Οι προδιαγραφές για CO₂, αυτονομία, τηλεπικοινωνίες, AI, κυβερνοασφάλεια και SLA αφήνουν χωρίς σαφή απάντηση το βασικότερο ερώτημα: ποια είναι τα μετρήσιμα κριτήρια επιτυχίας του συστήματος;
Σήμερα Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου είναι η καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών για το διαγωνισμό του ΔΕΔΔΗΕ, 512675 για «Προμήθεια και Εγκατάσταση Ολοκληρωμένης Λύσης IoT Δικτύου Αισθητήρων Έγκαιρης Ειδοποίησης – Ανίχνευσης Επικίνδυνων Συνθηκών, σε Δασικές και Ημιδασικές Εκτάσεις». Η εκτιμώμενη αξία ανέρχεται σε 11,1 εκατ. ευρώ ενώ ανεβαίνει στα 17,235 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προαίρεσης.
Το Financial Report είχε γράψει προ ημερών για αυτό τον διαγωνισμό και για κάποιους ασυνήθιστους όρους, όπως παρατήρησαν παράγοντες της αγοράς που γνωρίζουν από τέτοιους διαγωνισμούς , όπως το ότι ένας ανάδοχος καλείται να εγκαταστήσει χιλιάδες συσκευές σε σημεία τα οποία δεν γνωρίζει με ακρίβεια όταν υποβάλλει την προσφορά του. Και είχαμε γράψει ότι θα επανέλθουμε. Επανερχόμαστε, λοιπόν, γιατί η προκήρυξη ήθελε αρκετά διάβασμα και όπως παρατήρησαν οι ίδιοι άνθρωποι της αγοράς, όσο προχωρά κανείς στις τεχνικές απαιτήσεις του διαγωνισμού τόσο τα ερωτήματα όχι μόνο δεν περιορίζονται, αλλά πολλαπλασιάζονται.
Πρόκειται προφανώς για ένα έργο σημαντικό. Η έγκαιρη ανίχνευση συνθηκών που μπορεί να συνδέονται με πυρκαγιά σε δασικές και ημιδασικές περιοχές και η προστασία του ηλεκτρικού δικτύου δεν αφήνουν περιθώρια για προχειρότητα.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, οι τεχνικές απαιτήσεις ενός τέτοιου συστήματος θα περίμενε κανείς να είναι εξαιρετικά συγκεκριμένες, μετρήσιμες και επαληθεύσιμες.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Τι ακριβώς σημαίνει ανίχνευση CO₂ από 10 έως 50 μέτρα; Στη σελίδα 56 και στην απαίτηση 1.3 προβλέπεται «απόσταση εντοπισμού CO₂ μεταξύ των αισθητήρων από 10 έως 50 μέτρα».
Ένας αισθητήρας συγκέντρωσης CO₂ πραγματοποιεί κατ’ αρχήν μέτρηση στο σημείο όπου βρίσκεται. Σε ανοικτό δασικό περιβάλλον, η συγκέντρωση αερίων που θα φτάσει σε αυτόν από μία πηγή εξαρτάται από παράγοντες όπως η ταχύτητα και η κατεύθυνση του ανέμου, η ατμοσφαιρική ανάμιξη και αραίωση, η θερμοκρασία, το ύψος εγκατάστασης, η μορφολογία του εδάφους και η βλάστηση. Τι σημαίνει, επομένως, ότι ο αισθητήρας πρέπει να «εντοπίζει» CO₂ σε απόσταση έως 50 μέτρων; Με ποια αρχική συγκέντρωση; Σε ποιες καιρικές συνθήκες; Σε ποιο ύψος; Με τι ταχύτητα ανέμου; Με ποιο κατώφλι συναγερμού;
Κυρίως, με ποια διαδικασία θα ελεγχθεί κατά την παραλαβή ότι ένας προσφερόμενος αισθητήρας καλύπτει πράγματι τη συγκεκριμένη απαίτηση; Δεν περιγράφεται εργαστηριακό πρωτόκολλο ούτε επιτόπια μέθοδος επαλήθευσης της «απόστασης». Και μια απαίτηση που δεν συνοδεύεται από σαφή μέθοδο ελέγχου αφήνει αναπόφευκτα διαφορετικά περιθώρια ερμηνείας στους υποψηφίους.
Τα ερωτήματα γίνονται περισσότερα, καθώς για τις ίδιες τις μετρήσεις CO₂, θερμοκρασίας και κλίσης δεν προσδιορίζονται σειρά κρίσιμων μετρολογικών χαρακτηριστικών: ακρίβεια, ανάλυση, χρόνος απόκρισης, επαναληψιμότητα, ολίσθηση των μετρήσεων με την πάροδο του χρόνου, διαδικασία βαθμονόμησης, αντιστάθμιση θερμοκρασίας και υγρασίας αλλά και πιθανές παρεμβολές από άλλα αέρια ή περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Είναι CO₂ και θερμοκρασία αρκετά για έγκαιρη πυρανίχνευση; Υπάρχει και ένα ακόμη βασικότερο ερώτημα. Δεν προκύπτει από τις απαιτήσεις τεκμηρίωση για το γιατί ο συνδυασμός θερμοκρασίας και CO₂ θεωρείται από μόνος του επαρκής και αξιόπιστη μέθοδος έγκαιρης ανίχνευσης πυρκαγιάς σε ανοικτές δασικές εκτάσεις.
Πού εντάσσονται παράμετροι όπως ο καπνός, το μονοξείδιο του άνθρακα, τα αιωρούμενα σωματίδια, οι πτητικές οργανικές ενώσεις, η σχετική υγρασία, η ταχύτητα και κατεύθυνση του ανέμου ή μία θερμική ή οπτική επιβεβαίωση ενός πιθανού συμβάντος;
Δεν σημαίνει ότι κάθε σύστημα πρέπει υποχρεωτικά να χρησιμοποιεί όλες αυτές τις τεχνολογίες. Σημαίνει όμως ότι, εφόσον επιλέγεται συγκεκριμένη αρχιτεκτονική ανίχνευσης, θα έπρεπε να εξηγείται με ποια τεχνική μεθοδολογία εξασφαλίζεται η απαιτούμενη αξιοπιστία.
Και κυρίως να υπάρχει ένας αριθμός που να απαντά στο απλό ερώτημα: πόσο καλά πρέπει να λειτουργεί το σύστημα;
Σήμερα δεν εμφανίζονται σαφώς μετρήσιμα κριτήρια αποδοχής για την πιθανότητα εντοπισμού ενός πραγματικού συμβάντος, το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό ψευδών συναγερμών, το ποσοστό μη ανίχνευσης, τον μέγιστο χρόνο ειδοποίησης, τη διαθεσιμότητα του συστήματος, την απώλεια δεδομένων ή την απαιτούμενη ακρίβεια γεωεντοπισμού.
-20°C για τη μέτρηση, -40°C για τη λειτουργία
Αντίστοιχη ασάφεια εμφανίζεται και στις θερμοκρασίες. Στη σελίδα 56 και στην απαίτηση 1.1 αναφέρεται εύρος μέτρησης θερμοκρασίας από -20°C έως +85°C. Στον πίνακα συμμόρφωσης, όμως, η απαίτηση 1.17 ζητεί εύρος θερμοκρασίας λειτουργίας από -40°C έως +85°C. Θεωρητικά, είναι απολύτως δυνατό μία ηλεκτρονική συσκευή να λειτουργεί σε μεγαλύτερο θερμοκρασιακό εύρος από αυτό στο οποίο πραγματοποιεί αξιόπιστη μέτρηση. Αυτό όμως πρέπει να εξηγείται.
Ιδίως όταν η πρόσθετη προϋπόθεση των -40°C εμφανίζεται στον πίνακα συμμόρφωσης, ο υποψήφιος πρέπει να γνωρίζει ακριβώς ποια εξαρτήματα αφορά, ποια λειτουργία πρέπει να διατηρείται στους -40°C και με ποιο πρότυπο ή δοκιμή θα αποδειχθεί η συμμόρφωση.
Δέκα χρόνια μπαταρία, μαζί με 4G/5G και firmware updates
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απαίτηση για δεκαετή απρόσκοπτη αυτονομία των συσκευών. Δέκα χρόνια λειτουργίας είναι πολύ μεγάλο διάστημα για αυτόνομο IoT εξοπλισμό πεδίου και η επίτευξή του εξαρτάται από ένα πολύ συγκεκριμένο ενεργειακό μοντέλο.
Πόσο συχνά γίνεται μέτρηση; Πόσο συχνά ενεργοποιείται ο πομποδέκτης; Πόσα δεδομένα αποστέλλονται; Ποια είναι η πραγματική ισχύς εκπομπής όταν το σήμα κινητής τηλεφωνίας είναι ασθενές; Πόσες επαναλήψεις μετάδοσης επιτρέπονται; Ποια είναι η χωρητικότητα και η χημεία της μπαταρίας; Σε ποιες θερμοκρασίες υπολογίζεται η δεκαετία και ποια απώλεια χωρητικότητας θεωρείται αποδεκτή μετά από τόσα χρόνια;
Χωρίς ένα συγκεκριμένο προφίλ λειτουργίας, η «δεκαετής αυτονομία» παραμένει περισσότερο δήλωση στόχου παρά αντικειμενικά ελέγξιμη τεχνική απαίτηση.
Και υπάρχει μια πρόσθετη δυσκολία. Η ίδια συσκευή καλείται να διαθέτει πομποδέκτη 4G/5G, να αποστέλλει καθημερινά keep-alive σήματα, να εκπέμπει έκτακτες ειδοποιήσεις και να υποστηρίζει απομακρυσμένες αναβαθμίσεις firmware.
Όλα αυτά καταναλώνουν ενέργεια.
Δεν φαίνεται, όμως, να συνοδεύονται από ενεργειακό μοντέλο που να αποδεικνύει ότι όλες οι συγκεκριμένες απαιτήσεις είναι ταυτόχρονα συμβατές με τη δεκαετή αυτονομία. Ακόμη πιο περίπλοκη γίνεται η σύγκριση επειδή επιτρέπονται δύο ουσιωδώς διαφορετικές αρχιτεκτονικές τροφοδοσίας: είτε μη επαναφορτιζόμενη μπαταρία είτε επαναφορτιζόμενη μπαταρία σε συνδυασμό με φωτοβολταϊκό.
Μόνο που αυτές οι λύσεις δεν είναι λειτουργικά ούτε οικονομικά ίδιες σε βάθος δεκαετίας. Έχουν διαφορετικό κόστος εξοπλισμού, διαφορετικές ανάγκες συντήρησης, διαφορετικούς μηχανισμούς αστοχίας και διαφορετική συμπεριφορά ανάλογα με τη σκίαση και το σημείο εγκατάστασης.
Πώς, λοιπόν, συγκρίνονται επί ίσοις όροις χωρίς διαφορετικά κριτήρια για αξιοπιστία, συντήρηση και κόστος κύκλου ζωής;
IP54 για δέκα χρόνια στην ύπαιθρο
Ανάλογα ερωτήματα υπάρχουν και για τη μηχανική και περιβαλλοντική αντοχή. Ο απαιτούμενος βαθμός προστασίας IP54 χρειάζεται καλύτερη αιτιολόγηση όταν πρόκειται για εξοπλισμό ο οποίος προβλέπεται να παραμείνει επί περίπου μία δεκαετία εκτεθειμένος σε βροχή, σκόνη, ηλιακή ακτινοβολία, μεταβολές θερμοκρασίας και δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Από την άλλη πλευρά τίθεται απαίτηση IK10, δηλαδή ιδιαίτερα υψηλής αντοχής σε μηχανική κρούση, χωρίς να παρουσιάζεται η αντίστοιχη ανάλυση μηχανικού κινδύνου που οδήγησε ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.
Και ενώ το έργο αφορά μόνιμη εγκατάσταση στην ύπαιθρο, δεν περιγράφονται αντίστοιχες δοκιμές για μακροχρόνια έκθεση σε UV, διάβρωση, θερμικούς κύκλους, ανεμοπίεση, κεραυνικές ή κρουστικές υπερτάσεις και γήρανση του περιβλήματος.
Δηλαδή, πέρα από το ότι οι υποψήφιοι δεν γνωρίζουν εξαρχής τα ακριβή 8.000 σημεία, δεν έχουν μπροστά τους και μια πλήρως τυποποιημένη εικόνα της μηχανικής εγκατάστασης που θα κληθούν να εκτελέσουν σε αυτά.
Και η LVD θέλει μία εξήγηση
Στις απαιτήσεις συμμόρφωσης περιλαμβάνεται και η Οδηγία Χαμηλής Τάσης LVD 2014/35/ΕΕ. Εδώ απαιτείται τουλάχιστον διευκρίνιση του πεδίου εφαρμογής. Η ίδια η ευρωπαϊκή οδηγία εφαρμόζεται σε ηλεκτρολογικό εξοπλισμό με ονομαστική τάση από 50 έως 1.000 V AC και από 75 έως 1.500 V DC.
Οι ζητούμενες συσκευές, από την περιγραφή τους, εμφανίζονται ως αυτόνομες συσκευές χαμηλής τάσης που τροφοδοτούνται από μπαταρία. Παράλληλα, επειδή πρόκειται για ραδιοεξοπλισμό, η RED 2014/53/ΕΕ προβλέπει τις σχετικές απαιτήσεις προστασίας υγείας και ασφάλειας παραπέμποντας στους στόχους της LVD, αλλά χωρίς να εφαρμόζει το κατώτατο όριο τάσης.
Άρα αυτό που χρειάζεται είναι να αποσαφηνιστεί ποια ακριβώς νομοθετική απαίτηση ζητείται από τον προσφέροντα και για ποιο τμήμα του εξοπλισμού.
«Ενδεικτικό» software που ταυτόχρονα αποτελεί «ελάχιστη βάση»
Στο λογισμικό εμφανίζεται μια διαφορετικού τύπου αντίφαση. Στη σελίδα 63 αναφέρονται συγκεκριμένες τεχνολογίες: PHP, MySQL, JavaScript, HTML, CSS, AJAX, jQuery και Google Maps API. Την ίδια στιγμή, το συγκεκριμένο τεχνολογικό stack εμφανίζεται να χαρακτηρίζεται αφενός «ενδεικτικό» και αφετέρου «ελάχιστη βάση».
Αν αποτελεί υποχρεωτική ελάχιστη βάση, τότε προκύπτει το ερώτημα γιατί ένας διαγωνισμός που θα έπρεπε πρωτίστως να προσδιορίζει λειτουργικά αποτελέσματα επιβάλλει συγκεκριμένες γλώσσες, βιβλιοθήκες και τεχνολογίες.
Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και με την απαίτηση 2.5 για «απεριόριστο αριθμό αισθητήρων».
Στην πληροφορική δεν υπάρχει πρακτικά «απεριόριστη» χωρητικότητα. Υπάρχουν όρια τα οποία μπορούν να μετρηθούν: αριθμός ταυτόχρονων συνδέσεων, messages ανά δευτερόλεπτο, αριθμός ενεργών συσκευών, όγκος δεδομένων, χρόνος απόκρισης και δυνατότητα οριζόντιας κλιμάκωσης. Έτσι μπορεί μία απαίτηση να ελεγχθεί.
«Real time», αλλά δεδομένα μία φορά την ημέρα
Εδώ υπάρχει και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του διαγωνισμού. Από τη μία πλευρά γίνεται λόγος για παρακολούθηση «σε πραγματικό χρόνο». Από την άλλη, στις λεγόμενες συνθήκες ηρεμίας προβλέπονται δειγματοληπτικά δεδομένα ανά ημέρα.
Δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η διαφορά μεταξύ της συχνότητας με την οποία ο αισθητήρας μετρά και της συχνότητας με την οποία μεταδίδει τα δεδομένα.
Και κυρίως δεν ορίζεται ένας ίσως από τους πιο κρίσιμους δείκτες για οποιοδήποτε σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης: ποιος είναι ο μέγιστος επιτρεπτός χρόνος από τη στιγμή κατά την οποία ανιχνεύεται μια επικίνδυνη συνθήκη μέχρι τη στιγμή κατά την οποία εμφανίζεται ο συναγερμός στο Κέντρο Ελέγχου;
Δευτερόλεπτα; Ένα λεπτό; Πέντε λεπτά;
Σε ένα σύστημα που προορίζεται για έγκαιρη προειδοποίηση, η απάντηση δεν μπορεί να παραμένει ανοιχτή. Και τι γίνεται εκεί όπου δεν υπάρχει καλό 4G/5G;
Όπως είχαμε επισημάνει και στο πρώτο δημοσίευμα, τα ακριβή σημεία εγκατάστασης είναι κρίσιμο στοιχείο και για έναν ακόμη λόγο: την τηλεπικοινωνιακή κάλυψη.
Στις απαιτήσεις δεν φαίνεται να ορίζεται συγκεκριμένο ελάχιστο επίπεδο κάλυψης 4G/5G, ούτε προβλέψεις για δεύτερο πάροχο, roaming, δυνατότητα εξωτερικής κεραίας, τοπική αποθήκευση δεδομένων όταν χάνεται το σήμα, αυτοματοποιημένη επαναμετάδοση ή τον μέγιστο αποδεκτό χρόνο διακοπής επικοινωνίας.
Σε απομακρυσμένες δασικές περιοχές αυτά δεν είναι θεωρητικά σενάρια.
Παράλληλα, η απαίτηση για αποκλειστικό APN του Αναδόχου δημιουργεί ένα ακόμη ερώτημα: τι συμβαίνει όταν λήξει η σύμβαση με τον συγκεκριμένο ανάδοχο;
Μπορεί ο ΔΕΔΔΗΕ να μεταφέρει απρόσκοπτα τις χιλιάδες συνδέσεις σε άλλη υποδομή και άλλο πάροχο ή δημιουργείται τεχνολογική εξάρτηση από τον αρχικό προμηθευτή;
Τεχνητή Νοημοσύνη που θα «εξαλείψει» τα false alarms
Και φτάνουμε στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Στη σελίδα 60 ζητείται χρήση AI προκειμένου να «εξαλείφονται» οι false alarms. Η συγκεκριμένη διατύπωση είναι απόλυτη. Ένα σύστημα ανίχνευσης πραγματικών γεγονότων σε μη ελεγχόμενο φυσικό περιβάλλον δεν αξιολογείται σοβαρά με την υπόσχεση ότι θα «εξαλείψει» κάθε ψευδή συναγερμό.
Αξιολογείται με συγκεκριμένους, μετρήσιμους δείκτες για false positives και false negatives. Και εδώ δεν προσδιορίζονται τα δεδομένα στα οποία θα εκπαιδευτεί το μοντέλο, το αποδεκτό ποσοστό ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων, το ακόμη κρισιμότερο ποσοστό ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων, η διαδικασία επικύρωσης, η επανεκπαίδευση του μοντέλου και η πιθανή ανθρώπινη επιβεβαίωση ενός συμβάντος.
Εντύπωση προκαλεί επίσης ότι η σχετική διατύπωση για την AI επαναλαμβάνεται δύο φορές στο κείμενο.
Αντί λοιπόν μιας απόλυτης υπόσχεσης περί «εξάλειψης» των false alarms, θα ήταν τεχνικά πολύ σαφέστερο να προσδιορίζονταν συγκεκριμένα κατώτατα και ανώτατα ποσοστά απόδοσης και ένα αναλυτικό πρωτόκολλο δοκιμών.
Πώς ακριβώς θα αποδειχθεί ότι το σύστημα λειτουργεί;
Αυτό μας οδηγεί στις δοκιμές αποδοχής. Οι δοκιμές και η δοκιμαστική λειτουργία περιγράφονται γενικά, χωρίς να προκύπτουν αναλυτικά σενάρια, μέγεθος δείγματος, συνθήκες προσομοίωσης πυρκαγιάς, όρια επιτυχίας και αποτυχίας ή διαδικασία ανεξάρτητης επαλήθευσης των αποτελεσμάτων.
Η παραγωγική δοκιμαστική λειτουργία προβλέπεται για μόλις έναν μήνα και έρχεται αφού έχουν ήδη εγκατασταθεί οι 8.000 συσκευές.
Δεν προβλέπεται προηγουμένως μια ουσιαστική πιλοτική φάση μικρότερης κλίμακας, σε αντιπροσωπευτικές πραγματικές συνθήκες, ώστε να αποδειχθούν η αρχιτεκτονική, η τεχνολογία ανίχνευσης, η αυτονομία, οι τηλεπικοινωνίες και το λογισμικό πριν από τη μαζική ανάπτυξη.
Αυτό σημαίνει ότι, αν εμφανιστεί κάποιο δομικό πρόβλημα στη λύση, ενδέχεται να εντοπιστεί αφού έχει πραγματοποιηθεί ήδη ένα πολύ μεγάλο μέρος της προμήθειας και εγκατάστασης.
Και αυτό είναι σημαντικός τεχνολογικός και οικονομικός κίνδυνος για τον ΔΕΔΔΗΕ.
Υπάρχει στη συνέχεια ένα ακόμη παράδοξο. Το σύστημα καλείται να λειτουργεί αδιάλειπτα 24 ώρες το εικοσιτετράωρο και επτά ημέρες την εβδομάδα. Η τεχνική υποστήριξη, όμως, στη σελίδα 67 προβλέπεται σε εργάσιμες ημέρες και ώρες.
Τι συμβαίνει εάν μία κρίσιμη βλάβη εμφανιστεί Σάββατο βράδυ εν μέσω αντιπυρικής περιόδου; Δεν προσδιορίζεται πλήρες καθεστώς 24/7 υποστήριξης για κρίσιμα περιστατικά, κατηγορίες σοβαρότητας, δεσμευτικοί χρόνοι πρώτης ανταπόκρισης ούτε χρόνοι προσωρινής και οριστικής αποκατάστασης ανά κατηγορία συμβάντος.
Επιπλέον, μολονότι αναφέρεται ότι ο χρόνος αποκατάστασης θα καθορίζεται σε SLA, στο Παράρτημα 1 δεν εμφανίζεται ολοκληρωμένος πίνακας SLA που να περιλαμβάνει κατηγορίες βλαβών, χρόνους ανταπόκρισης, προσωρινής και οριστικής αποκατάστασης και τις συνέπειες σε περίπτωση μη επίτευξης των στόχων.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η προσέγγιση στην κυβερνοασφάλεια. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ελάχιστο μήκος κωδικού οκτώ χαρακτήρων και υποχρεωτική αλλαγή ανά τρίμηνο. Για ένα σύγχρονο IoT σύστημα που συνδέεται με υποδομές ηλεκτρικού δικτύου, το θέμα ασφαλείας όμως είναι πολύ ευρύτερο από το μήκος ενός password.
Δεν ζητούνται με σαφήνεια βασικοί μηχανισμοί όπως πολυπαραγοντικός έλεγχος ταυτότητας (MFA), SSO, διαχείριση προνομιακών λογαριασμών, πιστοποιητικά ταυτότητας για τις ίδιες τις IoT συσκευές, secure boot, κρυπτογραφικά υπογεγραμμένο firmware και ασφαλής διαχείριση κλειδιών και λοιπών secrets.
«ISO 24000» ή μήπως ISO 20400;
Στη σελίδα 60 υπάρχει επίσης αναφορά σε συμμόρφωση με «ISO 24000 & ISO 27001». Η παραπομπή χρειάζεται έλεγχο και διευκρίνιση. Το αναγνωρισμένο διεθνές πρότυπο ISO 20400:2017 αφορά τις βιώσιμες προμήθειες — Sustainable procurement — και όχι την ασφάλεια πληροφοριών. Εάν λοιπόν το «ISO 24000» αποτελεί τυπογραφικό λάθος και εννοείται το ISO 20400, θα πρέπει να διορθωθεί και να διευκρινιστεί για ποιο λόγο ζητείται στο συγκεκριμένο σημείο. Εάν εννοείται κάτι διαφορετικό, θα πρέπει φυσικά να προσδιοριστεί επακριβώς.
SOC 2 Type I «ή/και» Type II
Ασάφεια υπάρχει και στην απαίτηση 2.17 για κοινοποίηση SOC 2 Type I «ή/και» Type II και penetration test. Ποιο από τα δύο SOC 2 απαιτείται τελικά;
Από ποιον φορέα πρέπει να έχει εκδοθεί; Ποιο ακριβώς τμήμα της λύσης πρέπει να καλύπτει; Πόσο πρόσφατη πρέπει να είναι η έκθεση; Ποιο είναι το αποδεκτό scope του penetration test;
Και, εξίσου σημαντικό για έναν ευρωπαϊκό διαγωνισμό, γίνονται δεκτά ισοδύναμα ευρωπαϊκά πιστοποιητικά, εκθέσεις ή άλλα αποδεικτικά μέσα;
Η χρήση του «ή/και» σε μια απαίτηση που επηρεάζει τη δυνατότητα συμμετοχής δεν βοηθά ούτε τη σαφήνεια ούτε την αντικειμενική σύγκριση των προσφορών.
Cloud, αλλά πού;
Το έργο περιλαμβάνει Cloud/SaaS υποδομή. Δεν καθορίζεται, όμως, με την απαιτούμενη λεπτομέρεια ο τόπος φιλοξενίας και η δικαιοδοσία υπό την οποία θα βρίσκονται τα δεδομένα.
Δεν προκύπτει σαφής απαίτηση φιλοξενίας εντός ΕΕ ή ΕΟΧ, συγκεκριμένος χρόνος διατήρησης δεδομένων και logs, αναλυτική πολιτική αντιγράφων ασφαλείας, συχνότητα δοκιμών Disaster Recovery, uptime SLA ή πλήρης διαδικασία γνωστοποίησης περιστατικών ασφαλείας.
Και μετά τους 12 μήνες ποιος κρατά τα κλειδιά;
Ένα ακόμη κρίσιμο θέμα αφορά το λεγόμενο exit plan. Δεν εμφανίζεται σαφής διαδικασία εξόδου του ΔΕΔΔΗΕ από την υπηρεσία SaaS: πώς εξάγονται όλα τα δεδομένα και οι ρυθμίσεις, σε ποιο μορφότυπο παραδίδονται, πώς πραγματοποιείται μετάβαση σε νέο πάροχο, πώς πιστοποιείται η διαγραφή αντιγράφων από τον προηγούμενο, ποια τεχνική τεκμηρίωση παραδίδεται και πώς εξασφαλίζεται η συνέχεια της λειτουργίας.
Υπάρχει και το οικονομικό σκέλος. Τι θα κοστίζουν οι απαιτούμενες άδειες και υπηρεσίες μετά την αρχική περίοδο των 12 μηνών; Σε ένα σύστημα που σχεδιάζεται να ζήσει για πολύ περισσότερα χρόνια από την αρχική σύμβαση συντήρησης, το συνολικό κόστος εξάρτησης από την πλατφόρμα μπορεί να είναι εξίσου κρίσιμο με το αρχικό τίμημα αγοράς. Το ίδιο ισχύει και για τα δικαιώματα στα δεδομένα.
Αναφέρεται ότι τα δεδομένα των αισθητήρων ανήκουν στον ΔΕΔΔΗΕ. Δεν ρυθμίζεται όμως με αντίστοιχη σαφήνεια η κυριότητα και το δικαίωμα χρήσης των παραγόμενων δεδομένων, των ιστορικών συναγερμών, των metadata, των παραμετροποιήσεων, της τεχνικής τεκμηρίωσης και των APIs.
Και ειδικά από τη στιγμή που στο έργο μπαίνει AI, τίθεται και ένα επιπλέον ερώτημα: σε ποιον ανήκουν τα μοντέλα ή οι προσαρμογές των μοντέλων που ενδεχομένως θα έχουν δημιουργηθεί ή εκπαιδευτεί χρησιμοποιώντας δεδομένα του συστήματος;
Πότε αρχίζει τελικά η δωδεκάμηνη συντήρηση;
Υπάρχει τέλος ζήτημα και με το χρονοδιάγραμμα.
Η συνοπτική επίσημη ανακοίνωση του ΔΕΔΔΗΕ αναφέρει ότι η προμήθεια και εγκατάσταση ολοκληρώνονται εντός 12 μηνών από την υπογραφή και ότι οι υπηρεσίες συντήρησης και λειτουργίας έχουν διάρκεια άλλους 12 μήνες, ξεκινώντας από την ολοκλήρωση της προμήθειας και εγκατάστασης.
Στα αναλυτικότερα τεύχη όμως εμφανίζονται διαφορετικές διατυπώσεις ως προς το εάν η συντήρηση εκκινεί μετά τη δοκιμαστική λειτουργία, μετά την παραγωγική λειτουργία ή μετά την ολοκλήρωση της προμήθειας και εγκατάστασης.
Παράλληλα υπάρχει αυτοτελής Φάση 5 διάρκειας ενός μήνα.
Το πότε ακριβώς ξεκινά να «τρέχει» η δωδεκάμηνη συντήρηση πρέπει επομένως να γίνει απολύτως σαφές, διότι επηρεάζει τόσο τις υποχρεώσεις του αναδόχου όσο και την οικονομική του προσφορά.
Ο Ανάδοχος καλείται, σύμφωνα με τους όρους, να καλύψει απροσδιόριστες εργασίες εκτός εργάσιμων ημερών και ωρών, απροσδιόριστες τροποποιήσεις αλλά και «όσο επιπλέον προσωπικό απαιτείται», χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση για τον ΔΕΔΔΗΕ.
Πώς αποτιμάται οικονομικά μία υποχρέωση χωρίς ανώτατο όριο;
Ένας υποψήφιος μπορεί να υπολογίσει ότι οι πρόσθετες παρεμβάσεις θα είναι ελάχιστες. Ένας άλλος μπορεί να προϋπολογίσει πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο.
Και σε συνδυασμό με τα άγνωστα σημεία εγκατάστασης, τις ασαφείς απαιτήσεις τηλεπικοινωνιακής κάλυψης και το μη πλήρως προσδιορισμένο επίπεδο τεχνικής υποστήριξης, η αβεβαιότητα αυξάνεται σημαντικά.
Σε κάθε περίπτωση την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου έχει προγραμματιστεί να ανοίξουν οι προσφορές και εδώ θα φανούν οι τολμηροί υποψήφιοι…
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ:
- METLEN – PETRONAS: 5ετής συμφωνία για την προμήθεια LNG στην Ελλάδα από το 2027
- Πάνω από 65 εκατ. ευρώ σε 64.261 δικαιούχους e-ΕΦΚΑ και ΔΥΠΑ έως την Παρασκευή
- Στο στόχαστρο της ΑΑΔΕ τα αδήλωτα εισοδήματα από βραχυχρόνιες μισθώσεις
- ΔΕΔΔΗΕ: Σήμερα οι προσφορές για το διαγωνισμό ανίχνευσης φωτιάς στο δίκτυο, με τεχνικά ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις
- Κλειστά τα φαρμακεία στην Αττική λόγω της εορτής του Τιμίου Σταυρού
- Σταθεροποιητικές τάσεις για το δολάριο εν αναμονή της Fed
- Πίεση στο χρυσό λόγω πετρελαίου και εκτιμήσεων για αύξηση επιτοκίων
- Πιέσεις στην Ασία από AI, πετρέλαιο και επιτόκια
προτεινόμενη πηγή στην Google
Ακολουθήστε το financialreport.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις









