικανικού χρέους, όμως η πρώτη αντίδραση των αγορών δείχνει ότι ακόμη και ο τριπλασιασμός του ποσού δεν ήταν αρκετός για να αλλάξει το κλίμα στο μακροπρόθεσμο άκρο της καμπύλης αποδόσεων.

Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι θα επαναγοράσει έως και 6 δισ. δολάρια μακροπρόθεσμου κρατικού χρέους σε πράξη που θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη, ποσό τριπλάσιο από το συνηθισμένο επίπεδο των 2 δισ. δολαρίων.

Πρόκειται για την πρώτη πράξη στο πλαίσιο του διευρυμένου προγράμματος επαναγορών, μετά την ανακοίνωση του Μπέσεντ στις 19 Αυγούστου ότι το Treasury θα αυξήσει τουλάχιστον στο διπλάσιο το μέγεθος των επαναγορών ήδη εκδοθέντων τίτλων.

Το Υπουργείο Οικονομικών διευκρίνισε επίσης ότι οι επόμενες πράξεις θα έχουν ύψος τουλάχιστον 4 δισ. δολαρίων, σηματοδοτώντας μια πιο ενεργή παρουσία του Δημοσίου στη δευτερογενή αγορά κρατικών τίτλων.

Στο στόχαστρο τα 10ετή και 20ετή ομόλογα

Η νέα επιχείρηση θα επικεντρωθεί σε 10ετή και 20ετή κρατικά ομόλογα, ένα τμήμα της αγοράς με χαμηλότερη συναλλακτική δραστηριότητα και στο οποίο οι αποδόσεις έχουν κινηθεί σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί εδώ και χρόνια.

Επισήμως, ο στόχος των επαναγορών είναι η διατήρηση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και η ενίσχυση της ρευστότητας σε παλαιότερες εκδόσεις κρατικών τίτλων.

Ωστόσο, η κίνηση έχει ερμηνευθεί ευρύτερα και ως προσπάθεια του Treasury να αμβλύνει τις πιέσεις στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις, οι οποίες έχουν αυξηθεί αισθητά και αποτελούν πλέον έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για την αμερικανική οικονομική πολιτική.

Οι υψηλότερες αποδόσεις μεταφράζονται σε ακριβότερο δανεισμό για το αμερικανικό Δημόσιο, αλλά επηρεάζουν επίσης το κόστος χρηματοδότησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, από τα στεγαστικά δάνεια μέχρι τις εταιρικές εκδόσεις χρέους.

Η αγορά απογοητεύτηκε – Οι αποδόσεις ανέβηκαν

Παρά το αυξημένο μέγεθος της παρέμβασης, η αντίδραση των επενδυτών ήταν αρνητική.

Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών τίτλων κινήθηκαν υψηλότερα μετά την ανακοίνωση, αν και με έντονες διακυμάνσεις. Οι μακροπρόθεσμες λήξεις ενισχύθηκαν κάποια στιγμή έως και κατά 5 μονάδες βάσης, προτού περιορίσουν μέρος της ανόδου.

Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου αναφοράς έφτασε περίπου στο 4,841%, ενώ το 20ετές αναρριχήθηκε στο 5,314%. Την ίδια στιγμή, το 30ετές ξεπέρασε επίσης το επίπεδο του 5,3%, φτάνοντας γύρω στο 5,307%.

Η εικόνα έδειξε ότι η αγορά περίμενε κάτι περισσότερο από τον Μπέσεντ. Παρότι τα 6 δισ. δολάρια αποτελούν σαφή κλιμάκωση σε σχέση με το κανονικό πρόγραμμα, είχαν προηγηθεί εκτιμήσεις ότι το Treasury θα μπορούσε να κινηθεί ακόμη πιο επιθετικά.

«Αυτό δεν είναι το μπαζούκα του Χανκ Πόλσον», σχολίασε χαρακτηριστικά ο Μαρκ Σπίντελ, επικεφαλής επενδύσεων στην Potomac River Capital, παραπέμποντας στις πολύ μεγαλύτερης κλίμακας παρεμβάσεις του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση.

Οι προσδοκίες είχαν φτάσει έως τα 10 δισ. δολάρια

Πριν από την ανακοίνωση, η αγορά συζητούσε έντονα το ενδεχόμενο οι επαναγορές να ξεπεράσουν κατά πολύ το ελάχιστο όριο που είχε προαναγγείλει το Treasury.

Η Wrightson ICAP είχε επισημάνει ότι μια αύξηση στα 6 δισ. δολάρια θα αντιστοιχούσε σε «ουσιαστική κλιμάκωση», αλλά θα παρέμενε απολύτως συμβατή με την προηγούμενη διατύπωση του Υπουργείου Οικονομικών ότι οι επαναγορές θα ήταν «τουλάχιστον διπλάσιες» από τα 2 δισ. δολάρια.

Οι αναλυτές δεν απέκλειαν, ωστόσο, ακόμη μεγαλύτερη παρέμβαση.

Ένας τετραπλασιασμός ή ακόμη και πενταπλασιασμός του ποσού, δηλαδή μια επιχείρηση ύψους 8 έως 10 δισ. δολαρίων, είχε επίσης βρεθεί στο τραπέζι των εκτιμήσεων. Μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε όμως σαφώς πιο δραστική αλλαγή στρατηγικής για το αμερικανικό χρέος.

Ακριβώς αυτή η διάσταση μεταξύ της πραγματικής ανακοίνωσης και των αυξημένων προσδοκιών φαίνεται ότι εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την απογοήτευση των επενδυτών.

Όπως σχολίασε ο οικονομολόγος της Mizuho, Άλεξ Πελέ, το Treasury ανακοίνωσε επαναγορές «μικρότερες από τις ελπίδες – ή τους φόβους, ανάλογα με την οπτική».

Το βάρος του χρέους και οι πληθωριστικές πιέσεις

Η παρέμβαση του Μπέσεντ έρχεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία για την αγορά αμερικανικού χρέους.

Οι επενδυτές βρίσκονται αντιμέτωποι με την ταχεία αύξηση του δημόσιου χρέους, τις αυξημένες ανάγκες έκδοσης νέων τίτλων και τους φόβους ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα παραμείνουν ισχυρές.

Στο περιβάλλον αυτό προστίθενται οι ανησυχίες από τους δασμούς, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η άνοδος των τιμών ενέργειας, παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο πιο επίμονου πληθωρισμού και δυσκολεύουν την αποκλιμάκωση των μακροπρόθεσμων αποδόσεων.

Παράλληλα, το μακροπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης των Treasuries είναι λιγότερο ενεργό σε σχέση με τις βραχύτερες λήξεις, γεγονός που το καθιστά περισσότερο ευάλωτο σε έντονες μεταβολές όταν αλλάζει η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.

Οι αυξανόμενες εκδόσεις κρατικών τίτλων εντείνουν αυτό το πρόβλημα, καθώς το Treasury καλείται να χρηματοδοτήσει ολοένα μεγαλύτερες δημοσιονομικές ανάγκες.

Οι επικρίσεις και η προειδοποίηση Druckenmiller

Η επιτάχυνση των επαναγορών δεν έχει περάσει χωρίς αντιδράσεις.

Ορισμένοι επενδυτές αμφισβητούν κατά πόσο ποσά μερικών δισεκατομμυρίων μπορούν να έχουν ουσιαστική επίδραση σε μια αγορά τεράστιου μεγέθους, όπως αυτή των αμερικανικών κρατικών ομολόγων.

Άλλοι ανησυχούν ότι η αυξημένη παρέμβαση του Treasury μπορεί να υπονομεύσει την προβλεψιμότητα που παραδοσιακά χαρακτηρίζει τη διαχείριση του αμερικανικού χρέους.

Ανάμεσα στους επικριτές βρίσκεται και ο Stanley Druckenmiller, επικεφαλής του Duquesne Family Office και πρώην μέντορας του Μπέσεντ.

Ο Druckenmiller έχει προειδοποιήσει ότι, από τη στιγμή που οι αγορές αρχίσουν να πιστεύουν πως το Υπουργείο Οικονομικών επιχειρεί να «υπερασπιστεί» ένα συγκεκριμένο επίπεδο τιμών ή αποδόσεων, κάθε νέα άνοδος των επιτοκίων μετατρέπεται σε δοκιμασία της αποφασιστικότητάς του.

Κατά την άποψή του, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο ολοένα μεγαλύτερων παρεμβάσεων χωρίς να αντιμετωπίζονται οι βαθύτερες αιτίες της ανόδου των αποδόσεων.

«Οι πράξεις και όχι τα λόγια έχουν σημασία»

Η βασική πρόκληση για τον Μπέσεντ είναι ότι η αγορά δεν φαίνεται πλέον να αρκείται σε ανακοινώσεις τεχνικής διαχείρισης του χρέους.

Οι επενδυτές αναζητούν ενδείξεις για το εάν θα αλλάξει ουσιαστικά η πορεία της δημοσιονομικής πολιτικής ή των επιτοκίων – οι δύο παράγοντες που μπορούν να μεταβάλουν σε βάθος χρόνου την ισορροπία στην αγορά ομολόγων.

«Οι πράξεις και όχι τα λόγια είναι αυτό που έχει σημασία», σημείωσε ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγο Ανίλ Κασιάπ, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματική αλλαγή θα πρέπει να προέλθει είτε από τη δημοσιονομική πολιτική είτε από την κατεύθυνση των επιτοκίων.

Η πρώτη κίνηση των 6 δισ. δολαρίων δείχνει ότι ο Μπέσεντ είναι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει πιο επιθετικά το εργαλείο των επαναγορών για να στηρίξει τη λειτουργία της αγοράς.

Η Wall Street, όμως, έστειλε ένα σαφές μήνυμα: ο τριπλασιασμός ακούγεται εντυπωσιακός, αλλά σε μια αγορά που βρίσκεται αντιμέτωπη με τεράστιες ανάγκες δανεισμού και αυξανόμενες ανησυχίες για τον πληθωρισμό και το δημόσιο χρέος, τα 6 δισ. δολάρια δεν θεωρήθηκαν «μπαζούκα».

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

close menu