Υγεία

Το φιάσκο της Novartis «καίει» δισεκατομμύρια προσδοκιών στην αγορά καρδιολογικών φαρμάκων

Προσθήκη ως αγαπημένη πηγή στην Google
Financialreport.gr

Η αποτυχία του pelacarsen αναγκάζει τους επενδυτές να ξανατιμολογήσουν ολόκληρη την κατηγορία θεραπειών για την λιποπρωτεΐνη - Στο στόχαστρο Amgen και Eli Lilly,

Η αποτυχία του πειραματικού φαρμάκου pelacarsen της Novartis δεν περιορίζεται πλέον στα όρια μιας αποτυχημένης κλινικής δοκιμής. Για τη Wall Street, εξελίσσεται σε γεγονός που υποχρεώνει την αγορά να επανεκτιμήσει από την αρχή τις αποτιμήσεις, τις πιθανότητες επιτυχίας και το εμπορικό δυναμικό μιας ολόκληρης νέας γενιάς καρδιολογικών θεραπειών.

Το αρνητικό αποτέλεσμα της μελέτης τελικού σταδίου για το pelacarsen χτύπησε άμεσα τις προσδοκίες γύρω από τα ανταγωνιστικά προγράμματα της Amgen και της Eli Lilly, δύο εταιρειών στις οποίες οι επενδυτές έχουν ενσωματώσει σημαντικές προσδοκίες για νέα προϊόντα με πωλήσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Το μήνυμα της αγοράς ήταν σαφές: εάν η μείωση της λιποπρωτεΐνης(a), ή Lp(a), δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε λιγότερα εμφράγματα, εγκεφαλικά επεισόδια και καρδιαγγειακούς θανάτους, τότε οι μέχρι σήμερα αισιόδοξες προβλέψεις για την αξία αυτής της θεραπευτικής κατηγορίας χρειάζονται επανεξέταση.

Η Amgen βρέθηκε στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων, καθώς αναπτύσσει το olpasiran, έναν από τους βασικούς ανταγωνιστές του pelacarsen. Η ένταση της πτώσης της μετοχής έδειξε πόσο μεγάλη αξία είχαν ήδη αποδώσει οι επενδυτές στην πιθανότητα επιτυχίας του συγκεκριμένου προγράμματος. Με άλλα λόγια, η αγορά δεν τιμώρησε μόνο την αποτυχία της Novartis· αφαίρεσε μέρος της αξίας που είχε προεξοφλήσει για φάρμακα που δεν έχουν ακόμη φθάσει στην αγορά.

Αντίστοιχη πίεση δέχθηκε και η Eli Lilly, η οποία αναπτύσσει το lepodisiran. Αν και οι τεχνολογίες και οι κλινικές δοκιμές των δύο ανταγωνιστών διαφέρουν από εκείνες της Novartis, η αποτυχία του pelacarsen αύξησε απότομα το λεγόμενο «risk discount» που εφαρμόζουν οι επενδυτές στα υπό ανάπτυξη φάρμακα της ίδιας κατηγορίας.

Μέχρι πρότινος, το επενδυτικό αφήγημα γύρω από την Lp(a) ήταν σχετικά απλό: πρόκειται για έναν σημαντικό και σε μεγάλο βαθμό γενετικά καθορισμένο παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου και, επομένως, η δραστική μείωσή του θα μπορούσε να ανοίξει μια τεράστια νέα αγορά. Η αποτυχία της Novartis έδειξε ότι η εξίσωση δεν είναι τόσο απλή.

Το pelacarsen κατάφερε να μειώσει την Lp(a), όμως δεν πέτυχε τον βασικό στόχο της μελέτης Φάσης ΙΙΙ: να αποδείξει στατιστικά σημαντική μείωση των μεγάλων καρδιαγγειακών επεισοδίων. Και αυτή ακριβώς η απόσταση μεταξύ εργαστηριακού αποτελέσματος και πραγματικού κλινικού οφέλους είναι που ανησυχεί περισσότερο την επενδυτική κοινότητα.

Τεράστιο το διακύβευμα

Για τις φαρμακευτικές εταιρείες, το διακύβευμα είναι τεράστιο. Φάρμακα όπως το olpasiran και το lepodisiran έχουν αντιμετωπιστεί από αναλυτές ως πιθανοί νέοι πυλώνες ανάπτυξης, ικανοί να δημιουργήσουν αγορές πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Όσο αυξάνεται όμως η αβεβαιότητα για το κατά πόσο η μείωση της Lp(a) οδηγεί πράγματι σε καλύτερες εκβάσεις για τους ασθενείς, τόσο χαμηλότερη γίνεται η καθαρή παρούσα αξία που αποδίδουν οι επενδυτές σε αυτά τα assets.

Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα δυσάρεστη και για τη Novartis, η οποία πόνταρε στο pelacarsen ως πιθανή σημαντική μελλοντική πηγή εσόδων. Ο ελβετικός όμιλος βρίσκεται σε φάση κατά την οποία χρειάζεται νέα προϊόντα για να στηρίξει την ανάπτυξή του και να αντισταθμίσει τις πιέσεις από τη σταδιακή λήξη της αποκλειστικότητας παλαιότερων blockbuster φαρμάκων.

Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε αποτυχία σε πρόγραμμα τελικού σταδίου έχει διπλό κόστος: αφενός χάνεται η πιθανότητα μελλοντικών πωλήσεων, αφετέρου αυξάνεται το premium κινδύνου που εφαρμόζει η αγορά στο υπόλοιπο pipeline της εταιρείας.

Για την Amgen, το πρόβλημα είναι διαφορετικό αλλά εξίσου σοβαρό. Η εταιρεία καλείται πλέον να αποδείξει ότι το olpasiran δεν είναι απλώς αποτελεσματικό στη μείωση ενός βιοδείκτη, αλλά ότι μπορεί να πετύχει εκεί όπου απέτυχε η Novartis. Αυτό σημαίνει ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί πολύ περισσότερο στον σχεδιασμό των μελετών, στα χαρακτηριστικά των ασθενών, στο μέγεθος της μείωσης της Lp(a) και κυρίως στις τελικές κλινικές εκβάσεις.

Το ίδιο ισχύει και για την Eli Lilly, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει απολαύσει εντυπωσιακή αύξηση της χρηματιστηριακής της αξίας χάρη στις προσδοκίες για το χαρτοφυλάκιό της σε παχυσαρκία, διαβήτη και άλλες μεγάλες θεραπευτικές αγορές. Το lepodisiran θεωρείται ένα ακόμη πιθανό σημαντικό asset, αλλά μετά την αποτυχία της Novartis οι επενδυτές είναι πιθανό να απαιτούν ισχυρότερα δεδομένα προτού ενσωματώσουν πλήρως το πιθανό εμπορικό του όφελος στις αποτιμήσεις.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, έχει αλλάξει. Η αγορά δεν ρωτά πλέον ποια εταιρεία μπορεί να μειώσει περισσότερο την Lp(a). Ρωτά ποια μπορεί να αποδείξει ότι αυτή η μείωση σώζει ζωές και αποτρέπει καρδιαγγειακά επεισόδια.

Και μέχρι να υπάρξει αυτή η απόδειξη, οι προσδοκίες για μια νέα αγορά πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων θα παραμείνουν υπό αμφισβήτηση.

Για τους επενδυτές, η αποτυχία της Novartis λειτουργεί ως υπενθύμιση ενός βασικού κανόνα της βιοτεχνολογίας: ανάμεσα σε ένα εντυπωσιακό εργαστηριακό αποτέλεσμα και σε ένα επιτυχημένο blockbuster μεσολαβεί πάντα το δυσκολότερο εμπόδιο — η κλινική απόδειξη.

Προσθήκη του financialreport.gr ως
προτεινόμενη πηγή στην Google
googlenews

Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Επιχειρήσεις

close menu